Μια διαφορετική ανάγνωση των φύλων
Η συζήτηση για τα φύλα στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, υπερβαίνει τους τομείς του δικαίου και της πολιτικής. Κυριότερα, αφορά τον τρόπο με τον οποίο εμπεδώνεται η (ανα)νοηματοδότηση των ανθρώπινων σχέσεων, εφόσον οι έννοιες «άνδρας» και «γυναίκα» λειτουργούν τόσο ως βιολογικές και κοινωνικές κατηγορίες, όσο και ως πεδία ερμηνείας τα οποία «επιδέχονται μεταβολών» ιστορικά και πολιτισμικά. Η θεώρηση της συμβολικής διάδρασης, υποστηρίζει ότι η κοινωνική πραγματικότητα συγκροτείται ως τέτοια, όταν εκλαμβάνεται ως κοινώς αποδεκτή συνισταμένη σε συλλογικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, η αρρενωπότητα και η θηλυκότητα αναδύονται ως παραστάσεις συμβόλων που καλλιεργούνται και διαιωνίζονται στον μέσα στον χρόνο.
Παραδοσιακά οι ρόλοι των φύλων παγιώθηκαν γύρω από μια κοινωνική ιεραρχία αντιλήψεων, εφόσον ο άντρας συνδέθηκε με την ισχύ και την λογική, ενώ η γυναίκα με τη φροντίδα και το συναίσθημα. Τούτες οι αντιλήψεις εδραιώθηκαν μέσα από κοινωνικούς θεσμούς, τον (προφορικό ή γραπτό) λόγο και καθημερινές πρακτικές. Ακολούθως, τα φεμινιστικά κινήματα που δημιουργήθηκαν κατά κανόνα αμφισβήτησαν αυτή την σταθερά, ώστε η γυναικεία ταυτότητα να διεκδικήσει αυτονομία και αναγνώριση πέρα από ετεροκαθορισμούς, με την ισότητα να τίθεται ως αίτημα δικαιωμάτων και αξίωση συμβολικής χειραφέτησης. Σε ορισμένες πλευρές της σύγχρονης εφαρμογής της όμως, η ισότητα ίσως ερμηνεύεται καθολικά ως θέση εξομοίωσης. Οι διαφορές εκλαμβάνονται ως εμπόδια προς υπέρβαση ή και σύγκρουση, οδηγώντας παράλληλα σε πρότυπα συμπεριφοράς που παραπέμπουν στην ομοιογένεια. Έτσι ανακύπτει το εύλογο ερώτημα, κατά πόσο η κοινωνική εξίσωση των φύλων, χωρίς αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων εκατέρωθεν, αποδυναμώνει το ίδιο το αίτημα που επιδιώκει να υπηρετήσει.
Η διάκριση ανάμεσα στην ισότητα και την ισοτιμία αποτελεί στοιχείο που φωτίζει το σχετικό θέμα. Η πρώτη αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων και πρόσβασης, ενώ η δεύτερη την αναγνώριση ισάξιων κοινωνικών ρόλων και προτύπων, μέσα στις δεδομένες διαφορές. Η ισοτιμία προϋποθέτει αποδοχή της ετερότητας ως μη ιεραρχημένης, δηλαδή χωρίς να απαιτεί εξομοίωση ή ομοιογένεια. Μάλιστα, δεδομένα από την ερευνητική βιβλιογραφία των κοινωνικών επιστημών, εισηγούνται ότι συγκριτικά οι άνδρες τείνουν να εμφανίζουν περισσότερα επιχειρηματικά χαρακτηριστικά και οι γυναίκες περισσότερα οργανωτικά χαρακτηριστικά. Κάτι που συνάγεται και από την γενικότερη εμπειρία των σκανδιναβικών κοινωνιών ιδιαίτερα στον τομέα της απασχόλησης, οι οποίες θεωρούνται κατ’ εξοχήν πρωτοπόρες σε αυτό το θέμα. Παρά τα υψηλά επίπεδα θεσμικής ισότητας, τα οποία μεταξύ άλλων εδραιώθηκαν από εφαρμοσμένες κοινωνικές πολιτικές και συναφείς νομοθεσίες, στατιστικά οι επαγγελματικές επιλογές μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένουν διαφοροποιημένες. Τούτη η εικόνα, καταδεικνύει ότι η άρση ενδεχόμενων δομικών εμποδίων, αντί να παραπέμπει σε σύγκλιση, μάλλον αποκαλύπτει βαθύτερες προσωπικές προτιμήσεις και πολιτισμικά μοτίβα. Στην ίδια συχνότητα, κινούνται και οι λεγόμενες ποσοστώσεις, οι οποίες επιχειρούν να διορθώσουν ιστορικές ανισορροπίες στη βάση μιας πολιτικής λογικής «καταμερισμού», ενισχύοντας την παρουσία υποεκπροσωπούμενων ομάδων. Αντίστοιχα όμως, φαίνεται να (ανα)διαρθρώνουν το συμβολικό πεδίο, καθώς η αριθμητική εκπροσώπηση ενδέχεται να υπονομεύει τα κριτήρια για ποιοτική αξιολόγηση. Μια τάση που μάλλον επισημαίνει τον βαθμό αντικειμενικότητας ή υποκειμενικότητας που επαφίεται σε κάθε θεσμική (διαρ)ρύθμιση.
Εδώ χρειάζεται να σημειωθεί ότι η κοινωνική ζωή συγκροτείται επίσης από θεσμικούς φορείς όπως την οικογένεια, την παιδεία, την εργασία, τη θρησκεία, την οικονομία, τις πολυώνυμες ιδεολογίες, που αναμφίβολα συνιστούν ενεργά στοιχεία διαμόρφωσης κοινωνικών σχέσεων. Τούτα αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για τον (ανα)σχηματισμό ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, ενώ ταυτόχρονα εμπεδώνουν ανάλογα τις έμφυλες κατηγορίες. Επιπρόσθετα, η τεχνητή νοημοσύνη συστήνει μια καινοτόμο μορφή γνωσιολογικής μεσολάβησης, υπερβαίνοντας την απλή επεξεργασία δεδομένων και συνδράμοντας στην διαμόρφωση οδών κατανόησης και πρόσληψης του ανθρώπου. Κάτι όπου με την παράθεση ιστορικά φορτισμένων πληροφοριών, ενδεχομένως να αναπαράγει υπάρχουσες ανισορροπίες και συγχρόνως να καθιστά αντίστοιχες τάσεις ορατές, λειτουργώντας αποκαλυπτικά για τις κοινωνικές προκαταλήψεις.
Συνεπώς, η μετάβαση από την ισότητα στην ισοτιμία, πρέπει να υπογραμμιστεί πως ούτε σημαίνει υποχώρηση των φεμινιστικών κατακτήσεων, αλλά ούτε και οποιαδήποτε απειλή. Σημαίνει ωρίμανση του πολύπλευρου και δημοκρατικού διαλόγου γύρω από τα φύλα, όπου η ανάγνωση των βιολογικών και κοινωνικών διαφορών, να απαντάται με ειλικρίνεια ως πολιτισμικό κεφάλαιο που εμπλουτίζει την συλλογική εμπειρία του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η ισοτιμία δεν συνεπάγεται την εξομοίωση και ομοιογένεια ή την υποταγή σε κατηγορίες που περιορίζουν την ανθρώπινη μοναδικότητα άνδρα και γυναίκας. Συνεπάγεται το επόμενο στάδιο κοινωνικών συντεταγμένων, αναφορικά με την συνύπαρξη συμπληρωματικών τρόπων σκέψης και δράσης μιας συνεχούς επικοινωνιακής διαδικασίας, έξω από το αυστηρό πλαίσιο ιεράρχησης και σαφώς παράλληλα με τις προκλήσεις που καταρτίζουν οι μετανεωτερικές συνθήκες.
*Κοινωνιολόγος