Σάββα Ιακωβίδη: ΟΧΙ – Η διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας

Ο συγγραφέας καταδεικνύει την άρνηση της πλειοψηφίας του κυπριακού Ελληνισμού να μετατρέψει την Κυπριακή Δημοκρατία σε εργαστήρι πειραματισμών για τον περιορισμό της πολιτικής κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Προσφάτως κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ηλία Επιφανίου» το ογκώδες βιβλίο του πρώην αρχισυντάκτη της εφημερίδος «Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ», Σάββα Ιακωβίδη, με τίτλο: «ΟΧΙ Η διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βροντερή και σωτήρια απόρριψη του Σχεδίου Ανάν» (εκδόσεις Επιφανίου, 2026). Πρόκειται για μια επιλεχθείσα συλλογή 300 αναλύσεων και άρθρων επί του Σχεδίου Ανάν, από την αρχική υποβολή του το 2002 μέχρι και το 2006.

Μέσα από την αρθρογραφία μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Ο συγγραφέας καταδεικνύει ουσιαστικώς την άρνηση της πλειοψηφίας του κυπριακού Ελληνισμού να μετατρέψει την Κυπριακή Δημοκρατία σε εργαστήρι πειραματισμών για τον περιορισμό της πολιτικής κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συμφωνώ με τη διαπίστωση ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπήρξε η κατηγορηματική απόρριψη, από την ελληνική πλευρά, της προτάσεως να γίνει αποδεκτό ένα νέο κρατικό μόρφωμα, που θα ήταν χειρότερο από το υφιστάμενο και θα αναιρούσε τις κατακτήσεις του, όπως είναι οι εδραίοι δημοκρατικοί θεσμοί, το κράτος δικαίου, η ισχυρή οικονομία και θα ακύρωνε τα πολιτικά πλεονεκτήματα της εντάξεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν ήταν το προϊόν της λογικής μίας μακράς περιόδου διαπραγματεύσεων που στηρίζονταν σε εθελούσιες υποχωρήσεις προκειμένου να καταλογισθούν ευθύνες στην άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα σε κάθε νέο γύρο ο διάλογος, όποια μορφή και να είχε, άρχιζε νομοτελειακώς με τις τελευταίες υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς ως τις αρχικές της θέσεις. Παράλληλα, οι θέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς μετατοπίζονταν προς το αδιαλλακτότερο, χωρίς αποτελεσματική αντίδραση εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς. Πρόκειται για την περίοδο, κατά την οποία εισήχθησαν ως νεολογισμοί, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, στο πολιτικό και διπλωματικό λεξιλόγιο του Κυπριακού, έννοιες όπως «συνομιλίες άνευ όρων», «εκ περιτροπής προεδρία», «χαλαρή ομοσπονδία», «συστατικά ή συνιστώντα κράτη», «αποδοχή» (aknowledgement) του ψευδοκράτους, κ.ά. Η διολίσθηση του Κυπριακού αντανακλάται στην υποβολή του Σχεδίου Ανάν, το οποίο παρουσίαζε σοβαρά ελλείμματα στην εφαρμογή των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων των νομίμων κατοίκων του νησιού, στον σεβασμό των ελευθεριών τους, στην αποκατάσταση του δικαίου των προσφύγων, στις εδαφικές αναπροσαρμογές, στην παραμονή των εποίκων, στις εγγυήσεις για την ασφάλεια κ.ά.

Το αποτέλεσμα δεν αποτέλεσε άρνηση της λύσεως, αλλά αντίδραση στην ανασφάλεια που προκάλεσε η αβεβαιότητα της καταργήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ελλείψεως μηχανισμών που θα προφύλασσαν τους Κυπρίους σε περίπτωση καταρρεύσεως του πειράματος της λύσεως. Οι ασυνάρτητες και νεφελώδεις προοπτικές του Σχεδίου Ανάν και οι ψευδαισθήσεις για καλή πίστη της Τουρκίας στη μεταβατική περίοδο, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη την αβεβαιότητα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας (η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα), δεν ήταν τίποτε άλλο στα μάτια των Ελληνοκυπρίων παρά μία ανεξόφλητη επιταγή ελπίδας χωρίς αντίκρισμα.

Πολύ ευστόχως ο συγγραφέας επεξηγεί ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος εισήγαγε, άμεσα, μέσω της λαϊκής ετυμηγορίας, αυτό που η ελληνική πλευρά δεν θέλει να υπάρχει στη λύση:

Πρώτο, δεν πρόκειται ν’ αποδεχθεί κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ταυτόχρονη υιοθέτηση ενός πολιτικού συστήματος, που η λειτουργία του θα βρίσκεται υπό την κηδεμονία δικαστικών αποφάσεων.

Δεύτερο, δεν μπορεί η Τουρκία να είναι εγγυητής του προτεινομένου κρατικού μορφώματος με τον ταυτόχρονο αφοπλισμό του. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξεως, κανένα κράτος δεν χρειάζεται ούτε εξωτερικές εγγυήσεις, αλλά ούτε εκχώρηση της ασφάλειάς του σε δεσποτικά κράτη όπως η Τουρκία.

Τρίτο, η ελληνική πλευρά δεν μπορεί ν’ αποδεχθεί λύση που να νομιμοποιεί την παραμονή εποίκων, λαμβάνοντας υπόψη τα καταδικαστικά ψηφίσματα του ΟΗΕ γι’ αυτήν την πτυχή της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο.

Τέταρτο, δεν μπορεί να υπάρξει λύση που να απαιτεί από την ελληνοκυπριακή πλευρά συμβιβασμούς σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μόνιμες παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο. Η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς πρέπει να παραμένει αμετάκλητη σε ό,τι αφορά τις εκβιαστικές πιέσεις για υποχώρηση σε ζητήματα δημοκρατικών αρχών και πολιτικών κατακτήσεων του νεωτερικού Δυτικού πολιτισμού, οι οποίες πρυτανεύουν χωρίς εξαιρέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, θα ήταν στρατηγικό σφάλμα για την ελληνική πλευρά να δεχθεί «λύση» που έχει ως αφετηριακό σημείο την εξαγορά ελπίδων και ασαφών υποσχέσεων για σταδιακή επιστροφή κάποιων χιλιάδων προσφύγων έναντι άμεσων παραχωρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της καταργήσεως του τελευταίου καταφυγίου αξιοπρέπειας και ελευθερίας, που είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Η νόμιμη κρατική υπόσταση της Κύπρου αποτέλεσε την κόκκινη γραμμή υποχωρήσεων στις εκβιαστικές αξιώσεις των διεθνών διαμεσολαβητών. Ουδέποτε κατά το παρελθόν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εξέφρασε σε τέτοιο ύψιστο βαθμό το σύμβολο ενότητας και ελευθερίας για τους Κυπρίους.