Η Αθόρυβη Καταστροφή της Ελληνικής Κοινότητας

Πώς η διάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης αφαίρεσε από τους Ελληνοκυπρίους τον δικό τους συνταγματικό θεσμό εκπροσώπησης.

Υπάρχει ένα συνταγματικό παράδοξο στην καρδιά της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο σπάνια συζητείται δημόσια. Η Ελληνική Κοινότητα, αν και αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού και ελέγχει στην πράξη τους βασικούς θεσμούς του Κράτους, είναι σήμερα η μόνη από τις δύο κοινότητες του Συντάγματος που δεν διαθέτει δικό της χωριστό κοινοτικό θεσμό εκπροσώπησης. Ο οποίος θα εκφράζει τη βούλησή της.

Η Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση δεν καταργήθηκε τυπικά από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα, η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση αυτοδιαλύθηκε το 1965 και οι αρμοδιότητές της μεταφέρθηκαν στο Κράτος με τον Νόμο 12/1965. Το γεγονός αυτό παρουσιάστηκε τότε ως αναγκαία ρύθμιση σε συνθήκες κρίσης. Όμως, εξήντα και πλέον χρόνια μετά, το προσωρινό έγινε μόνιμο, το έκτακτο έγινε κανονικότητα και η Ελληνική Κοινότητα έμεινε χωρίς τον θεσμό που το ίδιο το Σύνταγμα τής αναγνώριζε.

Αυτό δεν είναι απλή ιστορική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα συνταγματικής τάξης, κοινοτικής εκπροσώπησης και δημοκρατικής συνέπειας.

Το Σύνταγμα του 1960 δεν αντιμετώπιζε τους Ελληνες Κυπρίους μόνο ως μεμονωμένους πολίτες ενός ενιαίου κράτους. Τους αναγνώριζε ρητά ως «Ελληνική Κοινότητα» με κοινοτικα δικαιώματα. Αντίστοιχα, αναγνώριζε και την «Τουρκική Κοινότητα». Η αναγνώριση αυτή δεν ήταν συμβολική. Συνοδευόταν από συγκεκριμένα θεσμικά όργανα με ουσιαστικές αρμοδιότητες.

Η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση είχε εξουσία, σε θέματα που αφορούσαν τον πυρήνα της ταυτότητας της κοινότητας: θρησκευτικά ζητήματα, παιδεία, πολιτισμό και άλλα. Με απλά λόγια, η παιδεία, ο πολιτισμός και η θρησκευτική ταυτότητα των Ελληνων Κυπρίων δεν ήταν απλώς διοικητικές υποθέσεις του κράτους. Ήταν κοινοτικές αρμοδιότητες, οι οποίες ασκούνταν από εκλεγμένο κοινοτικό σώμα.

Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Μετά το 1965, οι αρμοδιότητες αυτές πέρασαν στη Βουλή, στο Υπουργικό Συμβούλιο και, κυρίως, στο Υπουργείο Παιδείας. Έτσι, αυτό που ήταν κοινοτικό δικαίωμα μετατράπηκε σε κρατική αρμοδιότητα. Η Ελληνική Κοινότητα δεν εξαφανίστηκε ως πληθυσμός. Εξαφανίστηκε όμως θεσμικά, ως αυτοτελές συνταγματικό υποκείμενο.

Κάποιος θα μπορούσε να πει: «Μα οι Ελληνοκύπριοι ελέγχουν το Κράτος. Ποιο είναι το πρόβλημα;» Αυτή είναι η εύκολη απάντηση, αλλά και η πιο επιφανειακή. Διότι άλλο πράγμα είναι να εκπροσωπείται κανείς ως πολίτης του κράτους και άλλο να εκπροσωπείται ως συνταγματική κοινότητα με ιδιαίτερα κοινοτικά δικαιώματα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Βουλή και τα Υπουργεία ασκούν κρατικές λειτουργίες. Δεν είναι όργανα της Ελληνικής Κοινότητας. Δεν έχουν ως αποστολή να εκφράζουν χωριστά τα κοινοτικά της δικαιώματα. Αν το κάνουν, κατηγορούνται ότι ενεργούν μονομερώς. Αν δεν το κάνουν, τα δικαιώματα αυτά μένουν χωρίς θεσμικό υπερασπιστή.

Αυτή είναι η σιωπηλή αποψίλωση: όχι η κατάργηση των Ελληνοκυπρίων ως λαού, αλλά η απορρόφηση της κοινοτικής τους υπόστασης μέσα στο γενικό κράτος.

Η διάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης μπορεί να εξηγηθεί ιστορικά. Δεν μπορεί όμως να μένει για πάντα εκτός συζήτησης. Η δικοινοτική κρίση του 1963–64 δημιούργησε έκτακτες συνθήκες. Το κράτος έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί. Η θεωρία του δικαίου της ανάγκης χρησιμοποιήθηκε για να καλυφθούν κενά που απειλούσαν την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό.

Όμως το δίκαιο της ανάγκης δεν είναι λευκή επιταγή. Δεν μπορεί μια προσωρινή λύση κρίσης να μετατρέπεται, χωρίς νέα λαϊκή ή θεσμική επανεξέταση, σε μόνιμη συνταγματική κατάσταση. Αν κάτι δικαιολογήθηκε επειδή υπήρχε ανάγκη, τότε κάποτε πρέπει να εξεταστεί αν η ανάγκη εξακολουθεί να υπάρχει. Διαφορετικά, η εξαίρεση γίνεται κανόνας.

Το ίδιο πρόβλημα φαίνεται και στη μεταγενέστερη νομολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι αρμοδιότητες της διαλυθείσας Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης κατανεμήθηκαν σε άλλα κρατικά όργανα με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Αναγνώρισε επίσης ότι αυτή η κατανομή έπρεπε να σέβεται την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Δηλαδή, ακόμη και όταν γίνεται επίκληση της ανάγκης, δεν σημαίνει ότι όλα επιτρέπονται. Υπάρχουν όρια.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: εάν το 1965 υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν οι αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης στο Κράτος, υπάρχει σήμερα η ίδια ανάγκη να μην υφίσταται κανένας ιδιαίτερος θεσμός που να εκπροσωπεί την Ελληνική Κοινότητα στα θέματα της παιδείας, του πολιτισμού, της θρησκευτικής κληρονομιάς και κυρίως της κατοχής;

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε πρέπει να εξηγηθεί. Αν η απάντηση είναι όχι, τότε το ζήτημα πρέπει να επανεξεταστεί.

Η ασυμμετρία είναι ακόμη πιο έντονη επειδή η Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση δεν καταργήθηκε τυπικά από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Ελληνική Κοινότητα, δηλαδή η πλειοψηφία, στερήθηκε τον δικό της κοινοτικό θεσμό, ενώ η άλλη κοινότητα διατηρεί τουλάχιστον τυπικά τη δική της συνταγματική υπόσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζητούμε την κατάργηση των τουρκικών κοινοτικών δικαιωμάτων. Το αντίθετο. Το ζήτημα είναι γιατί η Ελληνική Κοινότητα παραιτήθηκε από τον δικό της θεσμό και γιατί κανείς δεν συζητά σήμερα την αποκατάσταση, έστω με σύγχρονη μορφή, της δικής της κοινοτικής εκπροσώπησης.

Η συνέπεια αυτής της σιωπής είναι σοβαρή. Όταν τίθενται ζητήματα Ελληνοκυπριακής παιδείας, πολιτιστικής συνέχειας, προστασίας της Ελληνορθόδοξης κληρονομιάς στα κατεχόμενα, προσφυγικής μνήμης, επιστροφής και συλλογικών δικαιωμάτων, ποιος θεσμός μιλά ειδικά ως φορέας της Ελληνικής Κοινότητας; Όχι ως κυβέρνηση όλων. Όχι ως κόμμα. Όχι ως υπουργείο. Ως κοινότητα. Η απάντηση είναι δυσάρεστη: κανένας.

Αυτό εξηγεί και μια βαθύτερη πολιτική αδυναμία. Τα δικαιώματα των Ελλήνων Κυπρίων παρουσιάζονται συχνά ως απλές κρατικές θέσεις ή ως εθνικές ευαισθησίες. Δεν παρουσιάζονται ως συνταγματικά κατοχυρωμένα κοινοτικά δικαιώματα ενός αναγνωρισμένου συλλογικού υποκειμένου. Έτσι, η Ελληνική Κοινότητα εμφανίζεται πολιτικά πανίσχυρη, αλλά θεσμικά άφωνη. Έχει αριθμητική πλειοψηφία, αλλά δεν έχει χωριστό κοινοτικό όργανο. Έχει κράτος, αλλά όχι δική της κοινοτική συνέλευση. Έχει κυβέρνηση, αλλά όχι θεσμό που να μιλά αποκλειστικά για τα κοινοτικά της δικαιώματα.

Η υπόθεση Aziz κατά Κύπρου δείχνει ότι τα κενά που προέκυψαν από την κατάρρευση της αρχικής συνταγματικής αρχιτεκτονικής δεν είναι απλώς θεωρητικά. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η αδυναμία Τουρκοκύπριου πολίτη να ψηφίσει συνιστούσε παραβίαση εκλογικού δικαιώματος και απαγόρευσης διακρίσεων. Το σημαντικό εδώ δεν είναι να εξισώσουμε μηχανικά διαφορετικές καταστάσεις. Το σημαντικό είναι ότι ένα συνταγματικό κενό, όταν μένει άλυτο για δεκαετίες, μπορεί να αποκτήσει συνέπειες στο επίπεδο των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ακριβώς γι’ αυτό η απουσία κοινοτικής εκπροσώπησης της Ελληνικής Κοινότητας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τελειωμένη υπόθεση του 1965. Πρέπει να εξεταστεί ξανά, πολιτικά και νομικά. Με ένα σοβαρό ερώτημα: μπορεί μια κοινότητα που αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα να μην έχει κανέναν ιδιαίτερο θεσμό που να εκφράζει τα κοινοτικά της δικαιώματα;

Η αποκατάσταση αυτού του κενού δεν σημαίνει απαραίτητα επανασύσταση της παλιάς Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης στην ίδια ακριβώς μορφή. Θα μπορούσε να σημαίνει τη δημιουργία νέου θεσμού κοινοτικής εκπροσώπησης, συμβουλευτικού ή νομοθετικά κατοχυρωμένου, με αρμοδιότητα σε ζητήματα παιδείας, πολιτιστικής κληρονομιάς, θρησκευτικής προστασίας, προσφυγικής μνήμης και συλλογικών δικαιωμάτων της Ελληνικής Κοινότητας. Ποιός ενδιαφέρεται για την πολιτιστική μας παράδοση; Για τις εκκλησίες μοναστήρια, κοιμητήρια μνημεία κ.λπ; Η παιδεία δεν έχει σχέση με τις παραδόσεις την παράδοση. Γι' αυτό σήμερα τα σχολεία μας είναι μέσα στην πολυπολιτισμική γραμμή της ΕΕ και όχι σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Συντάγματος. Το χείριστο παράδειγμα για τον παραμερισμό της Ελλ. Κοινότητας είναι η ακατανόητη επιμονή των ηγετών να δουλεύουν για ένα νέο Ανάν χωρίς κανένα σεβασμό για τη βούληση της Ελληνικής Κοινότητας. Η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση σαν συνταγματικός θεσμός θα μπορούσε να απαγορεύσει αυτή την πρακτική των πολιτικών. Σήμερα διάφοροι σχολιαστές επικρίνουν την κατάσταση και τίποτα άλλο δεν μπορούν να κάνουν. Αν συνεχίσουμε έτσι η κατάληξή μας είναι προδιαγεγραμμένη. Θα συνεχίσουμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας πώς βυθιζόμαστε. Ποιός Θα μπορούσε να σημαίνει ένα θεσμικό όργανο με διαφάνεια, εκλογική ή κοινωνική νομιμοποίηση και καθαρή αποστολή να υπερασπίζεται εκείνα που σήμερα χάνονται μέσα στη γενική γλώσσα του κράτους;

Το πρώτο βήμα, όμως, είναι να ονομάσουμε το πρόβλημα. Η Ελληνική Κοινότητα δεν έχασε τον θεσμό της με ξένη επιβολή. Τον έχασε μέσα από μια εσωτερική πράξη ανάγκης, η οποία ουδέποτε επανεξετάστηκε σοβαρά. Η απώλεια αυτή δεν φάνηκε αμέσως, επειδή οι Έλληνες Κύπριοι είχαν την κρατική πλειοψηφία. Όμως η κρατική πλειοψηφία δεν αντικαθιστά πάντοτε την κοινοτική αυτονομία. Σήμερα, μετά από δεκαετίες κατοχής, αλλοίωσης της δημογραφικής πραγματικότητας, καταστροφής πολιτιστικής κληρονομιάς και σταδιακής υποβάθμισης των προσφυγικών δικαιωμάτων, η απουσία ενός τέτοιου θεσμού φαίνεται πιο καθαρά. Η Ελληνική Κοινότητα χρειάζεται φωνή όχι μόνο ως εκλογικό σώμα, αλλά και ως συνταγματική κοινότητα με ιστορία, δικαιώματα και ευθύνη συνέχειας.

Η συζήτηση για την αποκατάσταση της κοινοτικής εκπροσώπησης των Ελλήνων Κυπρίων πρέπει επιτέλους να αρχίσει χωρίς φόβο, χωρίς συμπλέγματα και χωρίς την εύκολη δικαιολογία ότι «το κράτος τα καλύπτει όλα».

Διότι όταν ένα κράτος απορροφά πλήρως την κοινότητα που το στηρίζει, χωρίς να της αφήνει δικό της θεσμικό λόγο, δεν την ενισχύει. Την καθιστά αόρατη και κυρίως την απαγορεύει να εκφράζει τη βούλησή της.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία