Μια μόνιμη κρίση στη Μέση Ανατολή;

Η ιστορία διδάσκει ότι οι πόλεμοι σπάνια εξελίσσονται σύμφωνα με τα σχέδια εκείνων που τους ξεκινούν. Οι πολιτικοί ηγέτες συχνά εισέρχονται σε μια σύγκρουση πιστεύοντας ότι διαθέτουν σαφείς στόχους, ανώτερη ισχύ και τον έλεγχο των εξελίξεων. Στην πράξη, όμως, η δυναμική του πολέμου αποκτά σύντομα τη δική της αυτονομία. Η σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχρονικής πραγματικότητας.

Τα τελευταία χρόνια, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ισραήλ επιχείρησαν να διαμορφώσουν μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων. Η αποδυνάμωση της Χαμάς, τα πλήγματα κατά της Χεζμπολάχ, η πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία και η πίεση που ασκήθηκε στο Ιράν δημιούργησαν την εντύπωση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη μια ιστορική ανακατανομή ισχύος. Η λογική ήταν «απλή», βασιζόμενη στην πεποίθηση ότι η στρατιωτική υπεροχή θα επέβαλλε νέα δεδομένα ασφάλειας και θα περιόριζε οριστικά την επιρροή της Τεχεράνης.

Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη. Το Ιράν δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, τις διεθνείς κυρώσεις και τις εσωτερικές πιέσεις, επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το θεοκρατικό καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει μηχανισμούς επιβίωσης, στρατηγικό βάθος και την ικανότητα να προκαλεί σημαντικό κόστος στους αντιπάλους του. Η επιβίωσή του δεν συνιστά απλώς πολιτική νίκη, αλλά αποτελεί μήνυμα αποτροπής προς όσους θεωρούσαν ότι μια στρατιωτική λύση ήταν εφικτή.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η περιοχή φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση - όχι στην εποχή της ειρήνης, αλλά στην εποχή της «μόνιμης κρίσης». Πρόκειται για μια κατάσταση όπου οι συγκρούσεις δεν λήγουν οριστικά ούτε εξελίσσονται διαρκώς σε γενικευμένο πόλεμο. Αντίθετα, επανεμφανίζονται περιοδικά με διαφορετικές μορφές, όπως, στρατιωτικές επιχειρήσεις, κυβερνοεπιθέσεις, οικονομικούς εκβιασμούς, ενεργειακές κρίσεις και συγκρούσεις μέσω πληρεξουσίων δυνάμεων.

Η σημασία των Στενών του Ορμούζ καταδεικνύει ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία εξαρτάται από τις αλυσίδες εφοδιασμού και τη σταθερότητα των ενεργειακών αγορών, ο έλεγχος ενός τόσο στρατηγικού περάσματος προσφέρει στο Ιράν ένα εργαλείο επιρροής που υπερβαίνει κατά πολύ τη συμβατική στρατιωτική ισχύ. Η γεωγραφία εξακολουθεί να είναι δύναμη.

Παράλληλα, οι αραβικές χώρες του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα παράδοξο. Επένδυσαν δισεκατομμύρια για να οικοδομήσουν εικόνα σταθερότητας, ασφάλειας και οικονομικής ανάπτυξης. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, όμως, απειλεί να υπονομεύσει αυτή τη στρατηγική, αποθαρρύνοντας επενδύσεις και περιορίζοντας τις προοπτικές ανάπτυξης.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η σημερινή συγκυρία αναδεικνύει τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ως εργαλείου πολιτικής. Οι στρατοί μπορούν να καταστρέψουν υποδομές, να εξουδετερώσουν ηγεσίες και να μεταβάλουν προσωρινά τους συσχετισμούς δύναμης. Δυσκολεύονται, όμως, να επιβάλουν νομιμοποίηση, να μετασχηματίσουν κοινωνίες ή να δημιουργήσουν βιώσιμες πολιτικές πραγματικότητες.

Η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια «νέα τάξη». Βρίσκεται μπροστά σε μια νέα αβεβαιότητα. Και ίσως το σημαντικότερο μάθημα της περιόδου είναι ότι η ισχύς δεν μετριέται μόνο από την ικανότητα να ξεκινάς έναν πόλεμο, αλλά κυρίως από την ικανότητα να διαμορφώνεις την ειρήνη που θα ακολουθήσει. Σήμερα, κανένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές δεν φαίνεται να διαθέτει αυτό το προνόμιο. Η περιοχή εισέρχεται έτσι σε μια εποχή όπου κανείς δεν κερδίζει ολοκληρωτικά, κανείς δεν ηττάται οριστικά και όλοι καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που έχει πλέον ξεπεράσει τους αρχικούς της στόχους. Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό της νέας Μέσης Ανατολής.

*Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.