Αναλύσεις

Ασφάλεια, αποτροπή και κυπριακές στρατηγικές επιλογές

Στον σημερινό κόσμο, η ασφάλεια δεν αγοράζεται, ούτε χαρίζεται. Οικοδομείται καθημερινά μέσα από ισορροπίες, συμφέροντα, αξιοπιστία και συνεχή ενίσχυση της εθνικής ισχύος.

Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται ενώπιον μιας από τις σημαντικότερες στρατηγικές μεταβολές από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η υπογραφή του Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας Κύπρου-Ηνωμένων Πολιτειών για την περίοδο 2024-2029 και η πρόσφατη συμφωνία SOFA με τη Γαλλία δεν αποτελούν απλώς τεχνικές διευθετήσεις στρατιωτικής συνεργασίας. Συνιστούν την πιο σαφή ένδειξη ότι η Λευκωσία επιδιώκει να ενταχθεί βαθύτερα στο δυτικό σύστημα ασφάλειας και να μετατρέψει την Κύπρο σε σημαντικό παράγοντα της ευρωπαϊκής και ανατολικομεσογειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Για ορισμένους αποτελεί ιστορική επιτυχία, που ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άλλοι θεωρούν ότι δημιουργεί ψευδαίσθηση ασφάλειας και ενδέχεται να εμπλέξει τη χώρα σε ανταγωνισμούς που υπερβαίνουν τις δυνατότητές της.

Η πραγματικότητα βρίσκεται πιθανότατα ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να γίνει κατανοητό τι ακριβώς προβλέπουν οι νέες συμφωνίες. Ο αμερικανικός οδικός χάρτης επικεντρώνεται στην εκπαίδευση, τη διαλειτουργικότητα, την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διαχείριση κρίσεων και την αναβάθμιση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου. Παράλληλα, η συμφωνία SOFA με τη Γαλλία ρυθμίζει το νομικό και επιχειρησιακό πλαίσιο για κοινές ασκήσεις, χρήση υποδομών και συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας. Καμιά από τις δύο συμφωνίες δεν περιλαμβάνει ρήτρα συλλογικής άμυνας ή αυτόματης στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης. Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη, διότι συχνά στη δημόσια συζήτηση καλλιεργείται η εντύπωση ότι η αυξανόμενη παρουσία μεγάλων δυνάμεων στην Κύπρο μεταφράζεται αυτομάτως σε εγγυήσεις ασφαλείας. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντοτε.

Ωστόσο, εξίσου λανθασμένη θα ήταν η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία οι συμφωνίες αυτές δεν έχουν καμιά πρακτική αξία. Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η αποτροπή δεν βασίζεται αποκλειστικά σε νομικές δεσμεύσεις. Βασίζεται επίσης στην ύπαρξη συμφερόντων. Όσο περισσότεροι στρατηγικοί εταίροι έχουν συμφέροντα συνδεδεμένα με την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Κύπρου, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πολιτικό και διπλωματικό κόστος για οποιαδήποτε δύναμη θα επιχειρούσε να δημιουργήσει νέα κρίση στην περιοχή.

Η Κύπρος αποκτά σταδιακά έναν διαφορετικό ρόλο. Δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως μέρος του κυπριακού προβλήματος. Αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως κόμβος ασφάλειας, ανθρωπιστικής υποστήριξης, ενεργειακής συνεργασίας και περιφερειακής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτή η μεταβολή είναι ιδιαίτερα σημαντική, σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή παραμένει ασταθής, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και οι ανταγωνισμοί μεταξύ Δύσης, Ρωσίας και περιφερειακών δυνάμεων επεκτείνονται σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά, φυσικά, την Τουρκία. Η Άγκυρα παρακολουθεί με εμφανή δυσφορία τις εξελίξεις. Οι τουρκικές αντιδράσεις τόσο απέναντι στον αμερικανικό οδικό χάρτη όσο και στη συμφωνία με τη Γαλλία δείχνουν ότι η τουρκική ηγεσία θεωρεί πως οι κινήσεις αυτές μεταβάλλουν, έστω και περιορισμένα, το στρατηγικό περιβάλλον γύρω από την Κύπρο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Λευκωσία. Η Κύπρος οφείλει να ενισχύει την αποτρεπτική της ικανότητα χωρίς να δημιουργεί υπερβολικές προσδοκίες. Η Τουρκία παραμένει η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της περιοχής και διαθέτει σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Ταυτόχρονα, όμως, η Άγκυρα δεν λειτουργεί σε γεωπολιτικό κενό. Οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και ορισμένες περιφερειακές δυνάμεις χαρακτηρίζονται από διακυμάνσεις και αμοιβαίες επιφυλάξεις. Ακριβώς γι’ αυτό η δημιουργία ενός ευρύτερου πλέγματος συνεργασιών από πλευράς Κύπρου έχει σημασία. Δεν εξουδετερώνει την τουρκική ισχύ, αλλά περιορίζει τον βαθμό στρατηγικής απομόνωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση, που συχνά υποτιμάται. Κάθε αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου μιας μικρής χώρας συνεπάγεται και αυξημένους κινδύνους. Όσο περισσότερο η Κύπρος ενσωματώνεται στις δυτικές δομές ασφαλείας, τόσο περισσότερο ενδέχεται να θεωρείται μέρος ευρύτερων ανταγωνισμών. Η θέση της στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και εκθέσεις σε κινδύνους που παλαιότερα δεν υπήρχαν στον ίδιο βαθμό.

Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή κατέδειξε πόσο εύκολα η Κύπρος μπορεί να βρεθεί στην περιφέρεια μεγάλων συγκρούσεων, χωρίς ν’ αποτελεί άμεσα μέρος τους. Η διαχείριση εκκενώσεων, η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και η λειτουργία κρίσιμων υποδομών προσδίδουν στη χώρα αυξημένη στρατηγική σημασία, αλλά και αυξημένη ευθύνη. Παράλληλα, η νέα στρατηγική πρέπει να συνδεθεί με ρεαλιστική αμυντική πολιτική. Οι διεθνείς συνεργασίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για εκσυγχρονισμό της Εθνικής Φρουράς, αναβάθμιση της αμυντικής βιομηχανίας, επένδυση στην κυβερνοασφάλεια και ανάπτυξη σύγχρονων δυνατοτήτων επιτήρησης και αποτροπής. Καμιά ξένη δύναμη δεν θα ενδιαφερθεί περισσότερο για την ασφάλεια της Κύπρου από την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία.

Συμπερασματικά, η νέα αμυντική στρατηγική της Κύπρου ούτε πρέπει να εξιδανικεύεται ούτε να δαιμονοποιείται. Αποτελεί μια λογική προσαρμογή στις νέες συνθήκες ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου. Δημιουργεί ευκαιρίες, ενισχύει τη διεθνή θέση της χώρας και διευρύνει τα στρατηγικά της ερείσματα. Ταυτόχρονα όμως δεν προσφέρει απόλυτες εγγυήσεις ούτε αναιρεί τους κινδύνους που απορρέουν από τη γεωγραφία και την ιστορία της. Η Κύπρος χρειάζεται ισχυρές συμμαχίες, αλλά χρειάζεται ακόμη περισσότερο στρατηγική διαύγεια. Στον σημερινό κόσμο, η ασφάλεια δεν αγοράζεται, ούτε χαρίζεται. Οικοδομείται καθημερινά μέσα από ισορροπίες, συμφέροντα, αξιοπιστία και συνεχή ενίσχυση της εθνικής ισχύος. Και αυτή παραμένει η σημαντικότερη πρόκληση για τη Λευκωσία.

* Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην Πρύτανης