Όσα δεν λέγονται στο γραφείο: Mια ψυχολογική ανάγνωση
Μιλούν με σύντομες φράσεις, με χιούμορ, με υπονοούμενα.
Στην εργασιακή καθημερινότητα οι άνθρωποι σπάνια περιγράφουν ευθέως αυτό που βιώνουν. Μιλούν με σύντομες φράσεις, με χιούμορ, με υπονοούμενα ή με έναν τόνο που κάνει την εμπειρία να φαίνεται μικρότερη απ’ ό,τι είναι. Όχι επειδή δεν έχουν επίγνωση τι τους συμβαίνει, αλλά επειδή η εργασία παραμένει ένας χώρος όπου η ευαλωτότητα δεν θεωρείται πάντα ασφαλής.
Ως εργασιακή ψυχολόγος, ακούω συχνά τις ίδιες διατυπώσεις. Δεν είναι απλώς προσωπικές αφηγήσεις. Είναι τρόποι να μιλήσουν οι άνθρωποι για την ταυτότητά τους, την αξία τους, την ανάγκη τους να ανήκουν και για το πόσο χώρο έχουν να είναι ο εαυτός τους μέσα στους Oργανισμούς όπου εργάζονται.
«Δεν έχω θέμα με τη δουλειά, απλώς έχω κουραστεί»
Πρόκειται για μιαν από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις ανθρώπων που αγαπούν αυτό που κάνουν. Η κούραση εδώ δεν είναι μόνο σωματική. Είναι βαθιά συναισθηματική. Είναι η εμπειρία τού να δίνεις συνεχώς χωρίς να ανανεώνεσαι. Είναι η απόσταση ανάμεσα στο νόημα που έχει η εργασία για σένα και στους πόρους που έχεις για να κάνεις σωστά τη δουλειά σου.
Πίσω από αυτήν τη φράση βρίσκεται συνήθως η ανάγκη για φροντίδα, για όρια και για αναγνώριση, όχι για λιγότερη δουλειά.
«Δεν μπορώ να πω όχι»
Σε ψυχολογικό επίπεδο, αυτή η φράση δεν αφορά τη διαχείριση χρόνου. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την αποδοχή. Για πολλούς εργαζομένους, η αξία τους συνδέθηκε νωρίς με το να είναι συνεργάσιμοι, διαθέσιμοι και «καλοί». Το «όχι» βιώνεται ως κίνδυνος απώλειας της εικόνας του αξιόπιστου ανθρώπου.
Έτσι, η υπερφόρτωση δεν είναι μόνο θέμα ρόλου. Είναι θέμα ταυτότητας.
«Όλα είναι επείγοντα»
Η συνεχής αίσθηση επείγοντος δημιουργεί μια κατάσταση μόνιμης εσωτερικής ενεργοποίησης. Ο εργαζόμενος δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει ένα έργο πριν αναλάβει το επόμενο, να νιώσει ικανοποίηση, να πάρει ψυχική απόσταση. Με τον καιρό, χάνεται η εμπειρία της αποτελεσματικότητας και αντικαθίσταται από μια διάχυτη αίσθηση ότι «τρέχω συνεχώς, αλλά δεν φτάνω πουθενά».
Αυτό δεν είναι μόνο οργανωτική δυσλειτουργία. Είναι μια εμπειρία απώλειας ελέγχου.
«Αν δεν το κάνω εγώ, δεν θα γίνει σωστά»
Η φράση αυτή ακούγεται ως επαγγελματισμός, αλλά συχνά κρύβει μια ταύτιση της προσωπικής αξίας με την απόδοση και μια δυσκολία εμπιστοσύνης. Το άτομο αναλαμβάνει περισσότερα απ’ όσα του αναλογούν όχι μόνο επειδή έχει υψηλά standards, αλλά επειδή το λάθος βιώνεται ως προσωπική αποτυχία.
Εξωτερικά πρόκειται για υψηλή υπευθυνότητα. Εσωτερικά για συνεχή ένταση και αδυναμία αποφόρτισης.
«Δεν θέλω να φαίνεται ότι δεν τα καταφέρνω»
Αυτή η φράση εμφανίζεται συχνά σε ικανούς και υπεύθυνους ανθρώπους. Δεν αφορά την πραγματική επάρκεια, αλλά τον φόβο της έκθεσης. Σε περιβάλλοντα με χαμηλή ψυχολογική ασφάλεια, το λάθος βιώνεται ως απειλή για την επαγγελματική ταυτότητα. Έτσι, η ανάγκη για βοήθεια δεν εκφράζεται και η δυσκολία παραμένει αόρατη.
Ο εργαζόμενος δεν προστατεύει απλώς την εικόνα του. Προστατεύει τη θέση του μέσα στο σύστημα.
Από τις φράσεις στις ανάγκες
Αν ακούσουμε αυτές τις φράσεις όχι ως παράπονα αλλά ως ψυχολογικά δεδομένα, αποκαλύπτονται πέντε βασικές ανθρώπινες ανάγκες στον εργασιακό χώρο:
- να ανήκω,
- να έχω επίδραση,
- να αναγνωρίζομαι,
- να έχω όρια,
- να βρίσκω νόημα.
Οι Οργανισμοί που ανταποκρίνονται σε αυτές τις ανάγκες δεν έχουν απλώς πιο ικανοποιημένους εργαζομένους. Έχουν ανθρώπους που μπορούν να επενδύσουν ουσιαστικά στον ρόλο τους.
Ακούγοντας διαφορετικά
Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν βρίσκεται στις πολιτικές ή στα προγράμματα ευεξίας. Βρίσκεται στον τρόπο που ακούμε.
Όταν ακούμε μόνο τις λέξεις, σχεδιάζουμε παρεμβάσεις. Όταν ακούμε τις ανάγκες, διαμορφώνουμε κουλτούρα.
Γιατί, τελικά, όταν οι άνθρωποι μιλούν για τη δουλειά τους, μιλούν για κάτι πολύ περισσότερο από τη δουλειά. Μιλούν για το πόσο χώρο έχουν να είναι άνθρωποι μέσα σε αυτήν.
Η εργασία δεν είναι μόνο τόπος απόδοσης. Είναι τόπος ταυτότητας. Και οι Οργανισμοί που το κατανοούν αυτό, δεν χρειάζεται να ζητούν περισσότερη δέσμευση, την δημιουργούν.
*Εργασιακή Ψυχολόγος, KPMG Κύπρου