Ειδήσεις

Υπόθεση Σάντυ: Στο μικροσκόπιο η γνησιότητα των ψηφιακών τεκμηρίων

Ειδικοί αναλύουν την υπόθεση Σάντυ: Τι ισχύει για φωτογραφίες και μηνύματα

Σημαντικές πτυχές της υπόθεσης Σάντυ ανέλυσαν ο δικανικός ψηφιακός εμπειρογνώμονας Αλέξης Μαύρος και ο δικηγόρος Γιάννης Γεωργιάδης, μιλώντας στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι» του Σίγμα. Οι δύο ειδικοί εστίασαν τόσο στη γνησιότητα των ψηφιακών τεκμηρίων όσο και στη νομική τους αξιοποίηση, αναδεικνύοντας κρίσιμα ζητήματα που επηρεάζουν την εξέλιξη της υπόθεσης.

Η αυθεντικότητα φωτογραφιών και μηνυμάτων

Ο Αλέξης Μαύρος ξεκαθάρισε ότι η τεχνολογία επιτρέπει την πιστοποίηση μιας εικόνας ως προς το αν έχει υποστεί επεξεργασία. Όπως εξήγησε, μέσω ειδικών εργαλείων και αλγορίθμων, όπως το λεγόμενο «hash», μπορεί να διαπιστωθεί αν μια φωτογραφία έχει δημοσιευθεί ξανά στο διαδίκτυο ή αν έχει αλλοιωθεί.

Ωστόσο, υπογράμμισε μια κρίσιμη διάκριση: ακόμη και αν μια φωτογραφία είναι αυθεντική ως αρχείο, αυτό δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο που απεικονίζει, όπως ένα μήνυμα σε οθόνη κινητού, είναι κατ’ ανάγκη αληθινό. Ένα screenshot ή μια φωτογραφία άλλης συσκευής μπορεί να είναι γνήσια ως εικόνα, αλλά όχι ως προς την αξιοπιστία του περιεχομένου της.

Πρωτογενής μαρτυρία και δικανικός έλεγχος

Καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη μιας τέτοιας υπόθεσης είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, η λεγόμενη «πρωτογενής μαρτυρία». Δηλαδή, η απευθείας εξέταση των συσκευών αποστολέα ή παραλήπτη από ειδικούς, ώστε να επιβεβαιωθεί αν τα επίμαχα μηνύματα έχουν όντως ανταλλαγεί.

Όπως επισημάνθηκε, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει γίνει πλήρως μέχρι στιγμής, γεγονός που δημιουργεί κενά στην τεκμηρίωση της υπόθεσης.

Νομικά ζητήματα και ιδιωτικότητα

Από την πλευρά του, ο Γιάννης Γεωργιάδης ανέδειξε τη νομική διάσταση του θέματος, τονίζοντας ότι ακόμη και αν τα μηνύματα αποδειχθούν αυθεντικά, ενδέχεται να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο.

Ο λόγος είναι ότι, εφόσον πρόκειται για ιδιωτική συνομιλία που αποκτήθηκε χωρίς συναίνεση, μπορεί να θεωρηθεί παράνομα ληφθείσα μαρτυρία, κάτι που προστατεύεται από το Σύνταγμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, όχι μόνο δεν θα είναι αξιοποιήσιμα ως αποδεικτικά στοιχεία, αλλά ενδέχεται να προκύπτουν και ποινικές ευθύνες για όσους τα απέκτησαν ή τα διέδωσαν.

Μάλιστα, όπως ανέφερε, το αδίκημα της υποκλοπής μπορεί να επισύρει πολύ πιο αυστηρές ποινές σε σχέση με άλλα συναφή αδικήματα, όπως η διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Αντιφάσεις και χειρισμοί των αρχών

Οι δύο ομιλητές στάθηκαν και στους χειρισμούς της υπόθεσης από τις αρμόδιες αρχές. Ο Γεωργιάδης εξέφρασε την άποψη ότι θα έπρεπε να υπάρξει άμεση και εις βάθος διερεύνηση από ανεξάρτητους ανακριτές, λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών και των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται.

Από την άλλη, ο Μαύρος διαφώνησε ως προς την ανάγκη άμεσων ερευνών σε όλους τους καταγγελλόμενους, επισημαίνοντας ότι για την έκδοση εντάλματος απαιτείται νόμιμη μαρτυρία που να δημιουργεί εύλογη υποψία. Χωρίς αυτήν, όπως είπε, υπάρχει κίνδυνος οι διαδικασίες να καταρρεύσουν νομικά.

Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην ανάλυση ψηφιακών αρχείων. Ο Αλέξης Μαύρος εξήγησε ότι οι ειδικοί μπορούν να εξετάσουν μεταδεδομένα, όπως ημερομηνίες δημιουργίας και επεξεργασίας, για να εντοπίσουν πιθανές αλλοιώσεις.

Παρόλα αυτά, προειδοποίησε ότι εφαρμογές όπως το WhatsApp ή το Viber συχνά τροποποιούν αυτά τα δεδομένα κατά την αποστολή αρχείων, γεγονός που δυσκολεύει την πλήρη ιχνηλάτηση και επιβεβαίωση της αυθεντικότητας.

Ζητούμενο η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη

Κλείνοντας, και οι δύο ειδικοί συμφώνησαν ότι το βασικό ζητούμενο είναι η ορθή και αντικειμενική διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως τόνισαν, πέρα από τις νομικές και τεχνικές λεπτομέρειες, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει η εμπιστοσύνη του κοινού προς τους θεσμούς και η διαφάνεια στους χειρισμούς.

Η υπόθεση Σάντυ, όπως φαίνεται, δεν αποτελεί μόνο ένα νομικό ή τεχνικό ζήτημα, αλλά και μια δοκιμασία για τη λειτουργία και την αξιοπιστία των θεσμών.