Αναλύσεις

Η επόμενη μέρα των εκλογών και το σενάριο ενός κεντροδεξιού μετώπου

Οι χθεσινές βουλευτικές εκλογές ανέδειξαν ένα νέο κοινοβουλευτικό συσχετισμό, αλλά και κάτι βαθύτερο, δηλαδή την επιτάχυνση μιας πολιτικής αναδιάταξης που βρίσκεται σε εξέλιξη και που πλέον αγγίζει άμεσα το στρατηγικό μέλλον της διακυβέρνησης του Προέδρου Χριστοδουλίδη. Πίσω από τα ποσοστά, τις έδρες και τις δημόσιες δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών, διαμορφώνεται ήδη μια έντονη κινητικότητα γύρω από το ενδεχόμενο συγκρότησης ενός ευρύτερου κεντροδεξιού μετώπου εξουσίας, με ορίζοντα όχι μόνο τη σταθεροποίηση της παρούσας κυβέρνησης αλλά και τις προεδρικές εκλογές του 2028.

Το αποτέλεσμα της κάλπης δημιούργησε μια πολιτική πραγματικότητα με δύο βασικά χαρακτηριστικά. Από τη μια, την επιβεβαίωση ότι ο χώρος του κέντρου και της κεντροδεξιάς εξακολουθεί να αποτελεί την κυρίαρχη κοινωνική και εκλογική δύναμη στην Κύπρο, και από την άλλη, τη βαθιά κρίση εκπροσώπησης του παραδοσιακού κομματικού συστήματος. Η πρωτιά του Δημοκρατικού Συναγερμού με 27,1%, με συμβολή και ψηφοφόρων του Προέδρου Χριστοδουλίδη, διατηρεί τον ΔΗΣΥ ως τον βασικό πυλώνα του πολιτικού συστήματος, όμως το αποτέλεσμα απέχει πολύ από τις εποχές κυριαρχίας του κόμματος. Την ίδια στιγμή, η μεγάλη αποχή, που ξεπέρασε το 33%, καταγράφει μια κοινωνία κουρασμένη, καχύποπτη και πολιτικά αποστασιοποιημένη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πραγματική πολιτική συζήτηση δεν αφορά τόσο το ποιος «κέρδισε» τις βουλευτικές εκλογές, αλλά το ποιος μπορεί να οικοδομήσει βιώσιμη πλειοψηφία εξουσίας. Και εδώ αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερη σημασία το παρασκήνιο που ήδη αναπτύσσεται ανάμεσα στο Προεδρικό, τμήματα του ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ και πρόσωπα του ευρύτερου κεντροδεξιού χώρου. Ήδη από τις αρχές της άνοιξης υπήρχαν πληροφορίες για ανεπίσημες επαφές μεταξύ στελεχών του Προεδρικού και παραγόντων του ΔΗΣΥ που θεωρούν ότι η διαρκής αντιπαράθεση με τον Νίκο Χριστοδουλίδη δεν αποδίδει πολιτικά ούτε στρατηγικά. Η εκλογική επίδοση του κόμματος, παρότι του έδωσε την πρωτιά, δεν δημιούργησε δυναμική εξουσίας. Αντίθετα, ενίσχυσε τη συζήτηση ότι χωρίς κάποια μορφή επαναπροσέγγισης με το προεδρικό στρατόπεδο, ο ΔΗΣΥ κινδυνεύει να παραμείνει σε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής ημι-αντιπολίτευσης.

Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, αφορά τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Παρά την εκλογική πρωτιά, το κόμμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει στρατηγικό αδιέξοδο. Η ηγεσία του κατάφερε να συγκρατήσει σημαντικό μέρος της κομματικής βάσης, αλλά όχι να αποκαταστήσει πλήρως την εσωτερική συνοχή μετά τη διάσπαση του 2023. Οι χθεσινές επιδόσεις δεν δημιουργούν αίσθηση δυναμικής επιστροφής στην εξουσία. Αντιθέτως, ενισχύουν το δίλημμα για αυτόνομη πορεία μέχρι το 2028 ή σταδιακή επαναπροσέγγιση με το Προεδρικό.

Σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν, υπάρχουν ήδη ανεπίσημα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ προσώπων του ευρύτερου προεδρικού περιβάλλοντος και στελεχών του ΔΗΣΥ που ανησυχούν για τον κίνδυνο μακράς παραμονής του κόμματος στην αντιπολίτευση. Οι συζητήσεις αυτές αφορούν κυρίως τη σταδιακή διαμόρφωση συνθηκών πολιτικής συνεννόησης σε ζητήματα οικονομίας, εξωτερικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η Κυβέρνηση φαίνεται να προετοιμάζεται για μια τέτοια εξέλιξη. Οι πληροφορίες περί πιθανού ανασχηματισμού μετά το καλοκαίρι αποκτούν πλέον νέο νόημα. Στο Προεδρικό θεωρούν ότι η δεύτερη φάση της διακυβέρνησης χρειάζεται βαθύτερη πολιτική θωράκιση. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται να δούμε άνοιγμα προς προσωπικότητες με σαφέστερο κεντροδεξιό και φιλοευρωπαϊκό προφίλ, ακόμη και πρόσωπα που προέρχονται ιστορικά από τον ΔΗΣΥ. Ένα τέτοιο σενάριο θα είχε διπλή στόχευση. Αφενός να περιορίσει τη δυνατότητα της αντιπολίτευσης να εμφανίζει την κυβέρνηση ως πολιτικά απομονωμένη, και αφετέρου να δημιουργήσει από νωρίς μια άτυπη προεκλογική συμμαχία για το 2028.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το γεγονός ότι παρά τη φθορά της εξουσίας, δεν αναδείχθηκε κάποιος ξεκάθαρος πολιτικός αντίπαλος με προεδρική δυναμική. Το στοιχείο αυτό θεωρείται κομβικό. Στο Προεδρικό εκτιμούν ότι η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης και η αδυναμία του ΔΗΣΥ να επανέλθει σε επίπεδα ηγεμονίας δημιουργούν αντικειμενικά πλεονεκτήματα για τον εν ενεργεία Πρόεδρο. Την ίδια στιγμή όμως, υπάρχει και έντονος προβληματισμός. Η ενίσχυση αντισυστημικών και ακραίων δυνάμεων, η αποχή και η διάχυτη κοινωνική δυσπιστία δείχνουν ότι το παραδοσιακό πολιτικό μοντέλο φθείρεται με γρήγορους ρυθμούς. Το Προεδρικό γνωρίζει ότι μια απλή αναπαραγωγή της συμμαχίας του 2023 δεν αρκεί πλέον.

Γι’ αυτό και ο σχεδιασμός φαίνεται να στηρίζεται σε τρεις άξονες, τη διεύρυνση προς τον κεντροδεξιό χώρο, τη σταδιακή επανασύνδεση με μετριοπαθή συναγερμικά ακροατήρια και τη δημιουργία εικόνας πολιτικής σταθερότητας σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας. Οι εξελίξεις στο Κυπριακό, ο αναβαθμισμένος ρόλος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα ζητήματα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο θα αξιοποιηθούν έντονα προς αυτή την κατεύθυνση.

Το μεγάλο πρόβλημα για την Κυβέρνηση παραμένει η απουσία ισχυρού κοινωνικού αφηγήματος. Παρά τις διεθνείς πρωτοβουλίες και την εικόνα εξωστρεφούς ηγεσίας, σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να θεωρεί ότι η διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη δεν έχει ακόμη παρουσιάσει σαφές όραμα για την οικονομία, την καθημερινότητα και το κράτος.Και εδώ ακριβώς θα κριθεί τελικά η προοπτική ενός νέου κεντροδεξιού μετώπου. Αν η Κυβέρνηση καταφέρει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια να συνδυάσει πολιτική σταθερότητα με απτά αποτελέσματα, τότε η προοπτική ευρύτερης συσπείρωσης γύρω από τον Χριστοδουλίδη θα ενισχυθεί σημαντικά. Αν όμως συνεχιστεί η εικόνα διαχείρισης χωρίς βαθύτερη πολιτική κατεύθυνση, οι φυγόκεντρες τάσεις θα ενταθούν και οι σημερινές διεργασίες θα παραμείνουν απλώς μια ακόμη άσκηση πολιτικής τακτικής.

Συμπερασματικά, το μόνο βέβαιο είναι ότι από σήμερα το πρωί η πολιτική συζήτηση στην Κύπρο δεν αφορά πλέον τις βουλευτικές εκλογές. Αφορά ήδη το 2028.