Ο “Δούρειος Ίππος” της Ουάσιγκτον στην Καρδιά της Ευρώπης
Η νέα ηγεσία του NATO φαίνεται πως αντί να λειτουργεί ως γέφυρα συνοχής ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, εξελίσσεται σε καταλύτη νέων εντάσεων στο εσωτερικό της δυτικής συμμαχίας. Ο νέος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με διπλωματικούς κύκλους να κάνουν λόγο ακόμη και για «persona non grata» πολιτική συμπεριφορά απέναντι στους Ευρωπαίους ηγέτες.
Η στάση του κ. Ρούτε χαρακτηρίζεται από πλήρη ευθυγράμμιση με τη νέα αμερικανική στρατηγική που επιχειρεί να επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ. Αντί να υπερασπίζεται μια ισορροπημένη διατλαντική σχέση, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ εμφανίζεται να λειτουργεί ως πολιτικός εκφραστής των αμερικανικών πιέσεων προς την Ευρώπη, απαιτώντας μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική συμμόρφωση των ευρωπαϊκών κρατών μελών.
Η δυσφορία στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στο Βερολίνο αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εντάθηκε ιδιαίτερα μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις του για την κρίση στη Μέση Ανατολή. Ο κ. Ρούτε μετέφερε ουσιαστικά το μήνυμα της Ουάσιγκτον περί «ανεπαρκούς ευρωπαϊκής στήριξης», υιοθετώντας μια επιθετική ρητορική που πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεώρησαν προσβλητική και εκβιαστική. Η παρέμβασή του εκλήφθηκε ως προσπάθεια επιβολής αμερικανικής ατζέντας μέσω του ΝΑΤΟ, μετατρέποντας τη Συμμαχία από οργανισμό συλλογικής άμυνας σε μηχανισμό πολιτικής πειθαρχίας των Ευρωπαίων συμμάχων.
Η κατάσταση επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο Γενικός Γραμματέας συντάχθηκε πλήρως με την αμερικανική απόφαση για απόσυρση στρατευμάτων από τη Γερμανία, μια κίνηση που αρκετοί Ευρωπαίοι αναλυτές ερμήνευσαν ως μορφή στρατηγικού εκβιασμού προς το Βερολίνο. Παράλληλα, η πίεση που ασκήθηκε προς κράτη μέλη για χρήση στρατιωτικών βάσεων σε επιχειρήσεις εκτός ευρωπαϊκού εδάφους δημιούργησε σοβαρές πολιτικές και διπλωματικές τριβές.
Ο κ. Ρούτε προχώρησε ακόμη περισσότερο, προειδοποιώντας ανοιχτά την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην προχωρήσει στη δημιουργία αυτόνομων στρατιωτικών δομών και αμυντικών προτύπων που ενδέχεται να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς το ΝΑΤΟ. Η θέση αυτή θεωρήθηκε από αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ως ευθεία παρέμβαση στις στρατηγικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δηλώσεις του ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες» προκάλεσαν ιδιαίτερη ενόχληση, καθώς αντιμετωπίστηκαν ως υποτίμηση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων και ως προσπάθεια διατήρησης της αμερικανικής εξάρτησης της ηπείρου.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκάλεσαν οι δημόσιες εκκλήσεις του προς τα κράτη μέλη να προετοιμαστούν για μια ενδεχόμενη γενικευμένη σύγκρουση. Η πολεμική αυτή ρητορική, σε μια περίοδο ήδη αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, ερμηνεύτηκε από πολλούς κύκλους ως επικίνδυνη κλιμάκωση που απομακρύνει τη διπλωματία και ενισχύει τη λογική της στρατιωτικοποίησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης αλλά και πολιτικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν πλέον τη στάση του Γενικού Γραμματέα ως μορφή πολιτικής υποταγής στις αμερικανικές επιδιώξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αφήνουν να εννοηθεί πως ο κ. Ρούτε λειτουργεί ως «Δούρειος Ίππος» του Ντόναλντ Τραμπ μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ασφαλείας, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δημόσια διαφοροποίηση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης απέρριψε ξεκάθαρα τις θέσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ περί αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να οικοδομήσει αυτόνομη αμυντική και στρατηγική πολιτική.
Η παρέμβαση του Κύπριου Προέδρου αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος καθώς εκφράζει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή σχολή σκέψης που θεωρεί πως η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά ιστορική αναγκαιότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται πλέον να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό τη γεωπολιτική σκιά της Ουάσιγκτον ή αν θα αποκτήσει τη δυνατότητα ανεξάρτητης άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επιχειρεί να εκμεταλλευθεί τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών ζήτησε ανοικτά την ένταξη της Άγκυρας στις νέες πρωτοβουλίες ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας, επιχειρώντας να επανατοποθετήσει την Τουρκία ως αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο της Ευρώπης. Παράλληλα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας, τόσο λόγω γεωγραφικής θέσης όσο και λόγω στρατιωτικής ισχύος.
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο το μέλλον του ΝΑΤΟ, αλλά και το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να διαμορφώσει τη δική της ανεξάρτητη στρατηγική ταυτότητα. Και σε αυτή τη μάχη επιρροής, ο νέος Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας φαίνεται να έχει ήδη επιλέξει στρατόπεδο.