Η ιταλική πολιτική στη Μεσόγειο περνά μέσα από τη Λιβύη
Για να κατανοήσει κανείς τις σημερινές αμφισημίες της ιταλικής στάσης έναντι του Ελληνισμού και της Τουρκίας, είναι αναγκαίο να ξεκινήσει από τη λιβυκή διάσταση και από τη σύνθετη σχέση Ρώμης–Παρισιού
Η Λιβύη αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν κομβικό άξονα της ιταλικής παρουσίας στη Μεσόγειο, τόσο σε ενεργειακό όσο και σε γεωστρατηγικό επίπεδο. Μετά το 2011, όμως, η ιστορική πρωτοκαθεδρία της Eni άρχισε να υποχωρεί υπό την πίεση νέων ευρωπαϊκών και περιφερειακών δυνάμεων, κυρίως της Γαλλίας, η οποία υποστήριξε αποφασιστικά τη Δυτική επέμβαση κατά του Μουαμάρ Καντάφι. Πίσω από τα επίσημα επιχειρήματα συνυπήρχαν και βαθύτερα γεωπολιτικά και ενεργειακά συμφέροντα: το Παρίσι επεδίωκε να περιορίσει την ιταλική επιρροή στον λιβυκό ενεργειακό τομέα, ενισχύοντας παράλληλα τη δική του παρουσία στη Βόρεια Αφρική και στη ζώνη του φράγκου CFA.
Η σύγχρονη Λιβύη φέρει ακόμη έντονα τα ίχνη της ιταλικής αποικιακής περιόδου. Η ενοποίηση της Τριπολίτιδας, της Κυρηναϊκής και του Φεζάν εδραιώθηκε κατά την ιταλική διοίκηση, όταν για πρώτη φορά δημιουργήθηκε μια ενιαία κρατική και διοικητική δομή σε ιστορικά διακριτές περιοχές. Μετά την ανεξαρτησία, οι περιφερειακές αντιθέσεις παρέμειναν ισχυρές, αποκαλύπτοντας τη διαχρονική ευθραυστότητα της λιβυκής κρατικής συγκρότησης.
Με το πραξικόπημα του 1969 και την άνοδο του Καντάφι, η Ιταλία αναγκάστηκε αρχικά να υποχωρήσει, ιδίως μετά την εκδίωξη της ιταλικής κοινότητας. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, οι σχέσεις Ρώμης–Τρίπολης αποκαταστάθηκαν σταδιακά, κυρίως λόγω της ενεργειακής αλληλεξάρτησης. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, οι διμερείς σχέσεις έφθασαν στο ζενίθ τους, με αποκορύφωμα τη Συνθήκη Φιλίας του 2008 και τις εντυπωσιακές επισκέψεις του Λίβυου ηγέτη στη Ρώμη.
Η ισορροπία αυτή κατέρρευσε το 2011, όταν η Ιταλία προσχώρησε, έστω και με εμφανείς επιφυλάξεις, στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση. Η Γαλλία του Ν. Σαρκοζί διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ οι ΗΠΑ υποστήριξαν τελικά την αλλαγή καθεστώτος χωρίς να διαμορφώσουν ένα βιώσιμο σχέδιο για τη μετακανταφική εποχή. Το αποτέλεσμα ήταν η αποσύνθεση της λιβυκής ισορροπίας και η δημιουργία ενός κενού εξουσίας, το οποίο γρήγορα αξιοποίησαν εξωτερικοί δρώντες.
Μεταξύ αυτών, η Τουρκία αναδείχθηκε στον πλέον δυναμικό παίκτη. Η Άγκυρα επανήλθε σε μια περιοχή που ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έως τον ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911–1912, ενισχύοντας τη στρατιωτική και πολιτική της παρουσία στην Τρίπολη.
Παράλληλα, η τουρκική επιρροή επεκτάθηκε και στο Κέρας της Αφρικής , από τη Σομαλία έως την Αιθιοπία και την Ερυθραία , στο πλαίσιο μιας ευρύτερης θαλάσσιας στρατηγικής που συνδέει τη Μεσόγειο με τον Ινδικό Ωκεανό.
Σε απάντηση, η Γαλλία, η Αίγυπτος και εν μέρει η Ελλάδα στήριξαν το ανατολικό στρατόπεδο της Βεγγάζης και του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ, μετατρέποντας τη Λιβύη σε πεδίο περιφερειακού ανταγωνισμού. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό υπήρξε το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο θαλάσσιων ζωνών του 2019, το οποίο αμφισβητεί ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο, περιορίζοντας γεωπολιτικά τη σημασία της Κρήτης και της Κύπρου στο πλαίσιο της τουρκολιβυκής αντίληψης περί θαλάσσιων ορίων.
Η λιβυκή κρίση κατέδειξε επίσης ότι η χώρα εξακολουθεί ν’ αποτελεί ένα μωσαϊκό φυλών, πολιτοφυλακών και τοπικών εξουσιών, που αδυνατούν να μετασχηματιστούν σε ένα συνεκτικό σύγχρονο κράτος. Ο Καντάφι είχε ουσιαστικά «παγώσει» αυτές τις διαιρέσεις, χωρίς ποτέ να τις υπερβεί. Για την Ιταλία, το χάος στη Λιβύη είχε και άμεσες επιπτώσεις στο μεταναστευτικό: εάν άλλοτε οι ροές ελέγχονταν μέσω συμφωνιών με το καθεστώς Καντάφι, σήμερα η Ρώμη είναι υποχρεωμένη να διαπραγματεύεται με τοπικές Αρχές, φυλές και ένοπλες ομάδες μέσα σε ένα εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιταλική στάση στη Μεσόγειο διαφοροποιείται από τη γαλλική. Ενώ το Παρίσι υιοθετεί συχνά πιο ανοιχτά αντιτουρκική γραμμή, η Ρώμη επιλέγει μια περισσότερο πραγματιστική και ισορροπημένη προσέγγιση, επιδιώκοντας να διατηρήσει σχέσεις τόσο με την Άγκυρα όσο και με τον ελληνοκυπριακό άξονα. Από τη μια πλευρά συνεχίζεται η βιομηχανική συνεργασία Ιταλίας–Τουρκίας στους τομείς της άμυνας και της αεροδιαστημικής· από την άλλη, η Ιταλία ενισχύει τους δεσμούς της με την Αθήνα και τη Λευκωσία μέσω ναυτικής παρουσίας και στρατιωτικής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, επιχειρώντας να λειτουργήσει ως λεπτή ισορροπιστική δύναμη στο νέο μεσογειακό τοπίο.
Για να κατανοήσει κανείς τις σημερινές αμφισημίες της ιταλικής στάσης έναντι του Ελληνισμού και της Τουρκίας, είναι αναγκαίο να ξεκινήσει από τη λιβυκή διάσταση και από τη σύνθετη σχέση Ρώμης–Παρισιού, μια αντιπαλότητα που υπερβαίνει τη Μεσόγειο και συνδέεται με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές ισορροπίες και τη σχέση με τη Γερμανία. Στο αποκορύφωμα της κρίσης του 2011, ο Ιταλός διπλωμάτης και ιστορικός Σέρτζιο Ρομάνο είχε προειδοποιήσει ότι η Γαλλία και η Ιταλία όφειλαν ν’ αναλάβουν από κοινού την ευθύνη μιας σταθερής μεταπολεμικής μετάβασης στη Λιβύη, αποφεύγοντας τις βραχυπρόθεσμες λογικές που είχαν ήδη στιγματίσει τη Δυτική πολιτική στην περιοχή. Όπως είχε χαρακτηριστικά επισημάνει, «από την ενότητα της Ευρώπης εξαρτάται σήμερα το μέλλον της Λιβύης». Τα γεγονότα που ακολούθησαν, ωστόσο, ανέδειξαν την απουσία μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής: περισσότερο από γεωπολιτική δύναμη, η ΕΕ εμφανίζεται συχνά ως πεδίο σύγκρουσης αποκλινόντων εθνικών συμφερόντων, μια δυναμική που αφορά όχι μόνο τη Λιβύη, αλλά και το Κυπριακό και συνολικά τις ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου.
*Γεωπολιτικός Αναλυτής