Το σπίτι
Κι όπως ο δρόμος μ’ έπαιρνε, βήματα, πλάνα συρθήκαν μπροστά σε σπίτι. Άστεγο σπίτι κι ορφανό.
Σε ίδια στράτα αγνώριστη στέκει ερειπωμένο. Χωρίς παραθυρόφυλλα δίχως πορτόνια. Άνευ φροντίδας τα σημάδια του καιρού. Τοίχοι καψαλισμένοι, αράχνες, μάρμαρα κομμάτια, σκιές κι’ ομίχλη από παντού. Δεν στέρεψε από δάκρυα η ερημιά. Δεν σου σκαρώνει στιχάκια. Δεν είναι πράγμα μικρό.
Ζωή χαραγμένη σε πέτρα χαμένη στης Ιστορίας τον ορυμαγδό, στου χαλασμού τη δίνη. Σκαλισμένες στους τοίχους φωνές ολόσωμες - της μάνας, του πατέρα, της γιαγιάς. Και του παππού το άσμα. Μόνο η λεπτή χροιά που λείπει στης μνήμης το μαγγανοπήγαδο, κείνη η λεπτή κλωστή που κόπηκε. Κείνη η λεπτή φωνητική χροιά που χάθηκε, αγκαλιασμένη την στερνή πνοή, στον άνεμο και στα μνημούρια. Δεν κλείνεται εξ άπαντος σε γράμμα η φωνή. Κι’ αυτό δεν είναι πράγμα ασήμαντο. Δεν είν’ εύκολο πράγμα να υπάρχεις στο τίποτα.
Ψίθυροι από βροχές, φωνές ανέμων και γιασεμιών ανασαιμιές τσακίσαν κόκκαλα, αφήσανε ρωγμές. Στο σκήνωμά του χαραγμένες ανεπούλωτες μύριες πληγές. Εφτασφράγιστα μυστικά. Γιατί ο καιρός τα πράγματα δεν ξέρεις πώς τα φέρνει. Δεν είναι αστείο πράγμα, στο γύρισμά του, ο καιρός.
Σκόνη και θρύψαλα οι κρυψώνες, σε νάρκη τα τραγούδια κι’ οι χοροί. Διάβηκαν πάνω τους χίλιοι χειμώνες, άξενοι φίλοι, στρατιές εχθροί. Κατοικητήρια – σκήτες, ερημητήρια – κελιά, παλάτια – καλύβια. Κι’ όνειρ’ ασκέπαστα. Δεν μετριούνται στο πόδι τόσοι καημοί.
Ψυχή από πέτρα, ραγισμένη, στη λύπη που λείπουν Νεκροί και Ζωντανοί. Κάθε γωνία μια αγωνία. Μπαλκόνια κρύα, εξώστες με βαριά σκιά και φλύαρες - ακόμα; - χελιδονοφωλιές - Δεν είναι λογοπαίγνιο. Δεν είν’ η θύμηση ευσπλαχνική. Δεν είναι φαφλατάδικο πουλί.
Βάρος ασήκωτο οι παρουσίες που ζήσαν ανεξίτηλα κάποτε εδώ. Δεν είν’ η Μνήμη ταξιθέτης, δεν είναι παίξε γέλασε, πίε και ευφραίνου. Δεν είναι αναμνήσεις θαμπές.
Λαχτάρα ανείπωτη ν’ ανοίξει, ένα παράθυρο, μια πόρτα φιλική. Να δεις μια καστανή παιδούλα, ένα παιδί να παίζει στο παλατένιο το γιαπί. Να φτερουγίσει γέλιο, να πλαντάξει κλάμα, ν’ ανοίξει ένα στόμα να σου πει γιατί. Γιατί και τα διότι όποτε ναναι δεν δίνονται, έχουν κι’ αυτά μια κάποια εποχή.
Κάτι σαν φάντασμα βλέπεις με πανί να ξεσκονίζει τραγουδιστά μια λυγερή. Να σειέται να χοροπηδά απ’ το ’να στ’ άλλο το στασίμι άδοντας φιλιά. Τα πόδια σου λυγίζουν. Τα μάτια σαν ανοίξεις, όλα έχουν χαθεί. Τραγούδια και φιλιά, χοροί και μελωδίες. Διόλου δεν στέργουν τα όνειρα στα παρακαλετά μας. Δεν είν’ τα όνειρα από χώμα και νερό.
Και τα δέντρα; Τα δέντρα που σχίσανε τις στέγες; Τα δέντρα που ξεγλιστρούν και παν. Που δραπετεύουν και φεύγουν. Από παράθυρα και πόρτες και σχισμές; Πού περπατούν ουρανομήκη; Δεν είναι η απουσία υπόθεση απλή.
Κι αρχίζει ένα κλάμα, το σπίτι το άστεγο, κι όλο θρηνεί. Μοιρολογεί και λέει επωδές αρχέγονες, ποτάμια μοιρολόγια ιαματικά. Δεν κλαίει που δεν ερχόμαστε. Κλαίει γιατί καρτερικά μας καρτερεί.
Δεν είν’ εύκολη δυστυχία η ορφάνια. Της Λήθης, είναι, πρωτότοκο παιδί.
*Δερύνεια, 9/4/2026