Όταν το «αποδεχθήκαμε» αθωώνει αυτούς που πραγματικά αποδέχθηκαν
Αν θέλουμε εμείς, ο λαός, πραγματικά αλλαγή πορείας στο Κυπριακό, πρέπει πρώτα να αλλάξει ο δημόσιος λόγος. Όχι για λόγους ύφους. Αλλά επειδή η γλώσσα με την οποία περιγράφουμε την πολιτική πραγματικότητα καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη. Και όταν η ευθύνη διαλύεται μέσα σε ανώνυμες εκφράσεις, η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο όπου όλοι δήθεν φταίμε, άρα τελικά κανείς δεν υποδυκνύεται ως υπεύθυνος για να αναλάβει την ευθύνη.
Στο Κυπριακό ακούμε συχνά φράσεις όπως «δεχθήκαμε», «συμφωνήσαμε», «κάναμε υποχωρήσεις», «αποδεχθήκαμε τη βάση λύσης», «δώσαμε», «πήραμε». Ποιοι όμως; Εμείς, ή ο λαός; Οι πρόσφυγες; Οι οικογένειες που έχασαν σπίτια, περιουσίες και πατρίδες; Οι πολίτες που είπαν «όχι» στο Σχέδιο Ανάν το 2004; Ή μήπως συγκεκριμένοι Πρόεδροι, κυβερνήσεις, κομματικές ηγεσίες, διαπραγματευτές και Εθνικά Συμβούλια; Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι πολιτική και ηθική. Όταν λέμε «εμείς δεχθήκαμε», μεταφέρουμε συλλογικά στον λαό το βάρος αποφάσεων που έλαβαν λίγοι και μάλιστα χωρίς εξουσιοδότηση. Έτσι, εμείς οι πολίτες μετατρεπόμαστε από θύματα λανθασμένων χειρισμών σε συνυπεύθυνους. Ο πρόσφυγας, αντί να απαιτεί λογοδοσία για την υποβάθμιση του δικαιώματος επιστροφής στον τόπο καταγωγής του, καλείται σχεδόν να απολογηθεί για μια πολιτική που δεν χάραξε ο ίδιος. Και αν τολμήσει να μιλήσει για επιστροφή θα κατηγορηθεί εθνικιστής κ.λπ. Πρόκειται για μια γλωσσική αμνηστία υπέρ των πολιτικών υπευθύνων.
Η ευπρέπεια στον πολιτικό λόγο δεν σημαίνει ανωνυμία. Δεν σημαίνει να κρύβουμε πρόσωπα πίσω από γενικότητες. Δεν σημαίνει να λέμε «έγιναν λάθη», λες και τα λάθη φύτρωσαν μόνα τους μέσα στα πρακτικά των συνομιλιών. Ευπρέπεια σημαίνει ακρίβεια. Σημαίνει να αναφέρεις γεγονότα, αποφάσεις, ημερομηνίες και πρόσωπα χωρίς ύβρη, αλλά και χωρίς δειλία. Η δημόσια ζωή δεν είναι χώρος ευγενικών ψευδαισθήσεων. Είναι χώρος ευθύνης.
Υπάρχουν παραδείγματα που δεν μπορούν να συζητούνται αφηρημένα. Το 1979, ο τότε Πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού και ο Ντενκτάς συμφώνησαν ότι βάση των συνομιλιών θα ήταν οι κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου–Ντενκτάς του 1977 και τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ.
Το κείμενο του 1979 αναφέρει επίσης τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών όλων των πολιτών της Δημοκρατίας, καθώς και ότι η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να διασφαλίζονται έναντι ένωσης, διχοτόμησης ή απόσχισης.
Άρα το ζήτημα δεν είναι να παραχαράξουμε την ιστορία. Το ζήτημα είναι να την ακριβολογήσουμε. Άλλο η δικοινοτική ομοσπονδία ως πλαίσιο που υποτίθεται ότι θα διαφύλαττε κυριαρχία, ενιαία διεθνή προσωπικότητα, ανθρώπινα δικαιώματα και απαγόρευση απόσχισης, και άλλο η σταδιακή μετατροπή της σε μηχανισμό μόνιμων εθνοτικών ποσοστώσεων, περιορισμού επιστροφής, πολιτικής ισότητας ως βέτο και εξομοίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το κατοχικό μόρφωμα. Εκεί ακριβώς χρειάζεται δημόσια λογοδοσία: ποιος μετέφερε τη συζήτηση από την αποκατάσταση δικαιωμάτων στη διαχείριση της απώλειας; Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμα 541, χαρακτήρισε νομικά άκυρη την αποσχιστική ανακήρυξη στα κατεχόμενα και κάλεσε τα κράτη να μην αναγνωρίσουν άλλο κυπριακό κράτος πλην της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ψήφισμα 550 καταδίκασε περαιτέρω αποσχιστικές ενέργειες, κάλεσε τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το ψευδοκράτος και να μην το βοηθούν, ενώ επαναβεβαίωσε τον σεβασμό στην κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες για νομικούς. Είναι η βάση πάνω στην οποία θα έπρεπε να οικοδομείται ο δημόσιος λόγος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Και όμως, αντί να αρχίζουμε από αυτά, συχνά ξεκινούν από το τι «έχουμε αποδεχθεί». Σαν να είναι η Κυπριακή Δημοκρατία ένοχη επειδή υπάρχει. Σαν να πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε εμείς, η ελλ. Κοινότητα ότι δικαιούμαστε να υπερασπιζόμαστε την ίδια την φυσική μας ύπαρξη. Σαν να θεωρούν περίπου ακραίο να ζητά ένας πρόσφυγας επιστροφή, περιουσία, ελεύθερη εγκατάσταση και πλήρη ευρωπαϊκά δικαιώματα στον τόπο του.
Τόσο πολύ αποδέχθηκαν την ήττα, που συνήθως μας την σερβίρουν ως «ρεαλισμό». Ωραία εφεύρεση ο «ρεαλισμός» όταν βολεύει τους υπεύθυνους. είναι και ψευδώς σοβαροφανής.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος έχει επανειλημμένα μιλήσει για την ανάγκη καθαρής στάσης. Έθεσε μάλιστα ένα απλό ερώτημα: αφού η Κύπρος είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί να μη ζητούμε να ισχύουν και στην Κύπρο όσα ισχύουν στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπως η ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση και επιστροφή στις περιουσίες; Σε άλλη τοποθέτησή του υπογράμμισε ότι, ακόμη κι αν το δίκαιο συχνά παραγνωρίζεται μπροστά στη δύναμη, δεν μπορούμε να πάψουμε να το προβάλλουμε και ότι δεν πρέπει να βιαστούμε για μια άδικη λύση.
Αυτός ο λόγος είναι σημαντικός. Όμως ακόμη και εδώ υπάρχει ένα όριο: η γενική προτροπή δεν αρκεί. Όταν πολλοί από μας μιλούν αόριστα για «αλλαγή στάσης», αλλά κανείς δεν αναφέρει με όνομα ποια πρόσωπα την υπηρέτησαν, ποιες αποφάσεις τη στερέωσαν και ποια νέα πολιτική πρέπει να την αντικαταστήσει, τότε η αλλαγή μένει σύνθημα. Η ευγένεια χωρίς σαφήνεια καταλήγει σε αδράνεια. Και η αδράνεια, στο Κυπριακό, δεν είναι ουδετερότητα. Είναι διολίσθηση.
Δεν χρειάζεται χυδαιότητα για να υπάρξει ευθύτητα. Δεν χρειάζεται προσωπική επίθεση για να υπάρξει πολιτική ονομαστική ευθύνη. Μπορεί και πρέπει να λέγεται: ο συγκεκριμένος Πρόεδρος αποδέχθηκε το συγκεκριμένο πλαίσιο. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση επανέφερε τη συγκεκριμένη σύγκλιση. Το συγκεκριμένο κόμμα στήριξε την εκ περιτροπής προεδρία. Ο συγκεκριμένος διαπραγματευτής παρουσίασε την υποχώρηση ως πρόοδο. Ο συγκεκριμένος ηγέτης απέφυγε να θέσει νομικά το ζήτημα των προσφύγων. Αυτό δεν είναι διχασμός. Είναι δημοκρατική λογοδοσία.
Υπάρχουν βέβαια και αυτοί, οι οποίοι διαφωνούν. Ένας υποστηρικτής της μέχρι σήμερα πολιτικής θα πει ότι το Κυπριακό δεν το διαχειρίζεται ένας άνθρωπος, αλλά ένα κράτος υπό ασφυκτικούς διεθνείς συσχετισμούς. Ότι οι εκάστοτε Πρόεδροι δεν δρούσαν σε κενό, αλλά υπό την πίεση του ΟΗΕ, της Τουρκίας, της Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Ε.Ε., των κομμάτων και της ανάγκης να παραμείνει ζωντανή η διαδικασία. Θα πει επίσης ότι η προσωποποίηση μπορεί να εκφυλιστεί σε κυνήγι μαγισσών.
Αυτός ο αντίλογος δεν ακυρώνει την ανάγκη λογοδοσίας, αλλά την καθιστά πιο απαιτητική. Μας υποχρεώνει να είμαστε ακριβείς και όχι σιωπηλοί.
Άλλο να πεις «ο τάδε μόνος του κατέστρεψε το Κυπριακό», που είναι ιστορικά αφελές, και άλλο να πεις «ο τάδε, στη συγκεκριμένη φάση, πήρε αυτή την απόφαση με αυτές τις συνέπειες». Αυτό είναι πολιτική ανάλυση. Και η Κύπρος χρειάζεται επιτέλους ειλικρινή πολιτική ανάλυση.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Τουρκία. Η Τουρκία κάνει αυτό που κάνουν οι αναθεωρητικές δυνάμεις: πιέζει, εκβιάζει, δημιουργεί τετελεσμένα. Το ζήτημα είναι τι κάνει η Κυπριακή Δημοκρατία απέναντι σε αυτό. Αν απαντά με νομική στρατηγική ή με διαχείριση εντυπώσεων. Αν υπερασπίζεται δικαιώματα ή αν τα διαπραγματεύεται σαν ενόχληση. Που δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διαπραγματεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματά μας.
Η αλλαγή πορείας δεν θα έρθει με ένα ακόμη γενικό κάλεσμα. Θα έρθει όταν αλλάξει η εσωτερική μας πειθαρχία στη σκέψη.
Πρώτον, να απαιτούμε σε κάθε ευκαιρία να σταματήσουν να μιλούν σαν να είναι ο λαός συνυπεύθυνος για αποφάσεις που δεν έλαβε.
Δεύτερον, να ξεχωρίσουμε το κράτος από τις ηγεσίες που το διαχειρίστηκαν.
Τρίτον, να επαναφέρουμε στο κέντρο τα δικαιώματα εμάς των πολιτών και ιδιαίτερα των προσφύγων: επιστροφή, περιουσία, εγκατάσταση, ασφάλεια, ισονομία.
Τέταρτον, να μη δεχθούμε ως «κεκτημένο των συνομιλιών» κάθε διολίσθηση που ουδέποτε εγκρίθηκε από τον λαό.
Πέμπτον, να αξιοποιήσουμε ξανά τα νομικά όπλα της Κυπριακής Δημοκρατίας στα ευρωπαϊκά και διεθνή fora, όχι ως διακοσμητικό στοιχείο ανακοινώσεων, αλλά ως πρακτική στρατηγική.
Ο δημόσιος λόγος πρέπει να είναι ευπρεπής, αλλά όχι άτολμος. Τεκμηριωμένος, αλλά όχι ξύλινος. Θεσμικός, αλλά όχι αποστειρωμένος. Να κατονομάζει χωρίς να υβρίζει. Να ελέγχει χωρίς να συκοφαντεί. Να ξεχωρίζει την εθνική ενότητα από τη σιωπή, η οποία είναι συνενοχή.
Διότι ενότητα δεν σημαίνει να μη μιλούμε για τις ευθύνες. Σημαίνει να συμφωνήσουμε ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να υποθηκεύει δικαιώματα χωρίς λογοδοσία και πιθανές κυρώσεις.
Αν θέλουμε άλλη πολιτική στο Κυπριακό, πρέπει να σταματήσουμε να μιλούμε εμείς οι πολίτες σαν να έχουμε ήδη αποδεχθεί την ήττα. Πρέπει να σταματήσουμε να λέμε «εμείς δεχθήκαμε» όταν εννοούμε «κάποιοι αποφάσισαν». Πρέπει να σταματήσουμε να μετατρέπουμε τις επιλογές των πολιτικών σε συλλογικό πεπρωμένο.
Ο λαός δεν είναι πλυντήριο πολιτικών ευθυνών. Οι πρόσφυγες δεν είναι υποσημείωση στις συγκλίσεις. Και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι διαπραγματευτικό υπόλειμμα που περιμένει ευγενικά να αυτοκαταργηθεί.
Η αλλαγή αρχίζει από τη λέξη. Μετά γίνεται σκέψη. Ύστερα γίνεται πολιτική πράξη. Και στο Κυπριακό, ύστερα από τόσες δεκαετίες διολίσθησης, ακόμη και η σωστή λέξη αποτελεί μορφή αντίστασης. Αν συνεχίσουμε να εκφράζουμε την δυσαρέσκεια μας με λόγια και με καμία άμεση επίρρηψη ευθυνών και απαίτηση λογοδοσίας, το μέλλον μας είναι προδιαγεγραμμένο.
Αρκεί να θυμηθούμε την ιστορία μας.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία