Αναλύσεις

Ανάμεσα στους δείκτες και στην καθημερινότητα

Οι πολίτες έχουν κουραστεί από διακηρύξεις περί ανάπτυξης όταν οι ίδιοι δεν αισθάνονται ουσιαστική βελτίωση. Γι’ αυτό και οι κυβερνητικές αναφορές σε θετικές αξιολογήσεις χρειάζονται προσοχή.

Οι κυβερνητικές δηλώσεις για την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat για ρυθμό ανάπτυξης 3% το πρώτο τρίμηνο του 2026 στην Κύπρο, τον υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί προφανώς προσπάθεια της Kυβέρνησης να αναδείξει την εικόνα της οικονομίας που παραμένει σταθερή, αξιόπιστη και ανθεκτική μέσα σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Αναμφίβολα, η εξέλιξη αυτή έχει τη δική της σημασία. Η διατήρηση υψηλής αξιολόγησης δεν είναι αμελητέο γεγονός για μια μικρή οικονομία όπως η κυπριακή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο διεθνών αναταράξεων, πολεμικών συγκρούσεων, ενεργειακής αβεβαιότητας και γεωπολιτικής αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, η πραγματική πολιτική συζήτηση δεν εξαντλείται στους αριθμούς, ούτε στα θετικά μηνύματα των αγορών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον αυτή η εικόνα οικονομικής σταθερότητας μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Διότι ανάμεσα στις διεθνείς αξιολογήσεις και στη ζωή της μέσης κυπριακής οικογένειας υπάρχει σήμερα ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα αντίληψης.

Η Κυβέρνηση δικαιολογημένα προβάλλει ως επιτυχία τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη μείωση του δημόσιου χρέους και τη διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης. Πράγματι, σε σύγκριση με την περίοδο της οικονομικής κατάρρευσης του 2013, η κυπριακή οικονομία εμφανίζεται πολύ πιο σταθερή. Οι τράπεζες έχουν ενισχυθεί κεφαλαιακά, η ανεργία παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα και τα δημόσια οικονομικά δείχνουν ανθεκτικότητα. Η χώρα δεν αντιμετωπίζει σήμερα κίνδυνο χρεοκοπίας, ούτε συνθήκες μνημονιακής επιτήρησης.

Εντούτοις, για τον μέσο πολίτη, αυτές οι επιτυχίες συχνά μοιάζουν αφηρημένες. Η καθημερινότητα στην Κύπρο χαρακτηρίζεται από συνεχή πίεση στο κόστος ζωής, σε φαινόμενα διαφθοράς, στη στεγαστική ανασφάλεια, στην ακριβή ενέργεια, στα υψηλά επιτόκια και στη μισθολογική στασιμότητα σε σημαντικό μέρος της αγοράς εργασίας. Η οικονομία μπορεί να καταγράφει θετικούς δείκτες, αλλά η κοινωνία βιώνει έντονη ανασφάλεια. Και να μη μας διαφεύγει ότι, κεφάλαια που εισρέουν στην Κύπρο μέσω πρακτικών που συνδέονται με διαφθορά ή αδιαφανείς πολιτικές, όπως το πρόγραμμα των «χρυσών διαβατηρίων», διαδραματίζουν και αυτά φαινομενική βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών, όπως αύξηση επενδύσεων, ρευστότητα, ανάπτυξη ακινήτων και τραπεζικών καταθέσεων. Η φαινομενική αυτή εικόνα συμβάλλει και αυτή αριθμητικά σε θετικές αξιολογήσεις από διεθνείς οίκους σε επίπεδο ανάπτυξης ή δημοσιονομικών επιδόσεων, αφήνουν όμως σκιές ως προς το πραγματικό βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής συγκυρίας βρίσκεται ακριβώς εκεί. Η Κύπρος εμφανίζεται δημοσιονομικά ισχυρή, αλλά κοινωνικά εύθραυστη. Και αυτό δεν είναι μόνο κυπριακό φαινόμενο. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αίσθημα ευημερίας στους πολίτες. Η ανάπτυξη συχνά συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους τομείς και κοινωνικές ομάδες, ενώ μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι μένουν πίσω.

Η κοινωνία δεν αξιολογεί τις κυβερνήσεις με βάση ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά με βάση το αν ανταποκρίνεται στις καθημερινές ανάγκες της. Και εδώ η εικόνα είναι σύνθετη. Για ένα νεαρό ζευγάρι που αδυνατεί ν’ αγοράσει ή να ενοικιάσει κατοικία σε προσιτή τιμή, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας έχει περιορισμένη ψυχολογική αξία. Για έναν εργαζόμενο που βλέπει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του να απορροφάται από δάνεια, λογαριασμούς και υπεραγορές, οι διεθνείς αγορές δεν αποτελούν καθημερινή προτεραιότητα. Για τους συνταξιούχους που παλεύουν με το αυξημένο κόστος φαρμάκων, υπηρεσιών και διαβίωσης, η έννοια της «θετικής προοπτικής» δεν μεταφράζεται εύκολα σε αίσθημα ασφάλειας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αξιολογήσεις των οίκων και οι δημοσιονομικές προβλέψεις είναι αδιάφορες. Αντιθέτως, επηρεάζουν άμεσα το κόστος δανεισμού του κράτους, την επενδυτική εικόνα της χώρας και τη γενικότερη οικονομική σταθερότητα. Η διατήρηση εμπιστοσύνης από τους διεθνείς επενδυτές αποτελεί σημαντικό παράγοντα για μιαν ανοικτή οικονομία όπως η κυπριακή. Η Κυβέρνηση ορθά επιδιώκει να παρουσιάσει την Κύπρο ως σοβαρό και αξιόπιστο κράτος. Όμως, πολιτικά, η μεγάλη πρόκληση δεν είναι να πεισθούν οι οίκοι αξιολόγησης. Είναι να πεισθεί η κοινωνία ότι η οικονομική σταθερότητα δεν αφορά μόνο τους αριθμούς, αλλά και την ποιότητα ζωής. Διότι σήμερα, ένα σημαντικό μέρος των πολιτών θεωρούν ότι η οικονομία «πηγαίνει καλά για κάποιους άλλους». Αυτή η αίσθηση κοινωνικής απόστασης είναι ίσως ο μεγαλύτερος πολιτικός κίνδυνος για κάθε κυβέρνηση που στηρίζεται κυρίως στη γλώσσα των οικονομικών δεικτών.

Η κυπριακή πολιτική τάξη αντιμετωπίζει σήμερα ένα βαθύτερο πρόβλημα αξιοπιστίας. Οι πολίτες έχουν κουραστεί από διακηρύξεις περί ανάπτυξης όταν οι ίδιοι δεν αισθάνονται ουσιαστική βελτίωση. Γι’ αυτό και οι κυβερνητικές αναφορές σε θετικές αξιολογήσεις χρειάζονται προσοχή. Αν δεν συνοδεύονται από ορατές κοινωνικές παρεμβάσεις, κινδυνεύουν να εκληφθούν ως επικοινωνιακή διαχείριση και όχι ως πραγματική απάντηση στα προβλήματα της κοινωνίας. Αν το Υπουργείο Οικονομικών συνδέσει τη δημοσιονομική σταθερότητα με αποτελεσματικές πολιτικές στέγασης, ουσιαστική ενίσχυση της μεσαίας τάξης, ουσιαστική στήριξη της μαθητικής και φοιτητικής αριστείας, απτή αντιμετώπιση της ακρίβειας, και βελτίωση της ποιότητας και αποτελεσματικότητας της δημόσιας υπηρεσίας και διοίκησης, τότε οι θετικές αξιολογήσεις θ’ αποκτήσουν πραγματικό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Αν όμως η οικονομική επιτυχία παραμείνει κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο αριθμών και διεθνών εκθέσεων, τότε η κοινωνική δυσαρέσκεια θα συνεχίσει να μεγαλώνει κάτω από την επιφάνεια.

Συμπερασματικά, οι πολίτες δεν ζουν μέσα στις αξιολογήσεις και προβλέψεις. Ζουν μέσα στους λογαριασμούς, στα ενοίκια, στους μισθούς, στο φοιτητικό κόστος σπουδών, στη μειωμένη ποιότητα και αποτελεσματικότητα της δημόσιας υπηρεσίας και διοίκησης, και στην αβεβαιότητα της καθημερινότητας. Και εκεί κρίνεται πάντοτε η πραγματική επιτυχία ή αποτυχία μιας οικονομικής πολιτικής.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University