Ο Ερχιουρμάν χαμογελά, αλλά ζητά συνκυριαρχία πριν από τη λύση
Η νέα συνάντηση του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη με τον Τουφάν Ερχιουρμάν, προγραμματισμένη για τις 8 Μαΐου στις 16:00 στην οικία του Ειδικού Αντιπροσώπου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, Χασίμ Ντιάν, δεν αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο στη γνωστή διπλωματική ρουτίνα του Κυπριακού. Ούτε πρόκειται για μια τυπική επαφή «καλού κλίματος», όπως συχνά παρουσιάζονται τέτοιες συναντήσεις για να καλλιεργείται η εντύπωση προόδου. Πρόκειται για μια δοκιμασία στρατηγικής. Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι δύο πλευρές θα ανταλλάξουν χαμόγελα μπροστά στις κάμερες, αλλά αν η Κυπριακή Δημοκρατία θα προσέλθει με ξεκάθαρη γραμμή ή αν θα επιτρέψει τη μετατόπιση της συζήτησης από την κατοχή, τα στρατεύματα, τις εγγυήσεις, τους πρόσφυγες και το διεθνές δίκαιο προς τη λογική της «συνδιαχείρισης» πριν από τη λύση.
Ο Ερχιουρμάν δεν είναι Τατάρ. Και αυτό πρέπει να αξιολογηθεί σωστά. Όχι επειδή οι επιδιώξεις του είναι πιο αποδεκτές για την ελληνοκυπριακή πλευρά, αλλά επειδή είναι πιο προσεκτικός, πιο θεσμικός και σαφώς πιο αποτελεσματικός επικοινωνιακά. Ο Τατάρ μιλούσε ανοιχτά για δύο κράτη, διευκολύνοντας τη Λευκωσία να απορρίπτει τις θέσεις του ως εκτός συμφωνημένου πλαισίου. Ο Ερχιουρμάν, αντίθετα, χρησιμοποιεί τη γλώσσα της λύσης, της πολιτικής ισότητας, της καθημερινότητας, των ΜΟΕ και της «ισότιμης εταιρικής σχέσης». Δεν αλλάζει απαραίτητα τον πυρήνα της τουρκικής διεκδίκησης· αλλάζει, όμως, το λεξιλόγιο με το οποίο αυτή παρουσιάζεται. Και στην πολιτική, οι λέξεις συχνά προετοιμάζουν το έδαφος πριν ακόμη εξεταστεί η ουσία.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τη στόχευσή του. Στο Antalya Diplomacy Forum υποστήριξε ότι οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν έναν από τους δύο «ιδρυτικούς εταίρους» της Κύπρου και διαθέτουν «ίσα κυριαρχικά δικαιώματα» με τους Ελληνοκυπρίους. Προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν δικαιούται να λαμβάνει αποφάσεις ή να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες σε θέματα ενέργειας, ασφάλειας και θαλασσίων ζωνών χωρίς τη συναίνεση των Τουρκοκυπρίων. Αυτή δεν είναι απλώς μια πολιτική διαμαρτυρία. Είναι σαφής αξίωση συνκυριαρχίας πριν από τη λύση.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο κίνδυνος. Άλλο είναι η πολιτική ισότητα στο πλαίσιο μιας συμφωνημένης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως προβλέπεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ, και άλλο η απαίτηση για ίσα κυριαρχικά δικαιώματα πριν από τη λύση. Το ψήφισμα 1251 του Συμβουλίου Ασφαλείας αναφέρεται ρητώς σε ένα κράτος με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια. Δεν προβλέπει δύο κυριαρχίες, ούτε αναγνωρίζει δικαίωμα στην κατεχόμενη διοίκηση να περιορίζει τη διεθνή δράση της Κυπριακής Δημοκρατίας πριν από την επίτευξη συμφωνίας.
Ο Ερχιουρμάν επιχειρεί κάτι πιο σύνθετο από την ευθεία γραμμή Τατάρ. Εμφανίζεται ως ο «λογικός» Τουρκοκύπριος ηγέτης που δεν απορρίπτει τον διάλογο, επιδιώκοντας παράλληλα να αλλάξει τη βάση της ίδιας της διαδικασίας. Δεν λέει απλώς «να διαπραγματευθούμε». Ουσιαστικά ζητά να προηγηθεί η αποδοχή ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν αποτελούν κοινότητα εντός ενός κράτους, αλλά ισότιμο φορέα κυριαρχικών δικαιωμάτων σε ολόκληρο το νησί. Αν αυτή η μετατόπιση περάσει χωρίς σαφέστατη αντίδραση, κινδυνεύουμε να μας βάλουν σε ένα δυσμενέστερο πλαίσιο από αυτό που ήδη είμαστε.
Η ίδια λογική διαπερνά και τη μεθοδολογία που προβάλλει. Ο Ερχιουρμάν δίνει σταθερά έμφαση στην πολιτική ισότητα, στην «ίση εταιρική σχέση», στα ζητήματα ενέργειας και ασφάλειας και στην ανάγκη να μη διεξάγονται «συνομιλίες για χάρη των συνομιλιών». Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να μετατοπίσει το Κυπριακό από πρόβλημα εισβολής και κατοχής σε πρόβλημα διαμοιρασμού εξουσίας και συμμετοχής στη διαχείριση των πόρων και των διεθνών σχέσεων της χώρας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης δεν πρέπει να συναντήσει τον Ερχιουρμάν. Αντιθέτως, ο διάλογος είναι αναγκαίος. Όμως άλλο πράγμα ο διάλογος και άλλο η αποδοχή του πλαισίου που θέτει η άλλη πλευρά. Η διπλωματία δεν εξαντλείται σε ανακοινώσεις περί «ειλικρινούς», «εποικοδομητικού» και «χρήσιμου» κλίματος. Αποκτά ουσία μόνο όταν υπάρχουν σαφείς στόχοι, όρια και κόκκινες γραμμές.
Το πρώτο λάθος που οφείλει να αποφύγει ο κύριος πρόεδρος είναι να αντιμετωπίσει το «καλό κλίμα» ως πρόοδο καθαυτή. Δεν είναι. Μπορεί να συνυπάρξει με πολιτική αναβάθμιση της άλλης πλευράς, με μετατόπιση της συζήτησης και με δημιουργία νέων τετελεσμένων. Το δεύτερο λάθος θα ήταν να επιτρέψει στον Ερχιουρμάν να καθορίσει τη γλώσσα του διαλόγου. Όταν η τουρκοκυπριακή πλευρά μιλά για «ίσα κυριαρχικά δικαιώματα» και η απάντηση περιορίζεται σε γενικές εκκλήσεις υπέρ της επανέναρξης συνομιλιών, τότε η ουσιαστική υποχώρηση έχει ήδη ξεκινήσει.
Υπάρχει και ένα τρίτο ζήτημα: η δημόσια αποσαφήνιση. Η κοινή γνώμη ακούει διαρκώς για πρωτοβουλίες, ΜΟΕ, επαφές και απεσταλμένους, χωρίς να ακούει με την ίδια σαφήνεια ποιες είναι οι αδιαπραγμάτευτες θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποδέχεται ο Ερχιουρμάν τη μία κυριαρχία, τη μία διεθνή προσωπικότητα και τη μία ιθαγένεια; Αναγνωρίζει ότι μέχρι τη λύση η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος; Θεωρεί ότι η πολιτική ισότητα είναι διαφορετική από την κυριαρχική ισότητα δύο κρατικών οντοτήτων; Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να τίθενται δημόσια και καθαρά.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Κανείς δεν μπορεί να απορρίπτει συλλήβδην πρακτικές πρωτοβουλίες που διευκολύνουν την καθημερινότητα των πολιτών. Ωστόσο, τα ΜΟΕ δεν είναι πολιτικά ουδέτερα. Η αξία τους εξαρτάται από τον τρόπο εφαρμογής τους και από το αν οδηγούν σε πραγματική πρόοδο ή σε σταδιακή κανονικοποίηση της διχοτόμησης. Ένα μέτρο που εξυπηρετεί τους πολίτες χωρίς να αναβαθμίζει ψευδοθεσμούς μπορεί να είναι χρήσιμο. Ένα μέτρο που μετατρέπει την κατοχική διοίκηση σε ισότιμο διαχειριστή χωρίς πρόοδο στα ουσιώδη ζητήματα λειτουργεί διαφορετικά.
Η Λευκωσία οφείλει επίσης να απαντήσει σε μια επικίνδυνη πολιτική αντιστροφή. Ο Ερχιουρμάν παρουσιάζει διεθνείς συμφωνίες της Κυπριακής Δημοκρατίας σε θέματα άμυνας και ασφάλειας ως κινήσεις που αγνοούν τη βούληση των Τουρκοκυπρίων και υπονομεύουν τη σταθερότητα. Όμως η Κυπριακή Δημοκρατία είναι διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλειά της. Η Κύπρος εξακολουθεί να τελεί υπό τουρκική κατοχή από το 1974. Η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «κανονικότητα», ενώ οι αμυντικές συνεργασίες της Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσιάζονται ως πρόβλημα.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης οφείλει να προσέλθει στη συνάντηση με σαφή στρατηγική: να επιμείνει στο συμφωνημένο διεθνές πλαίσιο, να ζητήσει ξεκάθαρη θέση για τη μία κυριαρχία και τη μία διεθνή προσωπικότητα, να αποτρέψει οποιαδήποτε έμμεση αναβάθμιση του ψευδοκράτους μέσω ΜΟΕ και να επαναφέρει στο επίκεντρο τα ζητήματα ασφάλειας, εγγυήσεων, στρατευμάτων, προσφύγων και περιουσιών.
Η συνάντηση της 8ης Μαΐου μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη μόνο αν ξεκαθαρίσει τις πραγματικές προθέσεις. Αν ο Ερχιουρμάν αποδέχεται το πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής λύσης με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, αυτό πρέπει να διατυπωθεί χωρίς ασάφειες. Αν, αντίθετα, επιμένει σε «ίσα κυριαρχικά δικαιώματα» που περιορίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία πριν από οποιαδήποτε λύση, τότε και αυτό πρέπει να ειπωθεί ανοιχτά. Η σοβαρή πολιτική απαιτεί καθαρές θέσεις, όχι δημιουργική ασάφεια.
Ο Ερχιουρμάν δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Δεν διαθέτει τη συγκρουσιακή ρητορική του Τατάρ· διαθέτει όμως μεγαλύτερη πολιτική ευελιξία και επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό η Λευκωσία οφείλει να αντιμετωπίσει τη συνάντηση όχι ως διαχείριση εντυπώσεων, αλλά ως κρίσιμο πολιτικό τεστ. Η Κύπρος χρειάζεται διάλογο. Χρειάζεται όμως διάλογο με σαφή στρατηγική και θεσμική αυτοπεποίθηση — όχι διάλογο που βαφτίζει την κατοχή «εκκρεμότητα» και τη συνκυριαρχία πριν από τη λύση «ρεαλισμό».
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία