Διεθνή

Πόλεμος στο Ιράν: Ένα αδιέξοδο με επικίνδυνα σενάρια χερσαίας επέμβασης

Ο Τραμπ φαίνεται να έχει παγιδευτεί σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο χωρίς προφανή διέξοδο

Καθώς η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν μαίνεται με αμείωτη ένταση, η αβεβαιότητα γύρω από την επόμενη ημέρα εντείνεται και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται. Παρά τις διαβεβαιώσεις της Ουάσιγκτον για γρήγορη ολοκλήρωση των στρατιωτικών στόχων, η πραγματικότητα στο πεδίο, οι αντιδράσεις των αγορών και η στάση της Τεχεράνης συνθέτουν ένα πολύ πιο σύνθετο και αβέβαιο σκηνικό. Με τις διπλωματικές προσπάθειες να παραμένουν στάσιμες και τα σενάρια κλιμάκωσης να επιστρέφουν στο προσκήνιο, το βασικό ερώτημα δεν αφορά μόνο τη διάρκεια του πολέμου, αλλά κυρίως το αν υπάρχει ρεαλιστική στρατηγική εξόδου.

Αδιέξοδο και αντιφάσεις

Περισσότερο από έναν μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης, ο Τραμπ φαίνεται να έχει παγιδευτεί σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο χωρίς προφανή διέξοδο. Οι συνομιλίες με το Ιράν για τον τερματισμό της κρίσης, στον βαθμό που έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, δεν δείχνουν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη πρόοδο. Οι βασικοί στόχοι που κατά καιρούς έχει θέσει ο ίδιος, όπως η αποτροπή απόκτησης πυρηνικού καυσίμου από την Τεχεράνη, η ενθάρρυνση του ιρανικού λαού ν’ ανατρέψει ένα καθεστώς που μεγάλο μέρος του πληθυσμού απορρίπτει και η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, παραμένουν μακρινές προοπτικές.

Αναλυτές παρατηρούν ότι η αντοχή του Ιράν στις πιέσεις αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι είχε υπολογίσει ο Αμερικανός Πρόεδρος, γεγονός που υποδηλώνει προετοιμασία και σχεδιασμό από τον αντίπαλό του. Παρά τις σημαντικές απώλειες στο οπλοστάσιό της, η χώρα διατηρεί ακόμη τη δυνατότητα να πλήττει το Ισραήλ με πυραύλους, κάτι που συνέβη ακόμη και την ώρα που ο Τραμπ μιλούσε δημοσίως το βράδυ της Τετάρτης.

Το τηλεοπτικό του διάγγελμα είχε στόχο να καθησυχάσει την αμερικανική κοινή γνώμη, επιχειρώντας ουσιαστικά να πείσει ότι το κόστος της σύγκρουσης θα είναι προσωρινό και ότι η επιστροφή στην κανονικότητα βρίσκεται προ των πυλών. Ωστόσο, οι αγορές, οι οποίες είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενες, δεν πείστηκαν. Μέσα σε λίγες ώρες από τη 19λεπτη ομιλία, οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν άνοδο, κυρίως επειδή δεν παρουσιάστηκε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για τον τερματισμό της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ, όπου δεξαμενόπλοια ουσιαστικά παραμένουν «όμηροι», με επιπτώσεις σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Ο ίδιος περιορίστηκε να δηλώσει ότι το πέρασμα «θ’ ανοίξει φυσικά» μόλις τελειώσει η σύγκρουση.

Στο παρόν στάδιο, ο Τραμπ φαίνεται να ακροβατεί μεταξύ πολλαπλών και συχνά αντικρουόμενων κατευθύνσεων. Δεν θα προκαλέσει μάλιστα καμιά έκπληξη εάν παρέλθει το χρονικό ορόσημο των δύο, τριών εβδομάδων που όρισε, χωρίς να αλλάξει τίποτα ουσιαστικό. Παράλληλα, η απειλή του να «επιστρέψει το Ιράν στη Λίθινη Εποχή», χωρίς να διευκρινίσει τους όρους που απαιτεί, θα σήμαινε κλιμάκωση του πολέμου, όχι αποκλιμάκωση.

Ειδικοί σημειώνουν βέβαια ότι οι αντιφάσεις δεν αποτελούν κάτι νέο για τον Αμερικανό Πρόεδρο. Έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι προσαρμόζει τα επιχειρήματά του ανάλογα με τη συγκυρία. Στην αρχή της σύγκρουσης είχε καλέσει τους Ιρανούς να εξεγερθούν και ν’ ανατρέψουν την κυβέρνηση, θέση που στη συνέχεια εγκατέλειψε, σημειώνοντας ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε πιθανότατα σε αιματοχυσία.

Το βράδυ της Τετάρτης δήλωσε ότι «η αλλαγή καθεστώτος δεν αποτελεί στόχο», αν και μετά τις πρώτες επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου είχε υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο. Πλέον υποστηρίζει ότι «η αλλαγή καθεστώτος έχει ήδη συμβεί λόγω του θανάτου των αρχικών ηγετών», εξισώνοντας ουσιαστικά την αλλαγή προσώπων με την αλλαγή πολιτικού συστήματος, μια θέση που ιστορικά δύσκολα ευσταθεί.

Σε ανάλυσή του στους NYT ο David Sanger εξηγεί ότι ο Τραμπ ακολουθεί μια τακτική που θυμίζει τις πρακτικές του στον χώρο των ακινήτων στη Νέα Υόρκη, επιχειρώντας να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Όμως, στον πόλεμο, και ο αντίπαλος διαμορφώνει τους όρους. Και η ιρανική πλευρά δείχνει να εκτιμά ότι μπορεί απλώς να περιμένει, ποντάροντας στη φθορά του Αμερικανού προέδρου. Παρά την έλλειψη ισχυρών συμμάχων, με την Κίνα να κρατά αποστάσεις, η Τεχεράνη φαίνεται να υπολογίζει ότι η πτώση των χρηματιστηρίων και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου θα επιταχύνουν την αμερικανική αποχώρηση.

Το ερώτημα, συνεπώς, παραμένει ανοιχτό. Θα αποσυρθούν οι αμερικανικές δυνάμεις εντός του χρονικού πλαισίου που ο ίδιος έθεσε ή θα υπάρξει κλιμάκωση με κίνδυνο παρατεταμένης εμπλοκής; Ο ίδιος έκανε λόγο για ολοκλήρωση των στρατιωτικών στόχων «σύντομα, πολύ σύντομα», επαναλαμβάνοντας νωρίτερα ότι η αποχώρηση θα μπορούσε να ξεκινήσει σε «δύο εβδομάδες», ίσως και λίγο αργότερα. Την ίδια στιγμή, όμως, έχει περιγράψει και επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να διαρκέσουν μήνες ή και χρόνια, όπως η κατάληψη του νησιού Χαργκ, απ’ όπου εξάγεται το 90% του ιρανικού πετρελαίου, μια κίνηση εύκολη θεωρητικά, αλλά εξαιρετικά δύσκολη στη διατήρησή της, δεδομένης της εγγύτητας με τις ιρανικές ακτές και της ευαλωτότητας των υποδομών.

Παράλληλα, ενώ τονίζει ότι το πρόβλημα των Στενών θα επιλυθεί από μόνο του, καλεί τους συμμάχους που εξαρτώνται από αυτά να επιδείξουν «καθυστερημένο θάρρος» και ν’ αναλάβουν δράση. Την ίδια ώρα, οι Ευρωπαίοι, εξοργισμένοι από την απουσία διαβούλευσης και θεωρώντας την επίθεση παράνομη, συζητούν τα επόμενα βήματά τους χωρίς αμερικανική συμμετοχή. Ο Βρετανός Πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι «δεν πρόκειται για δικό μας πόλεμο». Η ένταση με τους συμμάχους είναι εμφανής, με τον Τραμπ ν’ απειλεί ακόμη και με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, αν και παρασκηνιακά αναγνωρίζεται ότι οι ΗΠΑ θα χρειαστούν στήριξη, ιδίως για μακροχρόνια επιτήρηση των Στενών.

Ουσιαστικά, η ρητορική περί «Λίθινης Εποχής» ενισχύει την εικόνα σκληρής γραμμής, χωρίς ωστόσο να συνοδεύεται από ένα σαφές πολιτικό όραμα για το μέλλον του Ιράν. Δεν υπήρξε καμία αναφορά σε διπλωματικά ή οικονομικά κίνητρα, όπως άρση κυρώσεων ή επενδύσεις, ούτε σε πρωτοβουλίες απευθείας διαπραγμάτευσης.

Τα σενάρια επέμβασης

Για δεκαετίες, το ενδεχόμενο χερσαίας εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράν εθεωρείτο το ακραίο όριο κλιμάκωσης, αφού επρόκειτο για μια επιλογή υπερβολικά δαπανηρή για να ξεκινήσει και υπερβολικά αποσταθεροποιητική για να διατηρηθεί. Σήμερα, αυτή η παραδοχή δείχνει να υποχωρεί. Καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά της Τεχεράνης εντείνεται, σενάρια που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητα αποκτούν πλέον ρεαλιστική διάσταση. Το ερώτημα δεν είναι πια αν μια χερσαία εισβολή είναι εφικτή, αλλά από ποια κατεύθυνση θα μπορούσε να ξεκινήσει και αν θα μπορούσε ν’ αποδώσει στρατηγικά αποτελέσματα.

Με μια πρώτη ματιά, η γεωγραφία της περιφέρειας του Ιράν φαίνεται να προσφέρει πολλαπλά σημεία εισόδου, από τον Περσικό Κόλπο και τον Κόλπο του Ομάν έως τα δυτικά σύνορα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον αναλυτή του Foreign Policy, Arash Reisinezhad, αυτή είναι και η βασική πλάνη. Η ίδια γεωγραφία που καθιστά την εισβολή θεωρητικά εφικτή, την καθιστά ταυτόχρονα στρατηγικά επικίνδυνη. Οι εξωτερικές δυνάμεις ενδέχεται να διοχοτευτούν σε ένα περιορισμένο σύνολο θαλάσσιων «στενωπών», ενεργειακών κόμβων και συνοριακών διαδρόμων, που λειτουργούν όχι ως οδοί επιτυχίας, αλλά ως πυροδότες ευρύτερης κλιμάκωσης.

Η λογική αυτή αποτυπώνεται καθαρά σε πέντε κρίσιμα σημεία: το νησί Χαργκ, τα Στενά του Ορμούζ, τα νησιά Αμπού Μούσα και οι Μεγάλοι και Μικροί Τουνμπ, ο διάδρομος Τσαμπαχάρ–Κοναράκ και ο άξονας Αμπαντάν–Χοραμσάχρ. Κάθε ένα φαίνεται να προσφέρει πρόσβαση, κανένα όμως δεν εξασφαλίζει καθαρή διαδρομή προς στρατηγική επιτυχία.

Το νησί Χαργκ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η φαινομενική επιχειρησιακή ευκολία μετατρέπεται σε στρατηγικό κίνδυνο. Ως βασικός κόμβος εξαγωγής πετρελαίου, μέσω του οποίου διέρχεται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών, συγκεντρώνει τεράστια οικονομική σημασία σε έναν μικρό, εκτεθειμένο χώρο. Από καθαρά επιχειρησιακή σκοπιά, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσβασης, χωρίς βαθιά διείσδυση στην ιρανική ενδοχώρα. Ακριβώς όμως αυτό το χαρακτηριστικό το καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού ένα πλήγμα εκεί δεν θα παρέμενε τοπικό, αλλά θα μεταφερόταν άμεσα στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, προκαλώντας φόβους για τη συνολική ασφάλεια των υποδομών στον Περσικό Κόλπο και πυροδοτώντας πιθανές ιρανικές αντεπιθέσεις. Το πλεονέκτημα μετατρέπεται έτσι σε καταλύτη διεθνοποίησης της σύγκρουσης.

Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η περίπτωση των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ροής πετρελαίου. Συχνά αντιμετωπίζονται ως μοχλός ελέγχου τεράστιας στρατηγικής αξίας. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται για ένα σημείο που μπορεί απλώς να καταληφθεί, αλλά για ένα σύνθετο θαλάσσιο και εδαφικό σύστημα. Ο έλεγχός τους θα απαιτούσε επιχειρήσεις εναντίον του Μπαντάρ Αμπάς και του νησιού Κεσμ, δηλαδή ουσιαστικά έναν πόλεμο για την κατοχή εδάφους. Η διατήρηση αυτού του ελέγχου θα συνεπαγόταν μακροχρόνια παρουσία σε ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον, με συνεχή πίεση στις ενεργειακές αγορές και στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Τα νησιά Αμπού Μούσα και οι δύο Τουνμπ, παρότι έχουν περιορισμένη οικονομική αξία, φέρουν έντονο συμβολικό και γεωπολιτικό βάρος. Η κατάληψή τους δεν θα άλλαζε καθοριστικά τη στρατιωτική ισορροπία, ούτε θα άνοιγε δρόμο προς το εσωτερικό του Ιράν. Ωστόσο, λόγω της εμπλοκής τους σε εδαφικές διεκδικήσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μια τέτοια κίνηση θα είχε δυσανάλογες πολιτικές συνέπειες. Ένα φαινομενικά χαμηλού κόστους εγχείρημα θα μπορούσε έτσι να διευρύνει τη σύγκρουση χωρίς ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Στη νοτιοανατολική ακτή, ο διάδρομος Τσαμπαχάρ–Κοναράκ προβάλλει ως μια πιο «εύκολη» δίοδος, λιγότερο στρατιωτικοποιημένη και γεωγραφικά πιο ανοιχτή. Ωστόσο, η ευκολία πρόσβασης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη στρατηγική αξία. Δεν αποτελεί κρίσιμο ενεργειακό κόμβο, ούτε ελέγχει κάποιον παγκόσμιο θαλάσσιο «λαιμό». Το βασικό του μειονέκτημα είναι η απόσταση από τα οικονομικά και πολιτικά κέντρα βάρους της χώρας, γεγονός που θα μετέτρεπε οποιαδήποτε αρχική επιτυχία σε μακρά και δαπανηρή εκστρατεία.

Η πιο «άμεση» διαδρομή προς κρίσιμα εδάφη φαίνεται να είναι ο άξονας Αμπαντάν–Χοραμσάχρ, στη νοτιοδυτική, πετρελαιοπαραγωγό περιοχή του Ιράν. Όμως, μια τέτοια επιχείρηση δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα. Θα προϋπέθετε διέλευση μέσω Κουβέιτ και νότιου Ιράκ, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη διαδρομή που ακολούθησε ο Σαντάμ Χουσεΐν το 1980. Σήμερα, ωστόσο, το ιρακινό έδαφος δεν αποτελεί ουδέτερο πέρασμα. Ιρανόφιλες πολιτοφυλακές θα μπορούσαν να εμπλέξουν τις αμερικανικές δυνάμεις πριν καν φτάσουν στο ιρανικό έδαφος, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε πολυεπίπεδη αντιπαράθεση σε έναν ενιαίο σιιτικό γεωπολιτικό χώρο.

Ουσιαστικά, τα πιθανά σημεία εισόδου δεν συγκροτούν μια συνεκτική στρατηγική νίκης, αλλά έναν μηχανισμό κλιμάκωσης. Κάθε επιλογή παρέχει πρόσβαση, καμία όμως δεν εγγυάται ελεγχόμενη εξέλιξη. Οι στόχοι που μπορούν να προκαλέσουν ουσιαστική πίεση ενέχουν τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης, ενώ οι πιο περιορισμένες επιχειρήσεις δεν αποδίδουν στρατηγικά αποτελέσματα. Το δίλημμα είναι σαφές. Είτε περιορισμένη επίδραση είτε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Μια τέτοια κλιμάκωση θα επεκτεινόταν αναπόφευκτα σε ολόκληρο το ενεργειακό σύστημα του Περσικού Κόλπου, με πιθανές επιπτώσεις και στα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, όπου οι φιλοϊρανικοί Χούθι έχουν τη δυνατότητα να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια κρίση πολλαπλών «στενωπών» με παγκόσμιες συνέπειες.

Έτσι, παρότι μια χερσαία εισβολή στο Ιράν φαίνεται πλέον πιο πιθανή, η εντύπωση αυτή βασίζεται σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία της γεωγραφίας. Η Τεχεράνη δεν έχει απλώς προσαρμοστεί στο έδαφός της, αλλά το έχει μετατρέψει σε εργαλείο άμυνας. Βουνά, έρημοι, ακτογραμμές, νησιά και θαλάσσιες «στενωποί» λειτουργούν ως ενεργά στοιχεία μιας στρατηγικής που απορροφά πλήγματα, διαχέει τις δυνάμεις του αντιπάλου και αυξάνει το κόστος. Υπό αυτήν την έννοια, η γεωγραφία του Ιράν δεν διαμορφώνει απλώς τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις μετατρέπει σε γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας.