Διεθνή

«Ούτε πόλεμος, ούτε ειρήνη»: Η παγωμένη σύγκρουση με τις εφιαλτικές οικονομικές συνέπειες

Η σύρραξη ΗΠΑ - Ιράν έχει εισέλθει σε μια νέα και εξαιρετικά επιζήμια φάση

Η εύθραυστη εκεχειρία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν όχι μόνο δεν σηματοδότησε το τέλος της κρίσης, αλλά άνοιξε τον δρόμο για μία ακόμη πιο αβέβαιη και επικίνδυνη φάση. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να έχουν προσωρινά περιοριστεί, όμως η αντιπαράθεση συνεχίζεται με άλλα μέσα, όπως ναυτικούς αποκλεισμούς, επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, ενεργειακούς εκβιασμούς και σκληρή διπλωματία. Με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν στο επίκεντρο της σύγκρουσης, τις αγορές ν’ αντιδρούν νευρικά και τις τιμές του πετρελαίου να εκτοξεύονται, οι διεθνείς ανησυχίες για μια νέα ανάφλεξη εντείνονται. Αναλυτές προειδοποιούν ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη δεν αποκλιμακώνουν πραγματικά την ένταση, αλλά δοκιμάζουν καθημερινά τα όρια της πίεσης και της αποτροπής, σε ένα γεωπολιτικό σκηνικό όπου ακόμη και ένα μεμονωμένο επεισόδιο θα μπορούσε να πυροδοτήσει την επιστροφή στην πολεμική σύρραξη.

Δοκιμάζοντας τα όρια της πίεσης και της αποτροπής

Ειδικοί εξηγούν ότι πια η σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν έχει εισέλθει σε μια νέα και εξαιρετικά επιζήμια φάση. Πλέον βρισκόμαστε σ’ ένα «παραλυτικό» μεταίχμιο ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστά και τον κίνδυνο νέας κλιμάκωσης να πλανάται πάνω από την περιοχή.

Οι πύραυλοι και οι βομβαρδισμοί που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν, καθώς και τα αντίποινα της Τεχεράνης, έχουν προσωρινά ανακοπεί μετά την επ’ αόριστον παράταση της εκεχειρίας από τον Τραμπ. Ωστόσο, η μάχη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου, μαίνεται με αμείωτη ένταση, προκαλώντας πανικό στις αγορές και εκτινάσσοντας την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι την Τετάρτη.

Την ίδια ώρα, η ιρανική διαπραγματευτική ομάδα φέρεται να έχει υιοθετήσει σκληρότερη στάση, μετά την απόφαση της τελευταίας στιγμής να μη συμμετάσχει στις συνομιλίες που είχαν προγραμματιστεί γι’ αυτήν την εβδομάδα στο Ισλαμαμπάντ. Σύμφωνα με μεσολαβητές, η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αν δεν αρθεί πρώτα ο αποκλεισμός.

Ο διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο International Crisis Group, Αλί Βαέζ, μίλωντας στη Wall Street Journal, χαρακτήρισε την εκεχειρία «εκ φύσεως ασταθή», σημειώνοντας ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη αποκλιμακώνουν πραγματικά την ένταση στη θάλασσα, αλλά αντιθέτως δοκιμάζουν τα όρια της πίεσης και της αποτροπής. Όπως προειδοποίησε, όσο διατηρείται ο διπλός αποκλεισμός, κάθε παρενόχληση πλοίου, προειδοποιητική βολή ή κατάσχεση μπορεί ν’ αποτελέσει σπίθα γενικευμένης σύρραξης.

Ο Τραμπ διακήρυξε πάντως ότι ο αποκλεισμός θα συνεχιστεί, ώστε να διατηρηθεί η πίεση προς το Ιράν έως ότου ολοκληρωθούν οι συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών. Από την πλευρά του, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης έχει ξεκαθαρίσει ότι θα κρατήσει κλειστά τα Στενά για ό,τι χαρακτηρίζει «εχθρική ναυσιπλοΐα».

Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι Τουρκία, Πακιστάν και Αίγυπτος κατέβαλαν πυρετώδεις προσπάθειες την Τετάρτη για να επαναφέρουν τη διαδικασία διαλόγου σε τροχιά. ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζουν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα μέσω τρίτων χωρών, αλλά μέχρι στιγμής χωρίς ουσιαστική πρόοδο.

Η κυβέρνηση Τραμπ είχε επιβάλει τον αποκλεισμό νωρίτερα μέσα στον Απρίλιο, επιχειρώντας να εντείνει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη και ν’ ανακτήσει το στρατηγικό πλεονέκτημα μετά το κλείσιμο των Στενών από το Ιράν.

Οι οικονομικές επιπτώσεις

Οι νέες επιθέσεις σε εμπορικά πλοία καταδεικνύουν τον αργόσυρτο, αλλά επικίνδυνο πόλεμο φθοράς που εξελίσσεται στα ύδατα της περιοχής. Είχαν προηγηθεί την Τρίτη επιχειρήσεις αμερικανικών δυνάμεων στον Ινδικό Ωκεανό, όπου κατασχέθηκε δεξαμενόπλοιο μεταφοράς αργού πετρελαίου που είχε τεθεί υπό κυρώσεις για συνεργασία με το Ιράν.

Το ελληνικών συμφερόντων φορτηγό πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων Epaminondas, υπό σημαία Λιβερίας, υπέστη σοβαρές ζημιές έπειτα από πυρά ταχύπλοου των Φρουρών της Επανάστασης, σύμφωνα με το Κέντρο Θαλάσσιου Εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεύτερο εμπορικό πλοίο δέχθηκε επίσης επίθεση δυτικά των ιρανικών ακτών. Τρίτο πλοίο, το Francesca, συμφερόντων τής Mediterranean Shipping με έδρα τη Γενεύη, επλήγη ενώ ανέμενε να περάσει προς τον Κόλπο του Ομάν.

Παρά τα σοβαρά πλήγματα που έχει δεχθεί από αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, ο αποκαλούμενος «στόλος κουνουπιών» των Φρουρών της Επανάστασης, εκατοντάδες μικρά ταχύπλοα σκάφη κρούσης, εξακολουθεί ν’ αποτελεί σοβαρή απειλή για την εμπορική ναυσιπλοΐα. Η κίνηση πλοίων παραμένει υποτονική, καθώς απουσιάζουν αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας.

Η παρατεταμένη αστάθεια ενισχύει τον κίνδυνο ενός εφιαλτικού οικονομικού σεναρίου, στο οποίο τα Στενά θα παραμείνουν ουσιαστικά κλειστά για μήνες, επιτείνοντας τον πληθωρισμό και βαθαίνοντας την παγκόσμια επιβράδυνση.

Η αναλύτρια Ρέιτσελ Ζιέμπα, συνεργάτιδα του Center for a New American Security, προειδοποίησε ότι, όσο συνεχίζεται η κρίση, οι τιμές του πετρελαίου θα αυξάνονται και οι κίνδυνοι στασιμοπληθωρισμού θα εντείνονται, με άμεσες επιπτώσεις στους καταναλωτές διεθνώς.

Περισσότερα από 10 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου ημερησίως, περίπου το 10% της παγκόσμιας προσφοράς, έχουν εγκλωβιστεί στα Στενά. Το αυξημένο κόστος αναγκάζει ήδη επιχειρήσεις να περιορίζουν την κατανάλωση ενέργειας, ενώ οι καταναλωτές καλούνται ν’ απορροφήσουν τις ανατιμήσεις.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα ότι, σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης και υψηλών τιμών πετρελαίου, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να περιοριστεί μόλις στο 2% το 2026, επίπεδο το οποίο έχει καταγραφεί μόνο στις βαθύτερες πρόσφατες υφέσεις.

Οι ΗΠΑ εμφανίζονται καλύτερα θωρακισμένες λόγω της ισχυρής εγχώριας ενεργειακής παραγωγής και της δυναμικής ανάπτυξης στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, ούτε η αμερικανική οικονομία μένει ανεπηρέαστη. Ο πληθωρισμός ενισχύεται ήδη λόγω της ανόδου των τιμών των πρώτων υλών, ενώ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα μεταξύ αυστηρής νομισματικής πολιτικής και στήριξης της ανάπτυξης.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη δική της επιβράδυνση. Η αυξανόμενη έλλειψη αεροπορικού καυσίμου πλήττει αεροδρόμια σε όλη την ήπειρο. Η γερμανική Lufthansa ανακοίνωσε ότι θ’ ακυρώσει μέρος των ευρωπαϊκών δρομολογίων της και 20.000 πτήσεις μικρών αποστάσεων έως τον Οκτώβριο, σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης καυσίμων.

Τι θα γίνει αν καταρρεύσει η εκεχειρία

Ο Τραμπ ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την Τρίτη παράταση της εκεχειρίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, μόλις λίγες ώρες αφότου είχε απειλήσει με επανέναρξη των βομβαρδισμών αν δεν επιτυγχανόταν συμφωνία πριν από τη λήξη της ανακωχής την επόμενη ημέρα. Επικαλούμενος τη «σοβαρά διασπασμένη» ιρανική ηγεσία, δήλωσε ότι θ’ αναστείλει οποιαδήποτε νέα επίθεση μέχρι οι Ιρανοί αξιωματούχοι να παρουσιάσουν μια «ενιαία πρόταση» για ειρηνευτική συμφωνία, χωρίς ωστόσο να θέσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Δεν είναι η πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης που ο Τραμπ περνά από απειλές περί επικείμενης καταστροφής του Ιράν σε ανοίγματα υπέρ της διπλωματίας. Το γεγονός ότι έχει επανειλημμένα υπαναχωρήσει από σκληρές δηλώσεις δείχνει πως επιδιώκει τον τερματισμό ενός πολέμου που παραμένει αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ και έχει ήδη προκαλέσει διεθνή ενεργειακή κρίση.

Ωστόσο, η εκεχειρία εξακολουθεί να κρέμεται από μια κλωστή και παραμένει αβέβαιο αν θα υπάρξει νέος γύρος συνομιλιών. Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός στα ιρανικά λιμάνια παραμένει σε ισχύ, αν και ορισμένα πλοία φέρεται να περνούν, ενώ η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρό έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ.

Αναλυτές εξηγούν ότι η αντιφατική ρητορική και οι κινήσεις του Τραμπ καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, σε συνδυασμό με το ιστορικό στρατιωτικών ενεργειών κατά του Ιράν ενώ διεξάγονταν διαπραγματεύσεις, αποτελούν βασικούς λόγους για τους οποίους μια συνολική συμφωνία μοιάζει ακόμη μακρινή. Η Τεχεράνη, που χαρακτηρίζει τον αμερικανικό αποκλεισμό παραβίαση της εκεχειρίας, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν εμπιστεύεται τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Ο σύμβουλος του προέδρου του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής διαπραγματευτή Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, Μαχντί Μοχαμαντί, δήλωσε ότι η παράταση της εκεχειρίας «δεν σημαίνει τίποτα» και αποτελεί απλώς «τέχνασμα για αγορά χρόνου ενόψει αιφνιδιαστικού πλήγματος». Ο ίδιος ο Γκαλιμπάφ υποστήριξε την Τετάρτη ότι πλήρης εκεχειρία μπορεί να υπάρξει μόνο εφόσον τερματιστεί ο αμερικανικός αποκλεισμός.

Την ίδια ώρα, η αιτιολόγηση Τραμπ περί κατακερματισμένης ιρανικής ηγεσίας αποκαλύπτει και ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για διπλωματική λύση. Πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι βασικοί διαπραγματευτές της Τεχεράνης, μεταξύ αυτών και ο υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, δεν βρίσκονται στην ίδια γραμμή με τους σκληροπυρηνικούς των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, οι οποίοι εμφανίζονται να ενισχύουν τον έλεγχό τους στους κρατικούς μηχανισμούς.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν πέντε ανοιχτά ζητήματα, τα οποία δύνανται να καθορίσουν το μέλλον της σύγκρουσης. Αρχικά, η κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ παραμένει επίσης εξαιρετικά εύθραυστη. Και οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις από την έναρξη της συμφωνίας την περασμένη εβδομάδα, ακόμη κι ενώ συνεχίζονται οι διπλωματικές επαφές ανάμεσα στο Ισραήλ και τη λιβανική κυβέρνηση.

Η ανακωχή αυτή συνδέεται άμεσα με την εκεχειρία ΗΠΑ - Ιράν, αν και αρχικά Ισραήλ και ΗΠΑ είχαν αρνηθεί να συμπεριλάβουν τον Λίβανο στη συμφωνία, παρά τις πιέσεις της Τεχεράνης. Πριν από την ανακοίνωση δεκαήμερης ανακωχής στον Λίβανο στις 16 Απριλίου, η διαφωνία αυτή είχε φέρει τις συνομιλίες στο χείλος της κατάρρευσης.

Δεύτερο ανοιχτό ζήτημα είναι οι επόμενες κινήσεις του Τραμπ. Πριν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας υπήρχε έντονη φημολογία ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος εξέταζε αποστολή αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν, στο πλαίσιο σεναρίων που περιελάμβαναν ακόμη και την κατάληψη του στρατηγικής σημασίας νησιού Χαργκ ή την εξασφάλιση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου της χώρας.

Στρατιωτικοί αναλυτές έχουν προειδοποιήσει ότι μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και θα έθετε αμερικανικά στρατεύματα σε άμεσο κίνδυνο. Ωστόσο, οι επιλογές αυτές δεν έχουν αποσυρθεί από το τραπέζι.

Οι ΗΠΑ διατηρούν περισσότερους από 50.000 στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων πεζοναύτες, αλεξιπτωτιστές και ειδικές δυνάμεις, ενώ επιπλέον ενισχύσεις βρίσκονται καθ’ οδόν.

Μέχρι στιγμής, η μόνη επισήμως αναγνωρισμένη χερσαία επιχείρηση ήταν η αποστολή διάσωσης πληρώματος αμερικανικού μαχητικού που κατερρίφθη στις αρχές Απριλίου. Αν όμως η εκεχειρία καταρρεύσει, ο Τραμπ ενδέχεται να κρίνει αναγκαία την ανάπτυξη στρατευμάτων για αύξηση της πίεσης προς την Τεχεράνη.

Τρίτο ζήτημα είναι οι στρατιωτικές ικανότητες του Ιράν. Ο Τραμπ και κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες. Ο ίδιος δήλωσε ότι «εξουδετερώθηκε το Ναυτικό, η Αεροπορία και η ηγεσία» της χώρας.

Παρότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πόλεμος έχει επιφέρει σημαντικές απώλειες στην ιρανική ηγεσία και έχει αποδυναμώσει τις ένοπλες δυνάμεις, αυξάνονται οι ενδείξεις ότι η Ουάσιγκτον υπερέβαλε ως προς την έκταση των ζημιών. Ο επικεφαλής της αμερικανικής Υπηρεσίας Αμυντικών Πληροφοριών, αντιστράτηγος Τζέιμς Άνταμς, ενημέρωσε πρόσφατα το Κογκρέσο ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει χιλιάδες πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη αυτοκτονίας, ικανά να απειλήσουν αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις στην περιοχή.

Βασικό παραμένει και το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Δεδομένου ότι ο έλεγχός τους παραμένει αμφισβητούμενος ακόμη και κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η αντιπαράθεση θα συνεχιστεί αν αυτή τερματιστεί. Η δυνατότητα του Ιράν να παρακωλύει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά έχει αποδειχθεί το ισχυρότερο στρατηγικό του όπλο. Η Τεχεράνη φαίνεται αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει τον έλεγχο του περάσματος ως μέσο πίεσης ακόμη και μετά από πιθανή ειρηνευτική συμφωνία.

Τέλος, από την εξίσωση δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι Χούθι. Οι βασικοί σύμμαχοι του Ιράν, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν τον αποκλεισμό του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, της κρίσιμης θαλάσσιας οδού που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, εάν οι συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επαναληφθούν.

Τόσο οι Χούθι όσο και η Τεχεράνη έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αντίποινο. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την παγκόσμια οικονομία, η οποία ήδη δοκιμάζεται από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ.