Ειδήσεις

Δρουσιώτης: Νέο ηχητικό για τη «Σάντη» – Τι απαντά για τη φωτογραφία από το διαδίκτυο

Το νέο ηχητικό για τη «Σάντη» και η απάντηση Δρουσιώτη για τη φωτογραφία

Ένα νέο ηχητικό με την επονομαζόμενη «Σάντη» έδωσε στη δημοσιότητα ο Μακάριος Δρουσιώτης, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για «ηχητικό με τρία μέρη: Το πρώτο μέρος είναι ηχητικό μήνυμα από συνομιλία της Σάντη με τον Στέλιο Ορφανίδη κατά την άφιξή της στη Χαϊδελβέργη. Στο βάθος ακούγεται αγγελία στα γερμανικά. Το δεύτερο μέρος είναι τηλεφωνική συνομιλία με τον Ορφανίδη σε σχέση με πρόταση που της έγινε να αλλάξει το όνομα της για σκοπούς προστασίας. Και στο τρίτο αναφέρεται στην οικογενειακή της κατάσταση και τα παιδιά της».

Επίσης, απάντησε στο θέμα της φωτογραφίας από το διαδίκτυο, παραδεχόμενος ότι «η «Σάντη» φαίνεται πως χρησιμοποιούσε στα μηνύματα της φωτογραφίες που προέρχονται από το διαδίκτυο, όπως αυτή με την πληγή στο χέρι».

Αυτούσια η ανάρτηση:

Ο λάθος υπερβάλλον ζήλος της Αστυνομίας

Εδώ και δέκα μέρες η Αστυνομία εργάζεται πυρετωδώς για να αποδείξει πως αυτά που υπέδειξα με το αρχικό μου δημοσίευμα είναι προϊόν της φαντασίας μου. Η κυβέρνηση επιστράτευσε όλα τα μέσα που διαθέτει για να με γελοιοποιήσει προσωπικά.

Χθες, δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα η ένορκη δήλωση της αστυνομίας για την έρευνα στο σπίτι του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη. Η «επίσημη θέση» φαίνεται να είναι ότι τα μηνύματα τα κατασκεύασε μόνη της η Σάντη, η οποία ουδέποτε πήγε στην Γερμανία και έχει μόνο ένα παιδί.

Δηλαδή η θέση τους είναι πως πρόκειται για μύθευμα. Απώτερος σκοπός είναι η διάψευση των πληροφοριών που αναφέρονται στα μηνύματα για σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς. Η Σάντη δηλαδή είναι μυθομανής, εμμονική και ό,τι αναφέρεται στα μηνύματα για γεγονότα που ήθελε να καταγγείλει είναι ψέμα.

Οι συνθήκες που δημιουργούνται με υποχρεώνουν να δημοσιοποιήσω ένα ακόμη ηχητικό ντοκουμέντο. Δεν είναι, και δεν ήταν ποτέ πρόθεση μου να μετατρέψω αυτό το θέμα σε σήριαλ. Υποχρεώνομαι να το πράξω για να υπερασπιστώ την θέση μου ότι σε ένα Κράτους όπου οι θεσμοί επιτελούν το έργο που οφείλουν, τα όσα δημοσίευσα έπρεπε να διερευνηθούν από ανεξάρτητους, έμπειρους και εξειδικευμένους ποινικούς ανακριτές.

Το ηχητικό αρχείο αποτελείται από τρία μέρη: Το πρώτο μέρος είναι ηχητικό μήνυμα από συνομιλία της Σάντη με τον Στέλιο Ορφανίδη κατά την άφιξή της στη Χαϊδελβέργη. Στο βάθος ακούγεται αγγελία στα γερμανικά. Το δεύτερο μέρος είναι τηλεφωνική συνομιλία με τον Ορφανίδη σε σχέση με πρόταση που της έγινε να αλλάξει το όνομα της για σκοπούς προστασίας. Και στο τρίτο αναφέρεται στην οικογενειακή της κατάσταση και τα παιδιά της. Το ηχητικό αρχείο εδώ:

Από το ηχητικό αρχείο είναι φανερό ότι η κοπέλα αυτή διέφυγε στη Γερμανία και εκφράζει φόβους για τη ζωή της. Ο καημός της κυβέρνησης είναι να διαψεύσει ότι πήγε καν στη Γερμανία και να πείσει πως όλα όσα καταγράφονται στα μηνύματα είναι παραμύθια. Γιατί;

Προχθές, και πάλι ένιωσα υπόχρεος να δημοσιεύσω πληροφορίες που άντλησα από το αρχείο της Σάντη για να υποδείξω τον συσχετισμό των μηνυμάτων και των ηχητικών. Χρησιμοποίησα ως παράδειγμα τις αναφορές σε ένα περιστατικό μαχαιρώματος, το οποίο καταγράφει σε μήνυμά της. Η πληροφορία υποστηρίζεται από αναφορά σε μήνυμα του Μιχάλη Χριστοδούλου προς τον εξ Ελλάδος Κώστα Παρλαβάντζα, στο οποίο φαίνεται να αναφέρει πως «σχεδόν την έσφαξα», ενώ στο ίδιο περιστατικό αναφέρεται και η ίδια σε άλλα μηνύματα, όπου μιλά για «ασφάλεια και προστασία» και επισυνάπτει φωτογραφίες πληγών, καθώς και σε ηχογραφημένη συνέντευξή της.

Η «Σάντη» φαίνεται πως χρησιμοποιούσε στα μηνύματα της φωτογραφίες που προέρχονται από το διαδίκτυο, όπως αυτή με την πληγή στο χέρι. Δεν γνωρίζω γιατί επέλεγε να υποστηρίζει τα γεγονότα που περιγράφει με τις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Τα μηνύματά της με τις πληγές φαίνεται να στάλθηκαν όταν ζητούσε βοήθεια από τον παραλήπτη τους. Αντιλαμβάνομαι πλήρως την ευάλωτη της θέση, την σύγχυση της, την ανάγκη της να γίνει πιστευτή και να εξασφαλίσει την βοήθεια που ζητούσε απεγνωσμένα όταν φοβόταν για την ζωή της και το μέλλον των παιδιών της.

Όπως έχω εξηγήσει πολλές φορές, η βάση της έρευνας μου είναι το περιεχόμενο των μηνυμάτων, τα οποία περιέχουν σημαντικές πληροφορίες οι οποίες χρήζουν ποινικής διερεύνησης. Είναι η ουσία των πληροφοριών αυτών που πρέπει να διερευνηθεί.

Τις προάλλες δημοσίευσα ένα κείμενο για τη μη απόδοση δικαιοσύνης για την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας, και προσπάθησα να υποδείξω τον συσχετισμό των μηνυμάτων από το αρχείο της «Σαντης». Επαναλαμβάνω, χιλιάδες νοικοκυριά επηρεάστηκαν από αυτή την καταστροφή και ουδέποτε αποδόθηκαν ευθύνες ή αποζημιώσεις στα θύματα.

Επιβάλλεται να διερευνηθεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που υπάρχουν στα μηνύματα. Η Αστυνομία επικεντρώνεται στο να διαψεύσει την αυθεντικότητα τους. Η ουσία είναι στις πληροφορίες που περιέχουν τα εν λόγω μηνύματα. Αν επιδεικνυόταν για τις πληροφορίες ο ίδιος ζήλος που επιδεικνύεται για να αποδειχτεί πως όσα δημοσίευσα είναι προϊόν μυθοπλασίας, σήμερα ίσως να μιλούσαμε για αληθινούς υπόπτους.

Νίκος Κληρίδης: Το πουλί πέταξε, η «Σάντη» δεν παρέδωσε το αυθεντικό κινητό

Ο νομικός Νίκος Κληρίδης εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της Αστυνομίας, μιλώντας στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο» για την υπόθεση «Σάντη», υποστηρίζοντας ότι οι έρευνες δεν είχαν ως στόχο τη διαλεύκανση της υπόθεσης αλλά τη συγκάλυψή της.

Όπως ανέφερε, εάν πραγματικός σκοπός των Αρχών ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας, τότε από την πρώτη στιγμή που άρχισαν να δημοσιοποιούνται τα μηνύματα από τον Μακάριος Δρουσιώτης, θα έπρεπε να είχαν εξασφαλιστεί άμεσα εντάλματα έρευνας και να είχαν κατασχεθεί οι τηλεφωνικές συσκευές των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται. Αντί αυτού, όπως είπε, δεν έγινε καμία ουσιαστική ενέργεια και πλέον «το πουλί πέταξε», αφού κρίσιμα τεκμήρια έχουν χαθεί.

Ο κ. Κληρίδης ισχυρίστηκε ότι το τηλέφωνο που παραδόθηκε από τη γυναίκα που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης δεν ήταν το επίμαχο κινητό στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, είχαν σταλεί τα μηνύματα. Ανέφερε πως παραδόθηκε άλλη συσκευή, στην οποία - όπως υποστήριξε - είχαν δημιουργηθεί μεταγενέστερα ψευδή μηνύματα κατά τα έτη 2025 και 2026, ενώ το αυθεντικό τηλέφωνο παραμένει άφαντο. Κατά τον ίδιο, αυτό συνέβη επειδή η Αστυνομία δεν κινήθηκε έγκαιρα για να εξασφαλίσει το πραγματικό τεκμήριο.

Αναφερόμενος στην έρευνα που έγινε στο σπίτι και στο γραφείο του, είπε πως δεν εντοπίστηκε τίποτα επιβαρυντικό, ενώ επικαλέστηκε και δεύτερη κατάθεση υπαλλήλου του γραφείου του, σύμφωνα με την οποία ουδέποτε παραδόθηκε οποιοδήποτε αντικείμενο από τη συγκεκριμένη γυναίκα προς φύλαξη ή μεταφορά.

Σε ό,τι αφορά τη δική του εμπλοκή, ο κ. Κληρίδης ανέφερε πως όταν η γυναίκα απευθύνθηκε σε αυτόν, ήταν ενήλικη, άνω των 40 ετών και μητέρα παιδιού. Υποστήριξε ότι πρώτο του μέλημα ήταν να τη συμβουλεύσει να καταγγείλει η ίδια στην Αστυνομία όσα ισχυριζόταν ότι υπέστη δεκαετίες πριν. Όπως είπε, εκείνη αρνήθηκε, και από τη στιγμή που ήταν ενήλικη, ο ίδιος δεν μπορούσε να προβεί σε καταγγελία χωρίς τη συναίνεσή της, επικαλούμενος το δικηγορικό απόρρητο.

Ο ίδιος απέρριψε επίσης τις αναφορές ότι έχει αποδειχθεί πλαστότητα του συνόλου του υλικού. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα από ένα ή δύο στοιχεία, όταν - όπως είπε - υπάρχουν εκατοντάδες μηνύματα με συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα και ακόμη και αριθμούς δικαστικών υποθέσεων, στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή του, δεν θα μπορούσαν εύκολα να έχουν κατασκευαστεί.

Ερωτηθείς για τη θέση του κ. Δρουσιώτη, ο οποίος φέρεται να μην υιοθετεί τους ισχυρισμούς περί βιασμού, ο κ. Κληρίδης απάντησε ότι ο ίδιος ούτε υιοθετεί ούτε απορρίπτει οτιδήποτε. Τόνισε, ωστόσο, πως το κράτος είχε καθήκον να διαφυλάξει τα τεκμήρια και να προχωρήσει σε ανεξάρτητη και σωστή διερεύνηση, με διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών.

Παράλληλα, χαρακτήρισε αδικαιολόγητη την έφοδο στην οικία και το γραφείο του, λέγοντας πως η Αστυνομία αντί να αναζητήσει εξαρχής τα επίμαχα τηλέφωνα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, επέλεξε να στραφεί εναντίον του, παρότι - όπως σημείωσε - είχε ήδη δώσει επτάωρη κατάθεση και είχε παραδώσει αποθηκευτικά μέσα USB με το σχετικό υλικό.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην κατάσχεση του προσωπικού του κινητού τηλεφώνου, το οποίο, όπως είπε, κρατήθηκε για τέσσερις ημέρες, παρότι αρχικά του είχε αναφερθεί ότι θα επιστρεφόταν εντός λίγων ωρών. Εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι στη συσκευή υπήρχαν προσωπικά δεδομένα, επαγγελματικές επικοινωνίες, στοιχεία πελατών αλλά και υλικό που αφορά άλλες σοβαρές υποθέσεις, μεταξύ αυτών και η υπόθεση Θανάσης Νικολάου.

Κλείνοντας, υποστήριξε ότι ακόμη και αν διοριστεί τώρα ανεξάρτητος ανακριτής, θα είναι πλέον αργά, καθώς - όπως ανέφερε - τα ουσιώδη τεκμήρια ήταν τα δύο επίμαχα τηλέφωνα, τα οποία δεν εξασφαλίστηκαν έγκαιρα.