Η διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη μπροστά στο 2028
Η πολιτική συζήτηση στην Κύπρο δεν αφορά πλέον τις βουλευτικές εκλογές, αλλά το 2028. Και η πολιτική εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα γύρω από τη διακυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη αντίφαση. Από τη μια πλευρά, ο Πρόεδρος εξακολουθεί να διατηρεί ένα αξιοσημείωτο προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο, κυρίως λόγω της μετριοπαθούς δημόσιας εικόνας του, της διπλωματικής του εμπειρίας, της καινοτόμου και επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής και δράσης, και της απουσίας μιας ισχυρής και ενοποιημένης αντιπολιτευτικής πρότασης. Από την άλλη, όμως, η Κυβέρνηση εμφανίζει σοβαρά συμπτώματα πολιτικής αναβλητικότητας και κόπωσης, διοικητικής αμφιταλάντευσης, αργοπορίας και μειωμένης σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεσματικότητας, και στρατηγικής ασάφειας.
Το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών και κυρίως το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αποχής, που άγγιξε περίπου το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος, δεν αποτελεί μόνο μια συγκυριακή εκδήλωση δυσαρέσκειας προς την πολιτική ηγεσία, τους θεσμούς και τον τρόπο λειτουργίας του Κράτους. Αποτελεί προειδοποίηση βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος. Και αυτή η κρίση αγγίζει άμεσα και την Προεδρία Χριστοδουλίδη. Διότι, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος εξελέγη ως υποψήφιος «υπέρβασης» των κομματικών στεγανών, μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί ότι το μοντέλο διακυβέρνησης που οικοδομήθηκε τελικά δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά από τις παθογένειες του παρελθόντος.
Το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα της διακυβέρνησης είναι η αίσθηση έλλειψης σαφούς πολιτικής πυξίδας. Η Κυβέρνηση παρουσιάζει συχνά εικόνα αποσπασματικής διαχείρισης της καθημερινότητας, χωρίς ένα συνεκτικό εθνικό αφήγημα για το πού επιδιώκει να οδηγήσει τη χώρα μέχρι το 2028. Υπάρχουν πρωτοβουλίες, εξαγγελίες, καινοτόμες πρωτοβουλίες και επιμέρους πολιτικές, όμως απουσιάζει η μεγάλη πολιτική ιδέα που θα δημιουργούσε κοινωνική κινητοποίηση και πολιτική συσπείρωση. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα σε τρία πεδία. Πρώτον, στην οικονομία σε σχέση με το κόστος ζωής και τη διαβίωση των πολιτών, δεύτερον, στη θεσμική αξιοπιστία, και τρίτον, στο Κυπριακό.
Στην οικονομία, παρά τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αισθάνεται πραγματική βελτίωση στην καθημερινότητά του. Το κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση για νέους και μεσαία τάξη, οι τιμές ενέργειας και η αίσθηση κοινωνικής ανισότητας δημιουργούν μια υπόγεια κοινωνική πίεση. Οι πολίτες ακούουν για ανάπτυξη, αλλά δεν τη βιώνουν στην προσωπική τους ζωή.
Παράλληλα, στο επίπεδο θεσμών, πολιτικής ηθικής και φαινομένων διαφθοράς, η Κυβέρνηση δεν κατάφερε να πείσει ότι σηματοδοτεί πραγματική τομή με το παρελθόν. Υποθέσεις που σχετίζονται με διαπλοκή, συγκρούσεις συμφερόντων, αδυναμίες διαφάνειας ή αμφιλεγόμενους διορισμούς ενισχύουν τη διάχυτη πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί με όρους εσωτερικών ισορροπιών και όχι αξιοκρατίας. Η φθορά αυτή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για τον Πρόεδρο, επειδή ο ίδιος είχε επενδύσει πολιτικά στην εικόνα ενός πιο σύγχρονου και ευρωπαϊκού μοντέλου διακυβέρνησης.
Στο Κυπριακό, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Ο Πρόεδρος εμφανίστηκε ενεργητικός διπλωματικά, αξιοποιώντας τις διεθνείς και γεωπολιτικές συγκυρίες, και την ευρωπαϊκή διάσταση. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει δημιουργηθεί πραγματική δυναμική επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται περισσότερο μια πολιτική διαχείρισης αδιεξόδου παρά μια στρατηγική ανατροπής των τετελεσμένων. Αυτό ενισχύει την απαισιοδοξία και την αίσθηση στασιμότητας.
Η μεγαλύτερη όμως πολιτική αδυναμία φαίνεται να είναι η δυσκολία μετατροπής της προσωπικής δημοφιλίας σε συνεκτικό πολιτικό ρεύμα. Η εκλογή του Προέδρου βασίστηκε σε μια ευρεία αλλά ετερογενή συμμαχία δυνάμεων και προσώπων με διαφορετικές επιδιώξεις. Αυτή η συμμαχία αποδείχθηκε αποτελεσματική εκλογικά, αλλά όχι αναγκαστικά λειτουργική και αξιοποιήσιμη κυβερνητικά. Σήμερα, ο Πρόεδρος συχνά εκπέμπει εικόνα πολλών κέντρων επιρροής, απομακρυσμένος από πρόσωπα που τον στήριξαν προεκλογικά, με ερωτηματικά ως προς προεδρικούς συμβούλους και συνεργάτες, χωρίς επαφή με τα πρόσωπα που τον στήριξαν προεκλογικά, χωρίς ξεκάθαρη πολιτική ιεράρχηση και χωρίς ορατό ενιαίο κυβερνητικό στίγμα.
Αν ο Πρόεδρος επιθυμεί πραγματικά να δημιουργήσει ισχυρή βάση για το 2028, οφείλει να κατανοήσει ότι η επανεκλογή του δεν θα εξαρτηθεί τόσο από τη διατήρηση των παραδοσιακών κομματικών συμμαχιών όσο από την ικανότητά του να επανασυνδέσει την πολιτική με την κοινωνία. Και αυτό αφορά σε μεγάλο βαθμό και το τεράστιο ποσοστό αποχής. Το 33% που απείχε στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές δεν αποτελεί ομοιογενή ομάδα. Περιλαμβάνει νέους που αισθάνονται αποκλεισμένοι, πολίτες που θεωρούν ότι «όλοι είναι ίδιοι», απογοητευμένους κεντρώους, πρώην κομματικούς ψηφοφόρους αλλά και κοινωνικά στρώματα που βιώνουν οικονομική πίεση και πολιτισμική ανασφάλεια. Η αποχή δεν είναι μόνο αδιαφορία, αλλά και μορφή πολιτικής απόρριψης. Για να προσεγγίσει αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης χρειάζεται τρεις μεγάλες πολιτικές τομές.
Η πρώτη αφορά τη διακυβέρνηση. Χρειάζεται ουσιαστικό ανασχηματισμό, όχι απλή ανακύκλωση προσώπων, κινήτρων και τρόπου επιλογής. Η κυβέρνηση οφείλει να συμπεριλάβει προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους και αποτελεσματικότητας, και να αποκτήσει σαφές κέντρο στρατηγικού σχεδιασμού, αποτελεσματικό συντονισμό, αποτελεσματικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας της κυβερνητικής μηχανής και της δημόσιας υπηρεσίας, και αυστηρή αξιολόγηση υπουργών και κρατικών/διοιηκητικών αξιωματούχων. Η κοινωνία θέλει να βλέπει αποτελεσματικότητα και λογοδοσία, όχι απλή, και ενίοτε φαινομενική διαχείριση. Υπουργοί και διοικητικοί αξιωματούχοι που αντικειμενικά και τεκμηριωμένα δεν αποδίδουν πρέπει να απομακρύνονται ανεξαρτήτως πολιτικών ή συντεχνιακών ισορροπιών.
Η δεύτερη τομή αφορά το κοινωνικό συμβόλαιο με τη νέα γενιά. Αν ο Πρόεδρος θέλει να κινητοποιήσει απογοητευμένους πολίτες, πρέπει να δώσει συγκεκριμένες και μετρήσιμες απαντήσεις στο κόστος ζωής, στο στεγαστικό, στους μισθούς, στην ποιότητα εργασίας, στην ψηφιακή οικονομία και στις ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης. Χωρίς ισχυρή πολιτική για νέους επαγγελματίες και νέα ζευγάρια, η αποχή θα παραμείνει υψηλή. Οι νέοι δεν αναζητούν μόνο επιδόματα. Αναζητούν προοπτική.
Η τρίτη και ίσως σημαντικότερη τομή αφορά την πολιτική κουλτούρα. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί κυρίως ως διαχειριστής ισορροπιών ή αν θα επιχειρήσει να μετατραπεί σε μεταρρυθμιστικό ηγέτη. Μέχρι στιγμής, η εικόνα του παραπέμπει περισσότερο σε προσεκτικό πολιτικό διαχειριστή παρά σε ηγέτη που συγκρούεται με κατεστημένες δομές και ενεργεί μα αποφασιστικότητα. Όμως οι κοινωνίες σε περιόδους κρίσης εμπιστοσύνης δεν κινητοποιούνται από τη διαχείριση, αλλά κινητοποιούνται από την αίσθηση τόλμης, αποφασιστικότητας και πραγματικής αλλαγής. Αυτό σημαίνει συγκρούσεις με συμφέροντα, πραγματικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, διασφάλιση της ποιότητάς της διακυβέρνησης και δημόσιας υπηρεσίας, διαφάνεια στις κρατικές συμβάσεις, και πρωτίστως αυστηρό πλαίσιο και δράση κατά της διαφθοράς και ενίσχυση της αξιοκρατίας. Αν ο Πρόεδρος κατορθώσει να πείσει ότι είναι δεν αποφεύγει να συγκρουστεί με παθογένειες του ίδιου του συστήματος που τον ανέδειξε, τότε μπορεί να επανακτήσει πολιτική δυναμική.
Υπάρχει ακόμη χρόνος μέχρι το 2028. Η πολιτική φθορά είναι αναστρέψιμη. Ωστόσο, ο χρόνος πλέον λειτουργεί διαφορετικά από ό,τι στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης. Η κοινωνία έχει περάσει από τη φάση των προσδοκιών στη φάση της αξιολόγησης. Και στις επόμενες προεδρικές εκλογές, το κεντρικό ερώτημα δεν θα είναι αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι πιο συμπαθής ή πιο επικοινωνιακός από τους αντιπάλους του. Θα είναι αν έπεισε ότι μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη λειτουργία του Κράτους και να προσφέρει ένα νέο συλλογικό όραμα για την Κύπρο. Αν δεν το πετύχει, τότε η αποχή του 33% μπορεί να εξελιχθεί σε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική αποστασιοποίηση. Αν όμως καταφέρει να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια και αποχή σε συμμετοχή μέσα από μια νέα σχέση αξιοπιστίας με την κοινωνία, τότε μπορεί ακόμη να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις μιας ισχυρής επανεκλογικής δυναμικής το 2028.