Διεθνή

ΗΠΑ - Ιράν: Βαφτίζουν «συμφωνία» μια προσωρινή διαχείριση της κρίσης

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν αντανακλά ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα

Η προοπτική μιας συμφωνίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν δημιουργεί νέα δεδομένα σε μιαν από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών. Έπειτα από εβδομάδες πολεμικών συγκρούσεων, ανταλλαγών πυρών, επιθέσεων σε υποδομές και έντονων διπλωματικών διεργασιών, οι δύο πλευρές φαίνεται ν’ αναζητούν έναν τρόπο αποκλιμάκωσης, που θ’ αποτρέψει μια ευρύτερη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η πορεία προς μια μόνιμη ειρήνη παραμένει γεμάτη εμπόδια, καθώς τα ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, οι αμερικανικές κυρώσεις, η ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ και η περιφερειακή επιρροή του Ιράν, εξακολουθούν να διχάζουν τις δύο χώρες. Την ίδια στιγμή, η κρίση δοκιμάζει τα πολιτικά αντανακλαστικά του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με αντικρουόμενες πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας του, ενώ παράλληλα καλείται να διαχειριστεί τις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις της σύγκρουσης. Πίσω από τις διαπραγματεύσεις και τις προσωρινές εκεχειρίες παραμένει ο βαθύτερος στρατηγικός ανταγωνισμός ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, ένας ανταγωνισμός που εδώ και δεκαετίες τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο έντασης και αποκλιμάκωσης, χωρίς να οδηγεί σε οριστική λύση. Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον είναι κατά πόσον η νέα διπλωματική πρωτοβουλία μπορεί ν’ αποτελέσει το πρώτο βήμα για μια πιο σταθερή διευθέτηση ή αν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή παύση σε μια σύγκρουση που εξακολουθεί ν’ απειλεί τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής.

Πώς μπορεί να μοιάζει η συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν

Ύστερα από μήνες πολεμικής έντασης, στρατιωτικών επιχειρήσεων και έντονου διπλωματικού παρασκηνίου, οι ΗΠΑ και το Ιράν φαίνεται να προσεγγίζουν ένα πρώτο πλαίσιο συνεννόησης, που θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Η υπό συζήτηση συμφωνία δεν συνιστά τελική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών. Αντιθέτως, αποτελεί ένα μεταβατικό βήμα, που αποσκοπεί στη μείωση της έντασης και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο θα καταστεί δυνατή η διεξαγωγή πιο ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.

Το βασικό στοιχείο του σχεδίου είναι μια προσωρινή εκεχειρία διάρκειας περίπου 60 ημερών. Κατά το διάστημα αυτό οι δύο πλευρές θα δεσμεύονται ν’ αποφύγουν στρατιωτικές ενέργειες και να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας. Η λογική πίσω από αυτήν τη φόρμουλα είναι ότι καμία διαπραγμάτευση δεν μπορεί να προχωρήσει ουσιαστικά όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη.

Οι διαβουλεύσεις δεν περιορίζονται μόνο στις διμερείς σχέσεις. Περιλαμβάνουν και ζητήματα που επηρεάζουν ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, όπως η κατάσταση στον Λίβανο, η δράση περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Οι μεσολαβητές επιδιώκουν μια συμφωνία που θα μειώσει συνολικά τον κίνδυνο περιφερειακής ανάφλεξης.

Κομβικό ρόλο διαδραματίζουν τα Στενά του Ορμούζ. Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος αποτελεί μιαν από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη. Η διακοπή ή ο περιορισμός της ναυσιπλοΐας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης προκάλεσε έντονη ανησυχία στις αγορές και επηρέασε τις διεθνείς τιμές ενέργειας. Για τις ΗΠΑ, η πλήρης επαναφορά της ελεύθερης ναυσιπλοΐας αποτελεί βασική προτεραιότητα. Για το Ιράν, το ζήτημα συνδέεται με τη διατήρηση πολιτικής και στρατηγικής επιρροής.

Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται η οικονομική διάσταση της επόμενης ημέρας. Συζητείται η δημιουργία ενός μεγάλου διεθνούς επενδυτικού μηχανισμού, που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει έργα ανάπτυξης και ανασυγκρότησης στο Ιράν. Η πρόταση αυτή συνδέεται με την επιθυμία της Τεχεράνης να προσελκύσει ξένα κεφάλαια και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες τόσο των κυρώσεων όσο και του πολέμου.

Ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο αφορά τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια που βρίσκονται στο εξωτερικό. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι η πρόσβαση σε αυτά τα χρήματα αποτελεί προϋπόθεση για ουσιαστικές συνομιλίες. Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να βρει τρόπους αποδέσμευσης μέρους των ποσών χωρίς να κατηγορηθεί ότι παρέχει άμεση οικονομική ενίσχυση στην ιρανική ηγεσία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το πυρηνικό πρόγραμμα δεν επιλύεται άμεσα. Αντίθετα, μεταφέρεται σε δεύτερη φάση διαπραγματεύσεων. Πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη παραχώρηση που κάνουν οι δύο πλευρές στην ανάγκη να διατηρηθεί η διαδικασία ζωντανή. Η Ουάσιγκτον αποδέχεται ότι δεν θα υπάρξει άμεση λύση, ενώ η Τεχεράνη αποδέχεται ότι το θέμα θα παραμείνει στο τραπέζι.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η προτεινόμενη συμφωνία αποτελεί περισσότερο μηχανισμό διαχείρισης της κρίσης παρά οριστική ειρηνευτική διευθέτηση. Ωστόσο, ακόμη και μια προσωρινή σταθεροποίηση θεωρείται σημαντική εξέλιξη σε μια περίοδο κατά την οποία η πιθανότητα ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης παραμένει υπαρκτή.

Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές συνεχίζουν να συνομιλούν, παρά τις βαθιές διαφωνίες τους, αποτελεί ένδειξη ότι αντιλαμβάνονται το υψηλό κόστος μιας παρατεταμένης αναμέτρησης. Η συμφωνία μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα, αλλά προσφέρει χρόνο, κάτι που συχνά είναι πολύτιμο στη διπλωματία.

Τα περιθώρια στενεύουν για τον Τραμπ

Η προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας με το Ιράν φέρνει τον Πρόεδρο των ΗΠΑ αντιμέτωπο με μιαν από τις δυσκολότερες εξισώσεις της εξωτερικής του πολιτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις στρατηγικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον, τις απαιτήσεις της εσωτερικής πολιτικής σκηνής και τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου.

Η αύξηση των τιμών της ενέργειας και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές αποτελούν σημαντικό παράγοντα πίεσης. Κάθε αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τις αγορές πετρελαίου και, κατ’ επέκτασιν, το κόστος ζωής για εκατομμύρια Αμερικανούς πολίτες. Σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος, οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Ταυτόχρονα, σημαντικό μέρος των Ρεπουμπλικανών θεωρούν ότι η στρατιωτική πίεση προς το Ιράν δεν πρέπει να χαλαρώσει πριν επιτευχθούν σαφή αποτελέσματα. Πολλοί συντηρητικοί κύκλοι επιμένουν ότι η αρχική επιδίωξη ήταν ο δραστικός περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και όχι απλώς η επανεκκίνηση συνομιλιών.

Ο Τραμπ βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια πλευρά, υπάρχει η ανάγκη αποκλιμάκωσης και οικονομικής σταθερότητας. Από την άλλη, υπάρχει η πίεση να μην εμφανιστεί ότι υποχωρεί απέναντι σε έναν από τους βασικούς αντιπάλους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω των πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις πλησιάζουν και κάθε απόφαση αξιολογείται υπό το πρίσμα του πολιτικού κόστους και οφέλους. Οι Δημοκρατικοί παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι επιδιώκουν να διατηρήσουν την πολιτική τους συνοχή.

Παράλληλα, η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές στη Μέση Ανατολή. Μετά από δεκαετίες πολέμων στην περιοχή, πολλοί πολίτες θεωρούν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επικεντρωθούν περισσότερο στα εσωτερικά τους ζητήματα.

Η Τεχεράνη φαίνεται να κατανοεί αυτήν τη δυναμική. Εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί εν μέρει υπέρ της και προσπαθεί να διατηρήσει τη διαπραγματευτική της θέση χωρίς να προχωρήσει σε άμεσες υποχωρήσεις. Η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι η αμερικανική πλευρά έχει ισχυρό κίνητρο να αποφύγει μια νέα περίοδο παρατεταμένης σύγκρουσης.

Η τελική απόφαση του Τραμπ θα έχει ευρύτερες συνέπειες. Θα επηρεάσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους, την εικόνα της αμερικανικής ισχύος και την αξιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του. Για τον Αμερικανό Πρόεδρο, η διαχείριση της κρίσης με το Ιράν ενδέχεται ν’ αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της πολιτικής του κληρονομιάς.

Ο φαύλος κύκλος της σύγκρουσης

Πέρα από τις άμεσες εξελίξεις, η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν αντανακλά ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα. Εδώ και δεκαετίες οι δύο χώρες κινούνται μέσα σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο έντασης, αποτροπής και προσωρινής αποκλιμάκωσης. Κάθε κρίση μοιάζει να ακολουθεί την ίδια σχεδόν διαδρομή.

Ένα στρατιωτικό περιστατικό, μια επίθεση μέσω συμμάχων, μια ναυτική πρόκληση ή μια πολιτική απόφαση οδηγεί σε αύξηση της έντασης. Ακολουθούν απειλές, περιορισμένες στρατιωτικές ενέργειες και έντονη ρητορική. Στη συνέχεια, οι δύο πλευρές κάνουν ένα βήμα πίσω για ν’ αποφύγουν μια γενικευμένη σύγκρουση. Όμως οι βασικές αιτίες της αντιπαράθεσης παραμένουν άλυτες και ο κύκλος ξεκινά ξανά.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως αποτυχία της διπλωματίας. Πρόκειται για ένα στρατηγικό περιβάλλον, όπου η επίδειξη αποφασιστικότητας θεωρείται απαραίτητη. Καμία πλευρά δεν θέλει να δώσει την εντύπωση ότι υποχωρεί υπό πίεση.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ, όμως έχουν επίσης διεθνείς δεσμεύσεις, συμμαχίες και παγκόσμιες προτεραιότητες. Το Ιράν, αντίθετα, βασίζεται σε πιο ευέλικτες μορφές ισχύος, αξιοποιώντας περιφερειακά δίκτυα, συμμάχους και μέσα ασύμμετρης δράσης.

Η ασυμμετρία αυτή δημιουργεί ένα περίπλοκο πεδίο ανταγωνισμού. Οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν σημαντικό κόστος στο Ιράν, αλλά δυσκολεύονται να επιτύχουν οριστική πολιτική λύση. Το Ιράν μπορεί να αντέχει πιέσεις και να προκαλεί προβλήματα στους αντιπάλους του, αλλά αδυνατεί ν’ ανατρέψει τους ευρύτερους συσχετισμούς ισχύος.

Ιδιαίτερα επικίνδυνος είναι ο παράγοντας της λανθασμένης εκτίμησης. Σε περιόδους κρίσης, οι αποφάσεις λαμβάνονται συχνά υπό πίεση και με ελλιπείς πληροφορίες. Ένα μήνυμα αποτροπής μπορεί να παρερμηνευθεί ως προετοιμασία για επίθεση. Μια περιορισμένη ενέργεια μπορεί να θεωρηθεί κλιμάκωση.

Το περιβάλλον γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της παρουσίας πολλών άλλων δρώντων. Το Ισραήλ, οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, οι φιλοϊρανικές οργανώσεις και διάφοροι περιφερειακοί παράγοντες επηρεάζουν συνεχώς τις ισορροπίες. Συχνά, μια ενέργεια τρίτου παράγοντα μπορεί να οδηγήσει σε κρίση, που ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη επιθυμούσαν.

Η σημερινή προσπάθεια συμφωνίας αποτελεί αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση θα είχε τεράστιο κόστος. Ωστόσο, γνωρίζουν επίσης ότι η απλή ύπαρξη μιας εκεχειρίας δεν αρκεί για να εξαλείψει τις αιτίες της σύγκρουσης.

Οι διαφορές για το πυρηνικό πρόγραμμα, τις περιφερειακές ισορροπίες, τις κυρώσεις, τη στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή και τον ρόλο των συμμάχων παραμένουν βαθιές. Γι’ αυτό και η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο η υπογραφή μιας συμφωνίας αλλά η δημιουργία ενός πιο σταθερού πλαισίου συνύπαρξης.

Η ιστορία δείχνει ότι η σταθερότητα στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν δεν ταυτίζεται με την πλήρη συμφιλίωση. Συνήθως σημαίνει τη διατήρηση μιας εύθραυστης ισορροπίας, μέσα από μηχανισμούς επικοινωνίας και αμοιβαίας αποτροπής. Ακόμη και αυτή η ισορροπία, ωστόσο, απαιτεί συνεχή προσπάθεια.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η σημερινή συγκυρία μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής ή αν θα καταλήξει σε μιαν ακόμη προσωρινή ανάπαυλα πριν από την επόμενη κρίση. Η απάντηση θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης, αλλά και από την ευρύτερη δυναμική της Μέσης Ανατολής τα επόμενα χρόνια. Μέχρι τότε, η περιοχή θα συνεχίσει να κινείται ανάμεσα στην ελπίδα της διπλωματίας και στον κίνδυνο της κλιμάκωσης, με τον κόσμο να παρακολουθεί στενά κάθε βήμα των δύο αντιπάλων.