Ας πάρουμε μαθήματα από το Παλαιστινιακό

Η συμφωνία του Όσλο αποτελεί ένα παράδειγμα αποτυχημένης διπλωματίας, που θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στις μελλοντικές προσπάθειες επιλύσεως διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και του Κυπριακού.

Η τελευταία μεγάλη κρίση στο Παλαιστινιακό αναδεικνύει κενά και παραλείψεις που άφησαν πίσω τους οι προσπάθειες επιλύσεως του προβλήματος, τα οποία προσφέρoνται για την εξαγωγή χρησίμων συμπερασμάτων για το Κυπριακό. Αυτό κρίνεται αναγκαίο γιατί διάφορες πτυχές της μακράς αραβοϊσραηλινής διενέξεως για τον έλεγχο της Παλαιστίνης έχουν μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες πτυχές του Κυπριακού.

Ήδη έχουν περάσει περισσότερες από τρεις δεκαετίες από την ισραηλινο-παλαιστινιακή ειρηνευτική συμφωνία του Όσλο (1993), η οποία εισήγαγε διπλωματικώς, για πρώτη φορά στην ιστορία του παλαιστινιακού ζητήματος, την πολιτική βούληση για αμοιβαία αναγνώριση των δύο εθνικών κινημάτων, καθώς επίσης και την προθυμία τους να επιλυθεί το ζήτημα με πολιτικά μέσα. Παρά την τότε διάχυτη αισιοδοξία για έναρξη μίας νέας εποχής στη Μέση Ανατολή, σήμερα όλοι οι εμπλεκόμενοι σ’ εκείνη τη διαδικασία έχουν εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου της πολυδιαφημισμένης Συμφωνίας.

Το Παλαιστινιακό είναι μία από τις πιο μακρές και έντονες διενέξεις του 20ού αιώνα, απότοκο της Νέας Τάξεως Πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, μετά την ασύντακτη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο γέννησε ένα από τα πιο διεθνοποιημένα γεωπολιτικά ζητήματα, το Μεσανατολικό, με αποκορύφωμα τους τρεις μεγάλους αραβοϊσραηλινούς πολέμους. Η Συμφωνία του Όσλο έχει πολλές ομοιότητες με τις προσπάθειες επιλύσεως του Κυπριακού.

Με τη Συμφωνία του Όσλο έγινε ευρέως γνωστός ο όρος «εποικοδομητική ασάφεια» (constructive ambiguity), τον οποίο πρωτοχρησιμοποίησε ο Χένρι Κίσινγκερ τη δεκαετία του 1970, για να εξηγήσει τα μεταβατικά στάδια στην επίλυση διεθνών διενέξεων. Με τη Συμφωνία του Όσλο επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί από τον ΟΗΕ στη διεθνή διπλωματία ένα υπόδειγμα για την επίλυση συγκρούσεων, μέσω ενός μεταβατικού σταδίου, σύμφωνα με το οποίο τα ευαίσθητα θέματα (κυρίως αυτά που σχετίζονται με την ασφάλεια) θα καλύπτονται από εποικοδομητική ασάφεια και θα επιλύονται σταδιακώς στο μέλλον. Παρόμοιο μοντέλο επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί και στην Κύπρο το 2004, με το Σχέδιο Ανάν. Τι πήγε, όμως, λάθος και το Όσλο άλλαξε άρδην το τοπίο στο Παλαιστινιακό; Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί τόσο στην ουσία της συμφωνίας όσο και στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε. Το Όσλο δημιουργούσε ένα μεταβατικό στάδιο πέντε ετών, μέσα στο οποίο θα εγκαθίστατο μία Παλαιστινιακή Αυτοδιοίκηση, η οποία θα διαπραγματευόταν μία τελική συμφωνία σχετικά με τη δημιουργία ανεξαρτήτου παλαιστινιακού κράτους. Σήμερα γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν επήλθε από την αρχή το ελάχιστο της αμοιβαίας κατανοήσεως των κεφαλαίων που άφηνε ανοικτά το Όσλο, δηλαδή εκείνα που αφορούσαν τα Ιεροσόλυμα, τους πρόσφυγες, τους εποίκους και το εδαφικό. Τα κεφάλαια αυτά είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις παραστάσεις που έχουν αμφότερες πλευρές για το περιβάλλον ασφαλείας μετά τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Αυτό δημιούργησε μία μόνιμη εντύπωση ότι στο τέλος το Ισραήλ θα έδιδε και οι Παλαιστίνιοι θα έπαιρναν. Αυτό με τη σειρά του κατέστησε αυτούς που υπέγραψαν τη συμφωνία του Όσλο, εκ μέρους του Ισραήλ, επιρρεπείς σε κατηγορίες από τους διαφωνούντες ότι ξεπουλούσαν τις νίκες του Ισραήλ στους αραβο-ισραηλινούς πολέμους, καλλιεργώντας ένα πλαίσιο υποσκάψεως των κυβερνήσεων όταν αυτές θα διαπραγματεύονταν θέματα ουσίας με τους Παλαιστινίους. Αποκορύφωμα αυτής της νοοτροπίας που κυριάρχησε σε μερικούς κύκλους εντός της ισραηλινής συμφωνίας ήταν η δολοφονία, το 1995, του αρχιτέκτονα της ειρηνευτικής συμφωνίας και τότε Πρωθυπουργού, Γιτζάκ Ράμπιν. Η δολοφονία εκείνη απεδείχθη μοιραία και στρατηγικής σημασίας για την ανατροπή της ειρηνευτικής διαδικασίας. Έκτοτε η ισχυρή πολιτική ομάδα που στήριξε την ειρηνευτική συμφωνία του Όσλο όχι μόνο δεν ανέκαμψε, αλλά ακολούθησε μία πορεία ραγδαίας και εντυπωσιακής απαξιώσεως.

Στην πορεία, τόσο η ισραηλινή πολιτική ηγεσία όσο και ο Αραφάτ πίστευαν ότι εξάντλησαν όλα εκείνα τα περιθώρια υποχωρήσεων για την προσέγγιση μίας συμφωνίας, επικαλούμενοι ερμηνείες πίσω από την εποικοδομητική ασάφεια. Στο τέλος, καμία πλευρά δεν θεωρούσε το Όσλο ως δεσμευτικό, καταστρέφοντας την ψυχολογική δυναμική για μια τελική συμφωνία.

Επιπλέον, η Συμφωνία δεν συγκέντρωσε εξαρχής μεγάλη υποστήριξη εξ αμφοτέρων των λαών, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίσει νομιμότητα. Στο Ισραήλ, αυτή η τάση εκφράστηκε με τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν το 1995, η οποία τελικώς απεδείχθη στρατηγικής σημασίας, ενώ στην παλαιστινιακή πλευρά εκδηλώθηκε με τη σταδιακή ενίσχυση της Χαμάς, η οποία ήταν εξαρχής εναντίον της Συμφωνίας του Όσλο.

Η παλαιστινιακή πλευρά παραβίασε τη Συμφωνία σε τακτικό επίπεδο. Ο Αραφάτ κάτω από τον μανδύα της δημιουργίας παλαιστινιακής αστυνομίας προσπάθησε να δημιουργήσει έναν μικρό στρατό και πολλές φορές αρνήθηκε να πάρει αποφασιστικά μέτρα κατά της τρομοκρατικής δράσεως της Χαμάς. Το Ισραήλ παραβίασε τη συμφωνία σε στρατηγικό επίπεδο. Οι κυβερνήσεις συνέχισαν να εκλαμβάνουν τις παλαιστινιακές περιοχές ως έδαφος υπό κατοχή, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς το κλείσιμο των περιοχών ως μοχλό εκβιασμού.

Επίσης, μετά τη Συμφωνία το Ισραήλ δεν εκκένωσε αλλά ούτε σταμάτησε το κτίσιμο νέων εποικισμών στις παλαιστινιακές περιοχές, γεγονός που έδιδε μονίμως την εντύπωση στους Παλαιστινίους ότι η ειρηνευτική συμφωνία ήταν μία απάτη.

Τελικώς, το Όσλο δεν δρομολόγησε επίλυση της συγκρούσεως αλλά αναδόμησε τη σύγκρουση και την έθεσε σε άλλη βάση. Απλώς, ήταν θέμα χρόνου πότε η βία θα επανερχόταν στην επιφάνεια. Η συμφωνία του Όσλο αποτελεί σήμερα ένα παράδειγμα αποτυχημένης διπλωματίας, ιδιαιτέρως στην πτυχή της ασφαλείας, που θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στις μελλοντικές προσπάθειες επιλύσεως διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και του Κυπριακού.