Ενέργεια

Η ρύθμιση στην αγορά ηλεκτρισμού και οι αναγκαίες εφαρμοστικές λεπτομέρειες

Η έναρξη της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού στην Κύπρο αποτελεί ένα σημαντικό βήμα εκσυγχρονισμού του τομέα ενέργειας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει δίκαιες τιμές και ομαλή λειτουργία της αγοράς. Σε μια αναδυόμενη αγορά ηλεκτρισμού όπως η κυπριακή, με κυρίαρχο παραγωγό, χρειάζονται στοχευμένοι ρυθμιστικοί κανόνες ώστε να μην δημιουργηθούν νέες στρεβλώσεις αντί να ενισχυθεί ο πραγματικός ανταγωνισμός.

Η ΡΑΕΚ έχει ήδη θέσει, στη Ρυθμιστική Απόφαση 01/2021 (ΚΔΠ 359/2021) «Δήλωση Ρυθμιστικής Πρακτικής και Μεθοδολογία Διατιμήσεων Ηλεκτρισμού», το γενικό πλαίσιο αποφυγής διεπιδότησης και ρυθμιστικής ανάκτησης κόστους. Οι διατιμήσεις και οι χρεώσεις ρυθμίζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τα έξοδα παροχής των υπηρεσιών, να προστατεύουν τους καταναλωτές και να αποφεύγουν τη διεπιδότηση και τη νόθευση του ανταγωνισμού. Ωστόσο, χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση για τις τιμές του κυρίαρχου παραγωγού στην προημερήσια αγορά και τη διαχείριση των υποχρεωτικά ενταγμένων μονάδων.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που πρέπει να ρυθμιστούν είναι οι τιμές που δηλώνει ο κυρίαρχος παραγωγός στην προημερήσια αγορά. Όσο η δραστηριότητα παραγωγής της ΑΗΚ εξακολουθεί να κατέχει θέση ισχύος στην παραγωγή, οι προσφορές της στην προημερήσια αγορά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως να προέρχονται από μια πλήρως ανταγωνιστική και ώριμη αγορά. Για τον λόγο αυτό, κατά τη διάρκεια της τρίτης δοκιμαστικής περιόδου θα έπρεπε να καθοριστεί σαφής μεθοδολογία κοστοστρεφών δηλώσεων (ρυθμιζόμενων προσφορών), ώστε οι τιμές του κυρίαρχου παραγωγού που δηλώνονται στην προημερήσια αγορά να αντανακλούν το πραγματικό μεταβλητό κόστος, τους τεχνικούς περιορισμούς και τις εύλογες ανάγκες ανάκτησης κόστους, χωρίς να επιτρέπεται μεταφορά κόστους από την προθεσμιακή αγορά, δηλαδή, από την ρυθμιζόμενη διατίμηση χονδρικής.

Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεωτικά ενταγμένες μονάδες. Οι μονάδες αυτές δεν εντάσσονται επειδή είναι πάντοτε οι φθηνότερες, αλλά επειδή το ηλεκτρικό σύστημα χρειάζεται αξιοπιστία, αδράνεια, εφεδρείες και τεχνική ασφάλεια λειτουργίας. Επομένως, κατά την διάρκεια της τρίτης δοκιμαστικής περιόδου η αποζημίωσή τους, για τον κυρίαρχο παραγωγό, θα έπρεπε να ρυθμιστεί με ξεκάθαρους κανόνες, χωρίς να επιτρέπεται μεταφορά κόστους από τη ρυθμιζόμενη διατίμηση χονδρικής ή τη αδιαφανή ανάκτησή του μέσω της αγοράς.

Παράλληλα, είναι αναγκαίο να εφαρμόζεται απολογιστική φυσική κατανομή στις υποχρεωτικά ενταγμένες μονάδες προς τους προμηθευτές πριν από την οικονομική εκκαθάριση. Η προσέγγιση αυτή είναι κρίσιμη, διότι οι υποχρεωτικά ενταγμένες μονάδες παρέχουν πραγματική φυσική υπηρεσία προς το σύστημα και η σχετική ενέργεια ή και το σχετικό κόστος δεν πρέπει να κατανέμονται με τρόπο που να αλλοιώνει εκ των υστέρων τις ανταγωνιστικές θέσεις των προμηθευτών. Αν δεν προηγείται απολογιστική φυσική κατανομή, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μέρος του κόστους αξιοπιστίας να μετατρέπεται αδιαφανώς σε στοιχείο εμπορικής εκκαθάρισης, δημιουργώντας άδικες επιβαρύνσεις.

Αυτό ακριβώς είναι και το κεντρικό ρυθμιστικό ζητούμενο. Να μην υπάρξει διεπιδότηση των επιτρεπόμενων εσόδων του κυρίαρχου παραγωγού μεταξύ της ρυθμιζόμενης διατίμησης χονδρικής, και των προσφορών του κυρίαρχου παραγωγού στην προημερήσια αγορά και στην αγορά εξισορρόπησης. Αν μέρος του κόστους του κυρίαρχου παραγωγού ανακτάται μέσα από ρυθμιζόμενες χρεώσεις και άλλο μέρος μέσα από τις προσφορές του στην προημερήσια αγορά ή από αμοιβές για υποχρεωτική ένταξη μονάδων, χωρίς σαφή ρυθμιστικό διαχωρισμό, τότε το αποτέλεσμα δεν θα είναι αγορά αλλά παραμορφωμένος μηχανισμός ανάκτησης εσόδων. Χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι κάθε κόστος ανακτάται μία μόνο φορά, από τον σωστό μηχανισμό και με διαφάνεια προς όλους τους συμμετέχοντες.

Η Ρυθμιστική Απόφαση 01/2021 ήδη στηρίζεται στην αρχή ότι οι διατιμήσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν τα έξοδα και ότι πρέπει να αποφεύγεται η διεπιδότηση. Άρα, το ζήτημα δεν είναι να θεσπιστεί κάτι εντελώς νέο, αλλά να εξειδικευτεί εφαρμοστικά ο τρόπος με τον οποίο το γενικό αυτό πλαίσιο θα λειτουργεί για τον κυρίαρχο παραγωγό στην προημερήσια αγορά και στις υποχρεωτικά ενταγμένες μονάδες. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο άνοιξαν ιστορικά οι αγορές ηλεκτρισμού σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα στην ΕΕ. Σταδιακά, με σαφείς κανόνες, διαχωρισμό δραστηριοτήτων, ρυθμιστική εποπτεία και προσεκτική μετάβαση από το μονοπώλιο στον ανταγωνισμό. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα και με όσα έχουν ήδη αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο μας, όπου προτάθηκαν δύο μηχανισμοί για τη αγορά ηλεκτρισμού της Κύπρου: (α) ο εκ των προτέρων μηχανισμός μείωσης της δυνατότητας εξάσκησης δύναμης στην αγορά (ex-ante market power mitigation mechanism) και (β) ο μηχανισμός εξομάλυνσης τιμολογιακών κραδασμών (price shock absorber). Η ρύθμιση των προσφορών του κυρίαρχου παραγωγού και των υποχρεωτικά ενταγμένων μονάδων αποτελεί, στην πράξη, συνέχεια της ίδιας λογικής για μια αγορά που θα λειτουργεί με διαφάνεια, έλεγχο της αγοραίας δύναμης και προστασία των καταναλωτών.

Η ανάγκη αυτής της ρύθμισης συνδέεται άμεσα και με μια άλλη λανθασμένη αντίληψη που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση. Ότι όσο αυξάνονται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τόσο μειώνεται αυτόματα και η τιμή του ηλεκτρισμού. Η αντίληψη αυτή είναι υπερβολικά απλουστευτική, διότι εξετάζει μόνο το κόστος παραγωγής μιας τεχνολογίας και όχι το συνολικό κόστος λειτουργίας ενός αξιόπιστου ηλεκτρικού συστήματος. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πιθανόν να μπορούν να μειώσουν το κόστος ηλεκτρισμού σε βάθος χρόνου, εφόσον συνοδεύονται από επαρκείς επενδύσεις σε ευελιξία, αποθήκευση, δίκτυα, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και κατάλληλη ρύθμιση αγοράς, που κατανέμει δίκαια το κόστος της αξιοπιστίας του ηλεκτρικού συστήματος.

Με άλλα λόγια, η σωστή συζήτηση δεν είναι αν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι «φθηνές» ή «ακριβές» από μόνες τους. Η σωστή συζήτηση είναι αν το ηλεκτρικό σύστημα στο σύνολό του μπορεί να παραμένει αξιόπιστο και οικονομικά δίκαιο όταν αυξάνεται η συμμετοχή μεταβλητών πηγών ενέργειας. Σε ένα μη διασυνδεδεμένο σύστημα όπως της Κύπρου, η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο έντονη, επειδή η ασφάλεια εφοδιασμού δεν μπορεί εύκολα να στηριχθεί σε γειτονικές αγορές.

Γι’ αυτό η ρύθμιση των τιμών που δηλώνει ο κυρίαρχος παραγωγός στην προημερήσια αγορά, η χωριστή και διαφανής αποζημίωση των υποχρεωτικά ενταγμένων μονάδων και η απολογιστική φυσική κατανομή των υποχρεωτικά ενταγμένων μονάδων πριν από την εκκαθάριση δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι βασικές προϋποθέσεις για να λειτουργήσει η αγορά ηλεκτρισμού με διαφάνεια, να προστατευθεί ο ανταγωνισμός και να μεταφερθούν στους καταναλωτές τα πραγματικά οφέλη μιας σωστά σχεδιασμένης ενεργειακής μετάβασης.

*Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων

Frederick University