Ένας πόλεμος που είχε μόνο… «νικητές»
Πίσω από τη φαινομενική επιτυχία αναδύονται κρίσιμα ερωτήματα
Η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για κατάπαυση του πυρός με το Ιράν και η σχεδόν ταυτόχρονη ρητορική περί «νίκης» διαμορφώνουν ένα σκηνικό γεμάτο αντιφάσεις και ανοιχτά ερωτήματα. Πίσω από την επιφανειακή εικόνα μιας επιτυχούς στρατιωτικής επιχείρησης και μιας επικείμενης αποκλιμάκωσης διαφαίνεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, όπου η ισορροπία μεταξύ στρατιωτικών επιτευγμάτων και γεωπολιτικών κινδύνων παραμένει εύθραυστη.
Η πρώιμη ανακήρυξη της νίκης δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό εργαλείο, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών σκοπιμοτήτων, στρατηγικών υπολογισμών και διεθνών πιέσεων. Την ώρα που η Ουάσιγκτον επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων, η Τεχεράνη εμφανίζεται να αξιοποιεί την ίδια συγκυρία για να ενισχύσει τη δική της διαπραγματευτική θέση. Έτσι, η επόμενη ημέρα της σύγκρουσης δεν αποτυπώνεται ως ένα ξεκάθαρο τέλος, αλλά ως μια μεταβατική φάση αβεβαιότητας, όπου οι πραγματικοί συσχετισμοί ισχύος και οι προθέσεις των δύο πλευρών μένουν ακόμη να δοκιμαστούν.
Οι σκιές πίσω από την πρώιμη ανακήρυξη της νίκης του Τραμπ
Στην «ψυχρή» αποτίμηση της επόμενης ημέρας, η σύγκρουση με το Ιράν που ξεκίνησε με εκκωφαντικό τρόπο μοιάζει να καταλήγει σε ένα αμφίσημο και αβέβαιο πάγωμα. Η ανακοίνωση του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αργά το βράδυ της Τρίτης για κατάπαυση του πυρός με ορίζοντα δύο εβδομάδων για διαπραγματεύσεις έχει ήδη πυροδοτήσει έντονη συζήτηση σε διπλωματικούς και στρατηγικούς κύκλους για το κατά πόσον πρόκειται για ουσιαστική αποκλιμάκωση ή απλώς για μια προσωρινή ανάπαυλα σε μια σύγκρουση που απέχει πολύ από το να έχει ολοκληρωθεί.
Όπως επισημαίνουν διεθνείς αναλυτές, η Ουάσιγκτον φαίνεται να πέτυχε ορισμένους από τους βασικούς στρατιωτικούς της στόχους. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ προχώρησαν σε επαναλαμβανόμενα πλήγματα κατά κρίσιμων πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, επιφέροντας σημαντική υποβάθμιση του πυρηνικού του προγράμματος. Παράλληλα, οι σχεδόν σαράντα ημέρες επιχειρήσεων προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης, αφού το Ναυτικό της φέρεται να έχει αποδυναμωθεί δραστικά, τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας έχουν πληγεί, ενώ τα αποθέματα drones και πυραύλων έχουν μειωθεί αισθητά.
Στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες τονίζουν ότι η έκταση των καταστροφών θα απαιτήσει χρόνια για ν’ αποκατασταθεί, ακόμη και με πιθανή στήριξη από τη Ρωσία και την Κίνα. Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζουν πως οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν με περιορισμένες αμερικανικές απώλειες, γεγονός που ενισχύει το αποτρεπτικό μήνυμα της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενική επιτυχία, αναδύονται κρίσιμα ερωτήματα. Το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί ν’ αποτελεί απειλή για τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Αναλυτές της αγοράς ενέργειας προειδοποιούν ότι ακόμη και η παραμικρή αβεβαιότητα στην περιοχή μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ρίσκου στις τιμές του πετρελαίου. Ήδη, παρά την προσωρινή πτώση των τιμών μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας, δεν αποκλείεται να διαμορφωθεί ένα νέο υψηλότερο «πάτωμα» τιμών τα επόμενα διαστήματα.
Επιπλέον, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ζήτημα των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν. Ο ίδιος ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να παραδώσει πλαίσιο συμφωνίας, ενώ ο Υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο αμερικανικής επέμβασης για την κατάσχεσή τους. Όπως σημειώνουν ειδικοί σε θέματα ασφάλειας, ένα τέτοιο σενάριο θα προϋπέθετε χερσαίες επιχειρήσεις, με αυξημένο ρίσκο απωλειών, κάτι που καθιστά την επιλογή ιδιαίτερα δύσκολη πολιτικά και στρατιωτικά.
Στο διπλωματικό πεδίο, οι προοπτικές συμφωνίας παραμένουν θολές. Παρά τις δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου ότι «το Ιράν θέλει συμφωνία», το προτεινόμενο πλαίσιο διαπραγματεύσεων από την Τεχεράνη απέχει σημαντικά από τις αμερικανικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, το Ιράν ζητά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή, τον τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων κατά της Χεζμπολάχ και την πλήρη άρση των κυρώσεων, ενώ επιμένει στο δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου – ένα σημείο που η Ουάσινγκτον απορρίπτει κατηγορηματικά.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη ενδέχεται ν’ ακολουθήσει την πάγια τακτική της, όπου εμφανίζεται πρόθυμη για διάλογο, παρατείνοντας ωστόσο τις διαπραγματεύσεις χωρίς ουσιαστική κατάληξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρονική συγκυρία των επερχόμενων εκλογών στις ΗΠΑ ενδέχεται να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης, περιορίζοντας τη διάθεση της Ουάσιγκτον για επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η ίδια η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ συνέβαλε στη διαμόρφωση αυτής της περίπλοκης κατάστασης. Οι εναλλαγές μεταξύ δηλώσεων περί «παγκόσμιας ειρήνης» και απειλών για ολοκληρωτική καταστροφή του Ιράν δημιούργησαν κλίμα αβεβαιότητας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διεθνή σκηνή, υπονομεύοντας τη συνοχή της αμερικανικής στρατηγικής.
Καθώς το διπλωματικό ρολόι μετρά αντίστροφα, το βασικό ερώτημα παραμένει. Πρόκειται για την αρχή μιας βιώσιμης αποκλιμάκωσης ή για μια προσωρινή παύση πριν από νέα κλιμάκωση; Όπως τονίζουν ειδικοί στη διεθνή ασφάλεια, η απάντηση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να τηρήσουν τις προθεσμίες που οι ίδιες έθεσαν – και από το αν το Ιράν θα συνεχίσει το γνώριμο παιχνίδι καθυστερήσεων.
Γιατί το Ιράν θεωρεί ότι κέρδισε;
Στην πιο κρίσιμη καμπή της σύγκρουσης, η αιφνιδιαστική αποδοχή από το Ιράν μιας δίμηνης αλλά στην πράξη εύθραυστης κατάπαυσης του πυρός ερμηνεύεται από πολλούς αναλυτές ως μια απροσδόκητη πολιτική και στρατηγική νίκη για ένα καθεστώς που είχε δεχθεί βαριά πλήγματα.
Παρά τις εκτεταμένες απώλειες από τις δεκάδες ημέρες πολέμου με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η Τεχεράνη φαίνεται να πέτυχε όχι μόνο τον βασικό της στόχο, δηλαδή την επιβίωση του καθεστώτος, αλλά και δύο κρίσιμα στρατηγικά πλεονεκτήματα, την ενίσχυση του ελέγχου της στα Στενά του Ορμούζ και τη δημιουργία ενός νέου αποτρεπτικού πλαισίου απέναντι σε μεγάλης κλίμακας επιθέσεις από τους αντιπάλους της.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, ο έλεγχος του Ιράν σε αυτόν τον κομβικό θαλάσσιο διάδρομο, από τον οποίο διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου, δύσκολα θα αμφισβητηθεί άμεσα, παρά τις στρατιωτικές ήττες. Η Τεχεράνη αξιοποίησε, όπως σημειώνεται, ασύμμετρες τακτικές προκειμένου να αντισταθμίσει την τεχνολογική και επιχειρησιακή υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αυξάνοντας την πίεση προς την Ουάσιγκτον για τερματισμό των εχθροπραξιών.
Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση του ειδικού σε θέματα Ιράν, Άλεξ Βατάνκα, από το Middle East Institute, ο οποίος εξηγεί ότι «η Τεχεράνη έπληξε συστηματικά την αμερικανική οικονομία, προκαλώντας άνοδο στις τιμές του πετρελαίου μέσω της διατάραξης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Φρόντισαν ο πόλεμος να γίνει αισθητός στις Ηνωμένες Πολιτείες». Εκτίμησε δε ότι αυτός ο παράγοντας καθόρισε τη στάση της Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, η κατάπαυση του πυρός τέθηκε σε ισχύ χωρίς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να επιτύχουν πιο φιλόδοξους στόχους, όπως η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος ή η πλήρης εξάλειψη του πυρηνικού του προγράμματος. Αυτό, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Τεχεράνης ενόψει των συνομιλιών.
Το γεγονός και μόνο ότι το ιρανικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης βρίσκεται στο τραπέζι συνιστά σημαντική διπλωματική επιτυχία, ενώ οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον σε θέση να επιβάλλουν μονομερώς τους όρους τους. Αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη δύσκολα θα προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις στο άμεσο μέλλον, ιδίως σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των Στενών. Ο πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Άλαν Έιρ, σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί τώρα θα είναι λιγότερο ευνοϊκή για τις ΗΠΑ σε σχέση με εκείνη που υπήρχε πριν από την κλιμάκωση της σύγκρουσης.
Στο εσωτερικό του Ιράν, το καθεστώς φαίνεται να εξέρχεται του πολέμου πιο σκληροπυρηνικό. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η ηγεσία, υπό την αυξανόμενη επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης, εντείνει την καταστολή της αντιπολίτευσης, κατηγορώντας αντιφρονούντες ως εν δυνάμει κατασκόπους. Παράλληλα, αν και πολλοί Ιρανοί είχαν αρχικά δει θετικά την προοπτική αλλαγής καθεστώτος, η επιβίωσή του μετά από περισσότερα από 20.000 πλήγματα έχει ενισχύσει την αίσθηση ότι μια τέτοια εξέλιξη παραμένει μακρινή. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές, τα βαθιά προβλήματα της χώρας –κυρώσεις, πληθωρισμός και κοινωνική δυσαρέσκεια– εξακολουθούν να υπονομεύουν τη σταθερότητα, αποτελώντας μια διαρκή εσωτερική πρόκληση για την Τεχεράνη.