Κοκκινοχώρια: Η παραβίαση των αρχών ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης

Πολίτες που δικαιούνται στήριξη αδυνατούν να την εξασφαλίσουν, όχι λόγω έλλειψης δικαιώματος, αλλά λόγω έλλειψης πρόσβασης.

Στην εποχή της επιταχυνόμενης ψηφιοποίησης, η πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε μια διαδικασία που προϋποθέτει ψηφιακές δεξιότητες. Στην Κύπρο, αυτή η μετάβαση, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο εκσυγχρονισμού, εξελίσσεται σε μηχανισμό αποκλεισμού για τους κατοίκους των Κοκκινοχωριών και άλλων αγροτικών περιοχών. Ηλικιωμένοι, άνθρωποι της βιοπάλης στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, άτομα με περιορισμένη εξοικείωση με την εκπαίδευση και άτομα με αναπηρίες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που δεν μπορούν να κατανοήσουν ούτε να διαχειριστούν.

Η υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πλατφορμών για αιτήσεις επιδομάτων, υπηρεσιών υγείας ή άλλων βασικών παροχών δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις. Πολίτες που δικαιούνται στήριξη αδυνατούν να την εξασφαλίσουν, όχι λόγω έλλειψης δικαιώματος, αλλά λόγω έλλειψης πρόσβασης. Η ψηφιακή απαίτηση λειτουργεί ως άτυπο φίλτρο αποκλεισμού. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν παρέχεται ουσιαστική εναλλακτική επιλογή, ενώ την ίδια στιγμή η οικονομική στήριξη που προσφέρεται παραμένει ελάχιστη έως ανεπαρκής για να καλύψει βασικές ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Στην πράξη, αυτές οι ευάλωτες ομάδες βρίσκονται στο έλεος συγγενών, γειτόνων ή τρίτων προσώπων για να διεκπεραιώσουν ακόμη και τις πιο βασικές διαδικασίες. Αυτό δεν συνιστά κοινωνική πολιτική· συνιστά μετακύλιση ευθύνης και εγκατάλειψη. Το κράτος αποσύρεται από τον ρόλο του και μεταφέρει το βάρος στην άτυπη κοινωνική αλληλεγγύη.

Παράλληλα, η κοινωνική δομή μεταβάλλεται ραγδαία. Η νεότερη γενιά εγκαταλείπει την ύπαιθρο, αναζητώντας εργασία στα αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό. Η γεωργία και η κτηνοτροφία φθίνουν, ενώ οι τοπικές κοινότητες αποδυναμώνονται. Έτσι οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και άλλοι ευάλωτοι συμπολίτες μας μένουν μόνοι, χωρίς την αναγκαία υποστήριξη για ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός απρόσωπου, ψηφιακού κράτους.

Την ίδια στιγμή, οι διαδικασίες αναγνώρισης του ποιος θεωρείται «ευάλωτος» χαρακτηρίζονται από σύγχυση, καθυστερήσεις και διοικητική πολυπλοκότητα. Οι πολίτες καλούνται ν’ αποδείξουν επανειλημμένα την κατάστασή τους, μέσα από διαδικασίες που συχνά είναι ασαφείς και αποθαρρυντικές. Αντί το σύστημα να διευκολύνει, λειτουργεί ως πρόσθετο εμπόδιο, ενισχύοντας την αίσθηση αδικίας και ταλαιπωρίας.

Η απουσία τοπικών κέντρων εξυπηρέτησης, κοινωνικών λειτουργών και κινητών μονάδων καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο οξεία. Ταυτόχρονα, παρατηρούνται αδικαιολόγητες απαιτήσεις από πλευράς υπηρεσιών, όπου ευάλωτα άτομα -ιδιαίτερα άτομα με αναπηρίες- καλούνται να επωμιστούν σημαντικό οικονομικό κόστος για βασικές παρεμβάσεις που θα έπρεπε να παρέχονται δωρεάν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απαίτηση συνεισφοράς για την εγκατάσταση ανελκυστήρων σε προσφυγικά διαμερίσματα, μια πρακτική που προσβάλλει την έννοια της κοινωνικής πρόνοιας και δεν συνάδει με τα πρότυπα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.

Σε αντίθεση, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ψηφιακή εξυπηρέτηση συνοδεύεται από φυσικά κέντρα και τηλεφωνική υποστήριξη. Στη Δανία και τη Σουηδία, η ψηφιοποίηση εφαρμόζεται παράλληλα με εκπαίδευση και δυνατότητα εξαίρεσης για ευάλωτες ομάδες. Στη Γαλλία, κινητές μονάδες εξυπηρέτησης φτάνουν σε απομακρυσμένες κοινότητες, διασφαλίζοντας καθολική πρόσβαση.

Στην Κύπρο, αντίθετα, η νομοθεσία αναγνωρίζει δικαιώματα χωρίς να διασφαλίζει την πρακτική τους άσκηση. Η απουσία ρητής πρόνοιας για εναλλακτικούς τρόπους εξυπηρέτησης και η επιβολή οικονομικών βαρών σε ευάλωτους πολίτες δημιουργούν μια έμμεση αλλά ουσιαστική διάκριση. Πρόκειται για μια μορφή διοικητικής αδικίας που αντίκειται στις αρχές της ισότητας, της κοινωνικής προστασίας και της αξιοπρέπειας.

Απαιτούνται άμεσες και τολμηρές νομοθετικές παρεμβάσεις. Πρώτον, κατοχύρωση του δικαιώματος φυσικής παρουσίας και εξυπηρέτησης σε όλες τις βασικές υπηρεσίες. Δεύτερον, δημιουργία τοπικών κέντρων εξυπηρέτησης στα Κοκκινοχώρια και ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών. Τρίτον, θεσμοθέτηση κινητών μονάδων εξυπηρέτησης για απομακρυσμένες περιοχές. Τέταρτον, πλήρης κάλυψη βασικών υποδομών για άτομα με αναπηρίες χωρίς οικονομική επιβάρυνση. Πέμπτον, απλοποίηση και διαφάνεια στις διαδικασίες αναγνώρισης ευαλωτότητας.

Η εκπροσώπηση των Κοκκινοχωριών στη Βουλή οφείλει ν’ αναδείξει το ζήτημα με σαφήνεια και αποφασιστικότητα. Δεν πρόκειται για τεχνικό πρόβλημα· πρόκειται για πολιτική επιλογή που απαιτεί πολιτική λύση. Η ισότητα δεν μπορεί να είναι θεωρητική· πρέπει να είναι εφαρμόσιμη.

Η πρόοδος δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στον αποκλεισμό. Αν το κράτος επιθυμεί πραγματικό εκσυγχρονισμό, οφείλει να διασφαλίσει ότι κανένας πολίτης δεν μένει πίσω.

Η αλλαγή πολιτικής δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση.

*Πρόεδρος του Συνδέσμου Αμμοχώστου ΗΒ