Αναλύσεις

Σεισμός καταγγελιών και θεσμοί υπό δοκιμασία

Από το Προεδρικό μέχρι τη Europol και ένα γαϊτανάκι εξελίξεων με πρωταγωνίστρια τη «Σάντη»

Οι καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη δεν έμειναν σε έναν ακόμη γύρο πολιτικού θορύβου. Μέσα σε λίγα 24ωρα άνοιξαν ένα μεγάλο και σύνθετο μέτωπο που αγγίζει την κορυφή της εξουσίας, προκαλεί νομικές κινήσεις και εκτός Κύπρου και οδηγεί τα βασικά τεκμήρια σε ευρωπαϊκό δικανικό έλεγχο. Ο ίδιος ανακοίνωσε ότι παρέδωσε στην Αστυνομία 34σέλιδη δήλωση με 137 τεκμήρια σε ηλεκτρονική μορφή, ενώ το Υπουργικό αποφάσισε στις 8 Απριλίου να σταλούν τα στοιχεία στη Europol για δικανική εξέταση.

Απ’ εκεί και πέρα, το θέμα έπαψε να είναι μόνο τι ακούστηκε και τι δημοσιοποιήθηκε. Το πραγματικό βάρος της υπόθεσης βρίσκεται τώρα αλλού: στο αν οι καταγγελίες μπορούν να διερευνηθούν σωστά, να ελεγχθούν χωρίς σκιές και να δώσουν καθαρή απάντηση. Γιατί σε μια τόσο βαριά υπόθεση, το διακύβευμα είναι διπλό. Από τη μια, αν υπάρχουν σοβαρά αδικήματα, πρέπει να αποκαλυφθούν και να στοιχειοθετηθούν. Από την άλλη, αν οι ισχυρισμοί δεν στέκουν ή αν δεν μπορούν ν’ αποδειχθούν, τότε το κράτος οφείλει να το ξεκαθαρίσει γρήγορα και πειστικά, ώστε να μη χαθεί η υπόθεση μέσα στη σύγχυση και να μη σπιλωθούν άδικα πρόσωπα. Η ίδια η απόφαση για προσφυγή στη Europol δείχνει ότι η Κυβέρνηση θεωρεί αναγκαίο ένα εξωτερικό, τεχνικό φίλτρο πριν ληφθούν τα επόμενα βήματα.

Το βάρος των καταγγελιών

Ο Δρουσιώτης έχει παρουσιάσει την υπόθεση ως υπόθεση με εξαιρετικά βαριές προεκτάσεις, συνδέοντας το υλικό που παρέδωσε με σοβαρές αναφορές για διαφθορά, οικονομικό έγκλημα και ένα ευρύτερο πλέγμα διαπλοκής γύρω από πρόσωπα με ισχύ. Το περιεχόμενο αυτών των ισχυρισμών είναι από μόνο του αρκετό για να προκαλέσει πολιτικό σεισμό. Όμως το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα δεν επιτρέπει ούτε εύκολη υιοθέτηση ούτε εύκολη απόρριψη. Επιτρέπει μόνο μία σοβαρή απαίτηση: πλήρη διερεύνηση.

Και ακριβώς επειδή το περιεχόμενο είναι τόσο βαρύ, η έρευνα δεν μπορεί να στηριχθεί σε εντυπώσεις, διαρροές ή αποσπασματικές αναρτήσεις. Τα ίδια τα δημοσιεύματα γύρω από την υπόθεση δείχνουν ότι το κέντρο βάρους βρίσκεται πλέον στα ψηφιακά τεκμήρια: αν είναι γνήσια, πώς αποκτήθηκαν, ποια είναι η αλυσίδα κατοχής τους, αν αντιστοιχούν σε συσκευές και χρόνους που μπορούν να επαληθευτούν, και αν μπορούν να σταθούν αργότερα και σε δικαστική αίθουσα. Το κρίσιμο, με απλά λόγια, δεν είναι πια μόνο τι λέει ο ένας και τι διαψεύδει ο άλλος. Είναι τι θα αντέξει στον έλεγχο.

Το Προεδρικό στο κάδρο

Η υπόθεση πήρε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική διάσταση όταν ο Δρουσιώτης συνέδεσε δημόσια τη γυναίκα με το ψευδώνυμο «Σάντη» με το Προεδρικό, υποστηρίζοντας ότι προσλήφθηκε εκεί αμέσως μετά την εκλογή Χριστοδουλίδη, ενώ ταυτόχρονα έθεσε και ζήτημα σύγκρουσης συμφέροντος σε σχέση με Κύπριους αστυνομικούς που υπηρετούν στη Europol. Η απάντηση από πλευράς Κυβέρνησης ήταν άμεση. Ο Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης χαρακτήρισε ανακριβείς τους σχετικούς ισχυρισμούς και δήλωσε ότι επί της παρούσας διακυβέρνησης δεν υπήρξε εργοδότηση τέτοιου προσώπου στο Προεδρικό.

Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, απόδειξη εμπλοκής του Προεδρικού στην ουσία των καταγγελιών. Υπάρχει, όμως, κάτι πολιτικά πολύ σημαντικό: το ίδιο το Προεδρικό βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και υποχρεώθηκε σε άμεση διάψευση. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο ψηλά έφτασε η ένταση. Και γι’ αυτό έχει σημασία και η δημόσια τοποθέτηση του ίδιου του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος είπε στις 9 Απριλίου ότι «φυσικά και θα γίνει διερεύνηση μέχρι τέλους» και πρόσθεσε πως «αλίμονο αν φτάσουμε να αμφισβητούμε τους θεσμούς, το κράτος». Η φράση αυτή συμπυκνώνει ίσως καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο το πολιτικό βάρος της στιγμής: η Κυβέρνηση δεν υπερασπίζεται μόνο μια διαδικασία έρευνας, αλλά και το κύρος του ίδιου του κρατικού μηχανισμού.

Η «Σάντη» στο επίκεντρο

Το πρόσωπο που εμφανίζεται με το ψευδώνυμο «Σάντη» βρίσκεται πλέον στο κέντρο όλου του γαϊτανιού εξελίξεων. Γύρω από το όνομά της κινούνται οι πιο κρίσιμοι ισχυρισμοί, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, οι αναφορές στα επίμαχα μηνύματα και μεγάλο μέρος της πίεσης που ασκείται στις Αρχές. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η Αστυνομία διερευνά την υπόθεση λαμβάνοντας καταθέσεις, ενώ την Πέμπτη, 9 Απριλίου, ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Βύρων Βύρωνος, δήλωσε ότι το ανακριτικό έργο συνεχίζεται, ότι τα τεκμήρια αναμένεται ν’ αποσταλούν στη Europol για επιστημονικές εξετάσεις και ότι περαιτέρω ενημέρωση θα δοθεί όταν παραληφθούν τα αποτελέσματα. Την ίδια ώρα, η Αστυνομία απέφυγε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει επιμέρους πτυχές που αφορούν καταθέσεις της «Σάντης».

Αυτό έχει τη σημασία του. Από τη μια δείχνει ότι η υπόθεση βρίσκεται πράγματι σε ενεργό ανακριτική εξέλιξη. Από την άλλη, κρατά ανοιχτό ένα μεγάλο κενό ως προς το τι ακριβώς έχει επιβεβαιωθεί, τι έχει αμφισβητηθεί και ποια εκδοχή υποστηρίζεται από ποιους. Σε τέτοιες συνθήκες, η «Σάντη» δεν είναι απλώς ένα όνομα στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το πιο κρίσιμο κομμάτι της υπόθεσης: αν ο πυρήνας των καταγγελιών θα βρει στήριγμα σε επαληθεύσιμα στοιχεία ή αν θα μείνει στο επίπεδο μιας εκρηκτικής αλλά θολής ιστορίας.

Η Ελλάδα μπαίνει στην εικόνα

Η υπόθεση έπαψε γρήγορα να είναι μόνο κυπριακή. Στις 7 Απριλίου, ο Γιώργος Μυλωνάκης κατέθεσε στον Άρειο Πάγο μηνυτήρια αναφορά «κατά παντός υπευθύνου» για όσα, κατά τον ίδιο, είναι δήθεν γραπτά μηνύματα και τηλεφωνικές συνομιλίες που τον εμφανίζουν εμπλεκόμενο. Με την κίνησή του αυτή, η υπόθεση απέκτησε και επίσημο νομικό απόηχο στην Ελλάδα. Δεν αποδεικνύει αυτόματα ότι υπάρχει ελληνικό σκέλος στην ουσία των καταγγελιών. Αποδεικνύει, όμως, ότι οι δημόσιες αναφορές που έγιναν ήταν αρκετά σοβαρές, ώστε να γεννήσουν άμεση δικαστική αντίδραση στην Αθήνα.

Αυτό είναι σημαντικό και για έναν δεύτερο λόγο. Δείχνει ότι πλέον η υπόθεση δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ως μια κλειστή κυπριακή αντιπαράθεση. Έχει ήδη αποκτήσει ευρύτερο πολιτικό και νομικό αποτύπωμα, με πρόσωπα εκτός Κύπρου να μπαίνουν στο πεδίο της αντεπίθεσης και να ζητούν οι ίδιοι δικαστική αποκατάσταση. Όσο μεγαλώνει αυτό το εύρος, τόσο αυξάνεται και η πίεση προς τις κυπριακές Αρχές να δώσουν σύντομα κάτι περισσότερο από γενικές διαβεβαιώσεις.

Η Europol και το κρίσιμο τεστ

Η απόφαση του Υπουργικού να σταλούν τα τεκμήρια στη Europol είναι, μέχρι στιγμής, το πιο ουσιαστικό θεσμικό βήμα. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Φυτιρής δήλωσε στις 8 Απριλίου ότι τα στοιχεία θα αποσταλούν για δικανικό έλεγχο και ότι, αφού ληφθούν τα αποτελέσματα μετά το Πάσχα, θα αποφασιστούν τα επόμενα βήματα, περιλαμβανομένου και του ενδεχομένου διορισμού ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή. Παράλληλα, δημοσιεύματα ανέφεραν ότι το υλικό οδηγείται στο EC3, το European Cybercrime Centre της Europol. Η ίδια η Europol περιγράφει το EC3 ως κέντρο που προσφέρει εξειδικευμένη τεχνική και ψηφιακή forensic υποστήριξη στις έρευνες των κρατών-μελών.

Γιατί είναι τόσο κρίσιμο αυτό; Επειδή εδώ θα κριθεί αν τα στοιχεία πάνω στα οποία χτίστηκε όλη η δημόσια έκρηξη μπορούν να σταθούν σε σοβαρό τεχνικό έλεγχο. Δημοσιεύματα σημειώνουν ότι, κατά την εκτίμηση εμπειρογνωμόνων, τα screenshots από μόνα τους δεν αρκούν και ότι κομβική σημασία έχει η εξέταση των ίδιων των συσκευών και του πρωτογενούς ψηφιακού ίχνους. Αυτό είναι ίσως το πιο πρακτικό και το πιο απλό σημείο της υπόθεσης: αν δεν σταθεί το υλικό, δεν θα σταθεί ούτε η υπόθεση. Αν σταθεί, τότε όλα αλλάζουν.

Θεσμοί υπό δοκιμασία

Ο Δρουσιώτης, με νέα ανάρτησή του στις 9 Απριλίου, μίλησε για «καλά ενορχηστρωμένη επιχείρηση αμφισβήτησης, παραπληροφόρησης και σύγχυσης» από Προεδρικό, Νομική Υπηρεσία και Αστυνομία. Από την άλλη πλευρά, το κράτος απαντά ότι η έρευνα προχωρεί, ότι μπαίνουν ασφαλιστικές δικλίδες μέσω Europol και ότι η υπόθεση θα διερευνηθεί μέχρι τέλους. Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας μια πλήρη σύγκρουση δύο αφηγήσεων: από τη μια, η κατηγορία ότι το σύστημα προσπαθεί να αδειάσει την υπόθεση· από την άλλη, η θέση ότι ακολουθείται θεσμική διαδικασία με όλα τα αναγκαία βήματα.

Το μεγάλο πρόβλημα για τους θεσμούς είναι ότι η υπόθεση αυτή τους βρίσκει σε μια περίοδο ήδη κλονισμένης εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό και κάθε κίνηση διαβάζεται διπλά: και ως ανακριτική πράξη και ως πολιτικό μήνυμα. Αν υπάρξουν καθυστερήσεις, θα ενισχυθεί η καχυποψία. Αν υπάρξουν βιαστικά συμπεράσματα, θα κατηγορηθούν για προχειρότητα. Αν μείνουν μετέωρα τα ερωτήματα, θα βαθύνει κι άλλο η αίσθηση ότι το κράτος δεν μπορεί να δώσει καθαρές απαντήσεις όταν η υπόθεση φτάνει τόσο ψηλά. Και αυτό είναι ίσως το πιο βαρύ θεσμικό φορτίο της στιγμής.

Τι αποδεικνύεται και τι όχι

Μέχρι σήμερα αποδεικνύονται ορισμένα πράγματα και δεν αποδεικνύονται ακόμη κάποια άλλα. Αποδεικνύεται ότι ο Δρουσιώτης παρέδωσε οργανωμένο υλικό στην Αστυνομία. Αποδεικνύεται ότι το Υπουργικό αποφάσισε να το στείλει στη Europol. Αποδεικνύεται ότι το Προεδρικό υποχρεώθηκε να απαντήσει δημοσίως σε ισχυρισμό που το αγγίζει. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι υπήρξε άμεση νομική κίνηση στην Ελλάδα από πρόσωπο που κατονομάστηκε στη δημόσια συζήτηση.

Δεν αποδεικνύονται ακόμη, όμως, τα πιο βαριά σημεία της ίδιας της υπόθεσης. Δεν έχει ακόμη κριθεί η γνησιότητα του βασικού πυρήνα των ψηφιακών τεκμηρίων. Δεν έχει τεκμηριωθεί δικαστικά εμπλοκή του Προεδρικού. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ελληνικό σκέλος στην ουσία των καταγγελιών. Και φυσικά δεν έχει αποδοθεί ποινική ευθύνη σε οποιοδήποτε πρόσωπο που εμφανίζεται σε αυτήν τη δίνη αποκαλύψεων, διαψεύσεων και αλληλοκατηγοριών. Γι’ αυτό και η υπόθεση βρίσκεται σήμερα ακριβώς στο πιο ευαίσθητο σημείο της: αρκετά σοβαρή για να απαιτεί πλήρη διερεύνηση, αλλά ακόμη όχι αρκετά δεμένη για να επιτρέπει βεβαιότητες.

Αυτός είναι και ο λόγος που η υπόθεση δεν μπορεί να αφεθεί ούτε στον πολιτικό θόρυβο ούτε στην αναμονή χωρίς τέλος. Αν υπάρχει αλήθεια, πρέπει να βρεθεί και ν’ αποδειχθεί. Αν δεν υπάρχει, πρέπει να καθαρίσει το τοπίο. Οτιδήποτε λιγότερο θ’ αφήσει πίσω του το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα: μια κοινωνία που θα νιώθει ότι κάτι πολύ βαρύ ακούστηκε, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να πείσει τι ακριβώς ίσχυε. Και τότε δεν θα έχει δοκιμαστεί μόνο η αντοχή μιας υπόθεσης. Θα έχει δοκιμαστεί ξανά, και ίσως πιο σκληρά, η ίδια η αντοχή των θεσμών.