Αναλύσεις

Διαφθορά και θεσμική εμπιστοσύνη: Το πραγματικό κόστος

Σε μια εποχή όπου οι κοινωνίες δοκιμάζονται από αβεβαιότητα και μεταβαλλόμενες συνθήκες, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελεί τον πιο πολύτιμο πόρο.

Η διαφθορά στην Κύπρο συζητείται συχνά ως ηθικό ή νομικό πρόβλημα. Συνδέεται με σκάνδαλα, μεμονωμένες υποθέσεις, ευθύνες προσώπων και την ανάγκη τιμωρίας. Αυτή η προσέγγιση, αν και αναγκαία, παραμένει ανεπαρκής. Διότι η διαφθορά δεν είναι απλώς παρέκκλιση από τον κανόνα, αλλά δομικό φαινόμενο που επηρεάζει την ίδια τη λειτουργία του κράτους, τη δυναμική της οικονομίας και, κυρίως, το επίπεδο εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Το πραγματικό κόστος της διαφθοράς δεν αποτυπώνεται μόνο σε χρηματικούς όρους ή σε χαμένες ευκαιρίες. Αποτυπώνεται στην αποδιάρθρωση της θεσμικής αξιοπιστίας, στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής και στη σταδιακή απονομιμοποίηση της πολιτικής ηγεσίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η διαφθορά δεν είναι απλώς πρόβλημα διακυβέρνησης· είναι πρόβλημα δημοκρατίας.

Η έννοια της θεσμικής εμπιστοσύνης αποτελεί τον πυρήνα αυτής της συζήτησης. Οι πολίτες δεν αξιολογούν το κράτος μόνο με βάση τις υπηρεσίες που παρέχει, αλλά και με βάση το κατά πόσον θεωρούν ότι λειτουργεί δίκαια, αμερόληπτα και προς όφελος του συνόλου. Από κοινωνιολογική σκοπιά, η διαφθορά δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ατομικών επιλογών, αλλά προϊόν κοινωνικών δομών και πολιτισμικών προτύπων. Σε κοινωνίες όπου η προσωπική σχέση και η διαμεσολάβηση έχουν ισχυρό ρόλο, η γραμμή μεταξύ θεμιτής εξυπηρέτησης και αθέμιτης παρέμβασης γίνεται συχνά δυσδιάκριτη. Στην Κύπρο, αυτή η πολιτισμική διάσταση της διαφθοράς έχει ιστορικές ρίζες και συνδέεται με την εξέλιξη του κράτους σε ένα μικρό, κοινωνικά πυκνό περιβάλλον.

Η ανθρωπολογική προσέγγιση φωτίζει ακριβώς αυτήν την πτυχή. Η έννοια της «διευκόλυνσης» ή της «εξυπηρέτησης» δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή ως διαφθορά, αλλά ως μέρος μιας κουλτούρας αμοιβαιότητας. Ωστόσο, σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, αυτές οι πρακτικές δημιουργούν ανισότητες, υπονομεύουν την ισονομία και διαβρώνουν τη θεσμική εμπιστοσύνη. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η καταστολή της διαφθοράς, αλλά και η σταδιακή μεταβολή των κοινωνικών αντιλήψεων που την νομιμοποιούν.

Σε πολιτικό επίπεδο, η διαφθορά λειτουργεί ως παράγοντας αποσταθεροποίησης. Η πολιτική ηγεσία αντλεί τη νομιμοποίησή της από την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όταν αυτή η εμπιστοσύνη κλονίζεται, η ικανότητα λήψης και εφαρμογής αποφάσεων περιορίζεται. Οι μεταρρυθμίσεις καθίστανται πιο δύσκολες, οι αντιδράσεις εντείνονται και το πολιτικό σύστημα γίνεται πιο ευάλωτο σε λαϊκιστικές ή αντισυστημικές τάσεις.

Η οικονομική διάσταση της διαφθοράς είναι εξίσου σημαντική και συχνά υποτιμημένη. Η διαφθορά λειτουργεί ως «αόρατος φόρος» στην οικονομία. Αυξάνει το κόστος των συναλλαγών, δημιουργεί αβεβαιότητα, αποθαρρύνει τις επενδύσεις και μειώνει την αποδοτικότητα της κατανομής των πόρων. Επιχειρήσεις που λειτουργούν με διαφάνεια βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι εκείνων που αξιοποιούν αδιαφανείς πρακτικές, γεγονός που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό. Και η φήμη της χώρας ως επενδυτικού προορισμού επηρεάζεται άμεσα από την αντίληψη περί διαφάνειας και θεσμικής σταθερότητας.

Η σύνδεση μεταξύ διαφθοράς και ανάπτυξης δεν είναι θεωρητική. Είναι άμεση και μετρήσιμη. Κάθε καθυστέρηση σε μιαν αδειοδότηση, κάθε αδιαφανής διαδικασία, κάθε αμφισβητούμενη απόφαση δημιουργεί κόστος, όχι μόνο για τον άμεσα εμπλεκόμενο, αλλά για το σύνολο της οικονομίας. Το κόστος αυτό δεν εμφανίζεται στους προϋπολογισμούς, αλλά αποτυπώνεται στη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα και στις χαμένες ευκαιρίες.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πώς περιορίζεται η διαφθορά, αλλά πώς αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Απαιτεί συνδυασμό θεσμικών, πολιτικών και κοινωνικών παρεμβάσεων.

Σε θεσμικό επίπεδο, η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και διαφάνειας είναι απαραίτητη. Ανεξάρτητες Αρχές, σαφείς διαδικασίες, ψηφιοποίηση υπηρεσιών και πρόσβαση στην πληροφορία αποτελούν βασικά εργαλεία. Ωστόσο, η ύπαρξη θεσμών δεν αρκεί. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τη λειτουργική τους ανεξαρτησία και τη συνέπεια στην εφαρμογή των κανόνων.

Σε πολιτικό επίπεδο, η ηγεσία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Η στάση της πολιτικής ηγεσίας απέναντι στη διαφθορά καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά του διοικητικού μηχανισμού και την αντίληψη των πολιτών. Η ανοχή, ακόμη και σε μικρές παραβάσεις, δημιουργεί κουλτούρα ατιμωρησίας. Αντίθετα, η σαφής δέσμευση για διαφάνεια και λογοδοσία ενισχύει την εμπιστοσύνη.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η καταπολέμηση της διαφθοράς απαιτεί ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Η διαφάνεια δεν είναι μόνο ζήτημα κράτους, αλλά και κοινωνικής στάσης. Η ενίσχυση της Παιδείας, της ενημέρωσης και της κοινωνικής ευαισθητοποίησης συμβάλλει στη διαμόρφωση κουλτούρας μηδενικής ανοχής.

Το πιο δύσκολο, αλλά και πιο κρίσιμο, στοιχείο είναι η συνέπεια. Οι πολίτες δεν πείθονται από μεμονωμένες ενέργειες, αλλά από τη σταθερή εφαρμογή νόμων και κανόνων σε βάθος χρόνου. Η εμπιστοσύνη οικοδομείται αργά και εύθραυστα. Κάθε πισωγύρισμα, κάθε αμφιλεγόμενη απόφαση, κάθε καθυστέρηση στη λογοδοσία έχει πολλαπλασιαστικό αρνητικό αποτέλεσμα. Η Κύπρος δεν στερείται θεσμών, ούτε δυνατοτήτων. Διαθέτει το θεσμικό πλαίσιο και το ανθρώπινο δυναμικό για ν’ αντιμετωπίσει τη διαφθορά και να ενισχύσει τη θεσμική εμπιστοσύνη. Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από την αποσπασματική αντιμετώπιση σε μια συνεκτική στρατηγική, που να συνδέει τη διαφάνεια με την ανάπτυξη και τη λογοδοσία με τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Διότι, τελικά, η διαφθορά δεν είναι απλώς εμπόδιο στην καλή διακυβέρνηση. Είναι εμπόδιο στην ίδια την προοπτική της χώρας. Και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν αποτελεί μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά στρατηγική προτεραιότητα.

Συμπερασματικά, σε μια εποχή όπου οι κοινωνίες δοκιμάζονται από αβεβαιότητα και μεταβαλλόμενες συνθήκες, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελεί τον πιο πολύτιμο πόρο. Και αυτός ο πόρος δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος. Πρέπει να οικοδομείται καθημερινά, μέσα από πράξεις, συνέπεια και αποτελέσματα.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips