Υγεία

Η αξία της επιστημονικής τεκμηρίωσης στη χάραξη πολιτικής Υγείας

Το παράδειγμα της Εθνικής Επιτροπής Θαλασσαιμίας και Λοιπών Αιμοσφαιρινοπαθειών (ΕΕΘΛΑ).

Σε μια εποχή κατά την οποία τα συστήματα υγείας καλούνται να ανταποκριθούν σε ολοένα και πιο σύνθετες προκλήσεις, εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων, αστάθειας και ενός διάχυτου κλίματος ανασφάλειας που διαπερνά όλους τους τομείς της καθημερινότητας, η αξία της τεκμηριωμένης, επιστημονικά καθοδηγούμενης πολιτικής καθίσταται πιο κρίσιμη από ποτέ. Η Εθνική Επιτροπή Θαλασσαιμίας και Λοιπών Αιμοσφαιρινοπαθειών (ΕΕΘΛΑ) συνιστά ένα χαρακτηριστικό και, θα έλεγε κανείς, ώριμο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η επιστημονική γνώση, όταν οργανώνεται θεσμικά και αξιοποιείται με συνέπεια, δύναται να μετατραπεί σε ουσιαστικό μοχλό διαμόρφωσης δημόσιας πολιτικής.

Η Ετήσια Έκθεση Πεπραγμένων 2025, η οποία παραδόθηκε πριν από λίγες μέρες στον Υπουργό Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νεόφυτο Χαραλαμπίδη, αποτυπώνει με πληρότητα όχι μόνο το εύρος, αλλά και το βάθος του έργου της Επιτροπής. Πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει τη στενή έννοια της συμβουλευτικής λειτουργίας και εκτείνεται στη χάραξη στρατηγικής, στη διασύνδεση φορέων και στην προώθηση εφαρμόσιμων, ρεαλιστικών και επιστημονικά τεκμηριωμένων λύσεων προς όφελος των ασθενών.

Η ΕΕΘΛΑ έχει σταδιακά εξελιχθεί σε έναν ουσιαστικό θεσμικό κόμβο που γεφυρώνει την κλινική πραγματικότητα με τη λήψη αποφάσεων. Η πολυσυλλεκτική της σύνθεση διασφαλίζει ότι οι εισηγήσεις και οι συστάσεις της δεν παραμένουν θεωρητικές, αλλά εδράζονται στην εμπειρία, στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και στις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτιστοποίηση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής πρόνοιας.

Κατά το 2025, η Επιτροπή προώθησε ένα συνεκτικό και πολυεπίπεδο πλέγμα παρεμβάσεων με μετρήσιμο αντίκτυπο. Η θεσμική της ενίσχυση μέσω της μετονομασίας και διεύρυνσής της, ώστε να καλύπτει το σύνολο των αιμοσφαιρινοπαθειών, η ουσιαστική πρόοδος στην ανέγερση του νέου Κέντρου Θαλασσαιμίας Λευκωσίας, καθώς και η συγκρότηση διεπιστημονικών ομάδων για την ολιστική κλινική διαχείριση των ασθενών, συνιστούν καθοριστικές τομές προς ένα πιο οργανωμένο και αποτελεσματικό σύστημα φροντίδας .

Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε, επίσης, η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός του Εθνικού Προγράμματος Πρόληψης των αιμοσφαιρινοπαθειών, μέσα από μια συστηματική διαδικασία αξιολόγησης και επανασχεδιασμού του, με στόχο την προσαρμογή του στις νέες δημογραφικές και επιδημιολογικές πραγματικότητες. Παράλληλα, προωθήθηκαν δράσεις που αφορούν την πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης της γονιδιακής θεραπείας, την ενίσχυση των διαγνωστικών υπηρεσιών, καθώς και τη σταδιακή ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων, όπως ο ηλεκτρονικός φάκελος ασθενούς.

Την ίδια στιγμή, η Έκθεση αναδεικνύει με νηφαλιότητα και τις υφιστάμενες προκλήσεις: καθυστερήσεις σε κρίσιμες υποδομές, ανάγκες περαιτέρω εκσυγχρονισμού προγραμμάτων και τεχνικά εμπόδια στην αξιοποίηση ερευνητικών δεδομένων. Οι προκλήσεις αντανακλούν τη δυναμική φύση ενός συστήματος που εξελίσσεται και επιδιώκει τη συνεχή βελτίωση μέσα από την αυτοκριτική και τον αναστοχασμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στήριξη της πολιτικής ηγεσίας αποκτά καίρια σημασία. Η σαφής δέσμευση του Υπουργού Υγείας, και της κυβέρνησης γενικότερα, να σταθεί αρωγός στο έργο της ΕΕΘΛΑ και να ενισχύσει περαιτέρω τη συνεργασία με την Επιτροπή, συνιστά μια ισχυρή βάση για τη συνέχιση και εμβάθυνση μιας παραγωγικής συνέργειας. Η εμπειρία έχει καταδείξει ότι όταν η πολιτεία και τα επιστημονικά σώματα λειτουργούν σε πνεύμα εμπιστοσύνης και συμπληρωματικότητας, το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα υγείας πιο ανθεκτικό, πιο δίκαιο και πιο αποτελεσματικό, κυρίως σε ό,τι αφορά τα σύνθετα, χρόνια νοσήματα.

Η περίπτωση της ΕΕΘΛΑ αναδεικνύει, ταυτόχρονα, μια ευρύτερη θεσμική ανάγκη: την ενίσχυση και ουσιαστική αξιοποίηση των Εθνικών Επιστημονικών Επιτροπών στο σύνολο του τομέα της υγείας. Οι επιτροπές αυτές αποτελούν φορείς τεκμηριωμένης γνώσης και πολύτιμους εταίρους στη διαδικασία χάραξης πολιτικής. Ωστόσο, η εμπειρία καταδεικνύει ότι όταν ο ρόλος τους παραμένει αποκλειστικά συμβουλευτικός, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς παρακολούθησης και εφαρμογής των εισηγήσεών τους, η δυναμική τους δεν αξιοποιείται πλήρως .

Η διεθνής πρακτική έχει καταδείξει ότι η ενίσχυση της θεσμικής υπόστασης των επιτροπών αυτών, η διασύνδεσή τους με τα κέντρα λήψης αποφάσεων και η καθιέρωση μηχανισμών αξιολόγησης της υλοποίησης των εισηγήσεών τους μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της αποδοτικότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας των συστημάτων υγείας.

Η επένδυση σε τέτοιες δομές δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων νοσημάτων ούτε εξαντλείται στη φροντίδα επιμέρους ομάδων ασθενών. Συνιστά επένδυση στον ίδιο τον πυρήνα της δημόσιας υγείας: στην ποιότητα, τη συνοχή και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του συστήματος.

Η Κύπρος έχει ήδη διαμορφώσει ένα αναγνωρίσιμο και διεθνώς αξιόπιστο αποτύπωμα στον τομέα των αιμοσφαιρινοπαθειών, μέσα από τη συνεπή πολιτική δέσμευση και τη συντονισμένη σύμπραξη του συνόλου της κοινωνίας. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η διατήρηση αυτού του κεκτημένου, αλλά η στρατηγική του εξέλιξη. Και αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη συστηματική, θεσμικά κατοχυρωμένη και ουσιαστική συνέργεια μεταξύ της πολιτείας και επιστημονικών σωμάτων, όπως η ΕΕΘΛΑ, προς όφελος όχι μόνο των ασθενών, αλλά της ίδιας της κοινωνίας και της βιωσιμότητας του συστήματος υγείας στο σύνολό του.

*BSC, MSc, PhD

Εκτελεστική Διευθύντρια Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας

Πρόεδρος Εθνικής Επιτροπής Θαλασσαιμίας

Πρώην Επικεφαλής του Κέντρου Αναφοράς Ιογενών Παθήσεων του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου

Πρώην Διευθύντρια του Συνεργαζόμενου Κέντρου Θαλασσαιμίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στην Κύπρο

Πρώην Πρόεδρος Παγκύπριας Συμμαχίας Σπανίων Παθήσεων