Γιατί ΔΕΝ μπορεί να υπάρξει δίκαιη λύση
Οι διεθνείς πιέσεις που δέχεται η τουρκική πλευρά είναι οριοθετημένες, γεγονός που της επιτρέπει να θέτει μαξιμαλιστικές απαιτήσεις χωρίς σοβαρό κόστος.
Ουδείς πλέον αμφιβάλλει σήμερα ότι το Κυπριακό απέχει πολύ από το να ευρίσκεται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η ελληνική πλευρά τούς διαμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή. Ελάχιστοι, όμως, αμφιβάλλουν ότι οι προσπάθειες επιλύσεως του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαίως και σταθερώς προς τις τουρκικές θέσεις.
Οι διεθνείς πιέσεις που δέχεται η τουρκική πλευρά είναι οριοθετημένες, γεγονός που της επιτρέπει να θέτει μαξιμαλιστικές απαιτήσεις χωρίς σοβαρό κόστος. Αν αρχίσουν συνομιλίες, η Τουρκία σίγουρα θα παρουσιάσει επικοινωνιακώς την έναρξη των συνομιλιών ως την εσχάτη υποχώρηση και θα απαιτεί ότι απ’ εδώ και πέρα θα πρέπει η ελληνική πλευρά ν’ αποδείξει πως θέλει λύση. Στα 52 σχεδόν έτη που έχουν περάσει από την εισβολή, η ελληνική πλευρά έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια υποχωρήσεων. Αυτήν τη στιγμή βρίσκεται σε αδιέξοδο με την πλάτη στον τοίχο. Από τη μια θα πρέπει να δείξει τη μεγίστη ευελιξία, προκειμένου να μη δώσει προσχήματα στον διεθνή παράγοντα για να επαναλάβει την πρακτική του 2004, που της καταλόγισε την ευθύνη για την απόρριψη του σχεδίου λύσης του ΟΗΕ. Στην κατάσταση που έχει περιέλθει σταδιακώς η ελληνική πλευρά, είναι πλέον διάχυτος ο φόβος ότι ένα νέο δημοψήφισμα εάν απορριφθεί δημοκρατικώς από τον λαό θ’ ανατρέψει στρατηγικούς στόχους που αφορούν οποιουσδήποτε άλλους εκτός από τους Έλληνες της Κύπρου, οι οποίοι θα κληθούν εκ νέου να πληρώσουν το κόστος της «απορρίψεως της λύσεως». Από την άλλη δεν μπορεί να κάνει βήμα πίσω, γιατί εάν καθ’ οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίσει στο ψευδοκράτος δικαίωμα κυριαρχίας, όπως απροκαλύπτως επιδιώκει η τουρκική πλευρά στις συνομιλίες, το Κυπριακό θα πάψει να έχει νόημα ως πρόβλημα. Από τη στιγμή που θ’ αποκτήσουν δικαίωμα κυριαρχίας, κανείς δεν θα μπορεί πλέον να πιέσει τους Τούρκους σ’ ένα πλαίσιο πολιτικής συνυπάρξεως με τους Έλληνες.
Τον στρατηγικό αυτό εγκλωβισμό, στον οποίο έχει περιέλθει η ελληνική πλευρά, γνωρίζει πολύ καλά ο διεθνής παράγοντας και ιδιαίτερα οι Βρετανοί. Σε αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται και η διαλεκτική της αρνητικότητας που ανέπτυξαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν οι ξένοι διαμεσολαβητές. Προσπαθούν να δημιουργήσουν μία υποκειμενική πραγματικότητα, έχοντας την απαίτηση από την ελληνική πλευρά να βλέπει το πρόβλημα και συνεπώς τη λύση του μέσα από τη δική τους οπτική. Έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν παραστάσεις λύσεως μέσω της διαλεκτικής της αρνητικότητας, κραδαίνοντας από τη μια την απειλή της τελευταίας ευκαιρίας και από την άλλη την απειλή της νομιμοποιήσεως της διχοτομήσεως. Εις αμφότερες τις περιπτώσεις η τελεολογία, η οποία κατασκευάζεται και προσφέρεται ως διέξοδος, είναι τραγική. Στην ουσία ποια επιλογή προδιαγράφεται για την ελληνική πλευρά; Αποδεχθείτε όσο το ταχύτερον μία ολιγότερο επώδυνη λύση. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες δεν έχουν πολλά περιθώρια ελιγμών, και αυτό οφείλεται στα αδιέξοδα στρατηγικής, άρα οι προσπάθειές τους, τελολογικώς, θα πρέπει να κατευθύνονται σύμφωνα με την πορεία που χάραξαν οι ξένοι διαπραγματευτές. Η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας σε επίπεδο μιας πολιτικής αναλύσεως είναι δυσάρεστο γεγονός. Το να γίνεται όμως πρακτική της πολιτικής ηγεσίας είναι συνάμα τραγικό.
Μετά το 1974, η στρατηγική Αθηνών και Λευκωσίας έχει εναποθέσει τις ελπίδες επιλύσεως του προβλήματος, σχεδόν αποκλειστικώς, στην ψευδαίσθηση πως τόσο ο εμπλεκόμενος αμερικανοβρετανικός παράγοντας όσο και ο ΟΗΕ θα ερμηνεύσουν το Διεθνές Δίκαιο όχι με κριτήριο τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες αλλά στη λογική αντικειμενικών αρχών «διεθνούς νομιμότητας». Με αυτόν τον τρόπο, αντί το Διεθνές Δίκαιο να ενισχύει την ελληνική πλευρά, οι λανθασμένες εκτιμήσεις για το ρόλο του στις διακρατικές σχέσεις προκάλεσαν σταδιακώς την αποδυνάμωσή της, την εγκατάλειψη πιο αποτελεσματικών προσεγγίσεων και τη σταδιακή επικράτηση των πολιτικών θέσεων της Τουρκίας.
Από την επικράτηση της θέσης ότι η επιδίωξη της αυτοδιαθέσεως τη δεκαετία του 1950 από τον κυπριακό λαό ήταν άδικη και λανθασμένη που κυριάρχησε μετά το 1974, σήμερα η ελληνική πλευρά έχει διολισθήσει σε ένα πλαίσιο λύσεως που στηρίζεται στη λογική ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν έχουν δικαίωμα διαβιώσεως στο πλαίσιο ενός ανεξαρτήτου κράτους υπό συνθήκες ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πως με βάση την αμετατόπιστη και αναλλοίωτη ηγεμονική παράσταση που επέβαλε η Τουρκία μετά το 1974, έχει δικαίωμα στρατηγικής εποπτείας της Κύπρου.
Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής αποκρυσταλλώνεται στο σημερινό πλαίσιο επιλύσεως του προβλήματος που χαρακτηρίζεται ως μία προσπάθεια ελαφράς βελτιώσεως της υφισταμένης καταστάσεως με κάποιες «συνοριακές διευθετήσεις» και με κάποιες πολιτειακές ρυθμίσεις.
Παραλλήλως, η αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής δημιουργεί διαρκώς κίνητρα στην Τουρκία και στους διεθνείς διαμεσολαβητές πως η υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς είναι άνευ ορίων εφόσον αυτή συνεχίζει να παραμένει εγκλωβισμένη και να τρέφεται ενδομύχως από τη διαλεκτική της αρνητικότητας.