Ποιο «κεκτημένο συνομιλιών», κύριε Χριστοδουλίδη;

Η πρόσφατη αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας στο «διαπραγματευτικό κεκτημένο» των συνομιλιών για το Κυπριακό δεν μπορεί να περάσει ως ακόμη μία συνηθισμένη πολιτική φράση. Διότι στην Κύπρο οι λέξεις συχνά χρησιμοποιούνται σαν να είναι ακίνδυνες, μέχρι να ανακαλύψουμε ότι μέσα τους κρύβεται μια ολόκληρη πολιτική υποχώρηση. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας μιλά για επανέναρξη των συνομιλιών «από εκεί που έμειναν», αξιοποιώντας το λεγόμενο κεκτημένο, οφείλει να εξηγήσει στους πολίτες κάτι πολύ απλό: ποιο ακριβώς είναι αυτό το κεκτημένο, ποιος το απέκτησε, ποιος το ενέκρινε και ποιον δεσμεύει;

Στις συνομιλίες για το Κυπριακό, οι οποίες πολλές φορές έμοιαζαν λιγότερο με πραγματική διαπραγμάτευση και περισσότερο με διαδοχική καταγραφή ελληνικών υποχωρήσεων, υπήρχε πάντοτε μία βασική αρχή: τίποτα δεν συμφωνείται αν δεν συμφωνηθούν όλα. Η αρχή αυτή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η νομική και πολιτική ασπίδα που προστατεύει την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελληνική Κοινότητα από τη μετατροπή μεμονωμένων συζητήσεων, ιδεών, συγκλίσεων ή υποχωρήσεων σε δεσμευτικές συμφωνίες. Αν πράγματι τίποτα δεν συμφωνείται αν δεν συμφωνηθούν όλα, τότε δεν μπορεί σήμερα το μισό, το πρόχειρο, το απορριφθέν ή το μη εγκεκριμένο να παρουσιάζεται ως δήθεν κεκτημένο.

Άλλο πράγμα είναι το αρχείο των συνομιλιών και άλλο το κεκτημένο. Άλλο είναι να γνωρίζεις τι συζητήθηκε στο παρελθόν και άλλο να θεωρείς ότι η Ελληνική Κοινότητα είναι υποχρεωμένη να ξεκινά κάθε φορά από εκεί όπου σταμάτησε η προηγούμενη υποχώρηση. Αν το «διαπραγματευτικό κεκτημένο» σημαίνει απλώς ότι δεν αγνοούμε την ιστορία των συνομιλιών, κανείς λογικός άνθρωπος δεν διαφωνεί. Αν όμως σημαίνει ότι οι προηγούμενες παραχωρήσεις θεωρούνται πλέον δεδομένες, τότε δεν μιλούμε για κεκτημένο. Μιλούμε για πολιτική παγίδα.

Το ερώτημα είναι ακόμη πιο σοβαρό, επειδή η μοναδική φορά που η Ελληνική Κοινότητα κλήθηκε να αποφασίσει άμεσα για ολοκληρωμένο σχέδιο λύσης, το 2004, έδωσε ένα καθαρό, συντριπτικό και δημοκρατικά αδιαμφισβήτητο «Όχι». Δεν ήταν ψίθυρος. Δεν ήταν παρεξήγηση. Δεν ήταν στιγμιαία συναισθηματική αντίδραση. Ήταν η απόφαση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελληνων Κυπρίων απέναντι σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο περιείχε ρυθμίσεις για τη διακυβέρνηση, την ασφάλεια, τις εγγυήσεις, το περιουσιακό, τη λειτουργία του κράτους και το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με ποια δημοκρατική εξουσιοδότηση, λοιπόν, συνεχίζεται σήμερα μια πορεία που μοιάζει να οδηγεί σε ένα νέο Σχέδιο Ανάν — ίσως πιο προσεκτικά διατυπωμένο, ίσως πιο ευρωπαϊκά συσκευασμένο, αλλά με την ίδια βασική λογική;

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είχε πει πολλά πριν από τις εκλογές. Όπως και άλλοι πριν από αυτόν. Το πρόβλημα της Κυπριακής πολιτικής ζωής είναι ότι προεκλογικά οι πολίτες ακούν πατριωτική σοβαρότητα και μετεκλογικά βλέπουν διαπραγματευτική βιασύνη. Το ότι προηγούμενοι Πρόεδροι είπαν άλλα πριν και έκαναν άλλα μετά δεν δημιουργεί παράδοση προς μίμηση. Δημιουργεί παράδειγμα προς αποφυγή. Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με τη λογική «αφού το έκαναν οι προηγούμενοι, ας το συνεχίσουμε κι εμείς». Αν ήταν έτσι, δεν θα χρειαζόμασταν εκλογές. Θα αρκούσε ένα πολιτικό φωτοτυπικό μηχάνημα, όπως περίπου λειτουργεί ήδη μεγάλο μέρος του συστήματος.

Υπάρχει και ένα βαθύτερο θεσμικό ζήτημα. Δεν χρειάζεται να ισχυριστεί κανείς ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι «μη συνταγματικός», διότι μια τέτοια διατύπωση θα μετέφερε τη συζήτηση σε λάθος πεδίο. Το πραγματικό ζήτημα είναι άλλο: όταν ο Πρόεδρος διαπραγματεύεται εκ μέρους της Ελληνικής Κυπριακής πλευράς, έχει σαφή και ειδική εντολή από την Ελληνική Κοινότητα να δεσμεύει τις επόμενες γενιές πάνω σε προηγούμενες συγκλίσεις που ουδέποτε εγκρίθηκαν ως συνολικό πακέτο; Η διάλυση ή η αδρανοποίηση των κοινοτικών θεσμών της Ελληνικής Κοινότητας δεν μπορεί να σημαίνει ότι η κοινότητα παύει να έχει πολιτικά δικαιώματα, μνήμη και βούληση. Ο Πρόεδρος είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν είναι ιδιοκτήτης της ιστορικής υπομονής των προσφύγων ούτε διαχειριστής εν λευκώ των δικαιωμάτων μιας κοινότητας που πλήρωσε το μεγαλύτερο κόστος της εισβολής και της κατοχής.

Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα. Στο όνομα του «κεκτημένου» έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί ή συζητηθεί ρυθμίσεις για εκ περιτροπής προεδρία, σταθμισμένη ψήφο, θετική ψήφο της Τουρκοκυπριακής πλευράς, περιορισμούς στην επιστροφή και στην εγκατάσταση, σύνθετες φόρμουλες για το περιουσιακό, εξαιρέσεις από βασικές ευρωπαϊκές ελευθερίες, ειδικές μεταχειρίσεις και μηχανισμούς που ενδέχεται να καταστήσουν το Κράτος δυσλειτουργικό πριν ακόμη γεννηθεί. Αν όλα αυτά αποτελούν απλώς υλικό προς μελέτη, ας το πουν καθαρά. Αν όμως θεωρούνται βάση υποχρεωτικής συνέχειας, τότε ο Κυπριακός λαός δικαιούται να γνωρίζει ποιος τα αποδέχθηκε, πότε, με ποια νομιμοποίηση και έναντι ποιου ανταλλάγματος.

Η διαπραγμάτευση δεν είναι θρησκευτική τελετή, όπου κάθε παλιά φράση αντιμετωπίζεται ως ιερό κείμενο. Είναι πολιτική διαδικασία. Και σε κάθε πολιτική διαδικασία, όταν οι συνθήκες αλλάζουν, όταν η Τουρκία σκληραίνει, όταν ο εποικισμός βαθαίνει, όταν η Αμμόχωστος ανοίγει παράνομα, όταν οι περιουσίες σφετερίζονται και όταν το κατοχικό καθεστώς ζητά αναβάθμιση, η δική μας πλευρά δεν μπορεί να προσέρχεται λέγοντας:

«Είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε».

Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν πρέπει να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε. Είναι αν πρέπει επιτέλους να ελέγξουμε πώς φτάσαμε εκεί.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα των νομικών νικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και των προσφύγων. Οι αποφάσεις διεθνών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων, οι υποθέσεις που επιβεβαίωσαν δικαιώματα ιδιοκτησίας, την ευθύνη της Τουρκίας και τη μη αναγνώριση του παράνομου μορφώματος, δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία για επετειακές ομιλίες. Είναι διαπραγματευτικά όπλα. Και όμως, η εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι, αντί να συσσωρεύεται νομική πίεση, συσσωρεύονται πολιτικές υποχωρήσεις. Γιατί δεν γίνεται συστηματική στρατηγική αξιοποίηση αυτών των νομικών δεδομένων; Γιατί δεν δημιουργείται συνεχής διεθνής πίεση πάνω στην Τουρκία; Γιατί κάθε νέα κινητικότητα ξεκινά με την ψυχολογία ότι πρέπει να προλάβουμε τη λύση, αντί με τη θέση ότι πρέπει να επιβάλουμε το δίκαιο;

Ασφαλώς, θα πει κάποιος ότι τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών μιλούν για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Σωστά. Αλλά τα ίδια ψηφίσματα μιλούν και για μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα, μία ιθαγένεια, απαγόρευση απόσχισης, σεβασμό της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Δεν μπορεί η δική μας πλευρά να θυμάται μόνο τη λέξη «διζωνική» και να αφήνει τα υπόλοιπα να αιωρούνται σαν ευχές σε δελτίο Τύπου. Η βάση των Ηνωμένων Εθνών δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να νομιμοποιούνται παλιές ασάφειες. Αντιθέτως, πρέπει να χρησιμοποιείται ως φραγμός απέναντι σε κάθε ρύθμιση που θα μετατρέψει την Κυπριακή Δημοκρατία σε αδύναμο συνεταιρισμό δύο κοινοτικών βέτο.

Το ερώτημα προς τον Πρόεδρο είναι απλό και γι’ αυτό δύσκολο: θεωρεί ότι η διζωνική λύση, όπως έχει φορτωθεί με όλες αυτές τις κατά καιρούς συγκλίσεις, θα είναι πράγματι καλύτερη από τη σημερινή κατάσταση; Όχι καλύτερη ως σύνθημα ούτε καλύτερη ως φωτογραφία επανένωσης. Καλύτερη ως κράτος, ως ασφάλεια, ως δικαιοσύνη, ως λειτουργικότητα, ως προστασία των προσφύγων, ως ευρωπαϊκή δημοκρατία. Διότι αν το νέο κράτος είναι τόσο περίπλοκο, τόσο εξαρτημένο από βέτο, τόσο ευάλωτο σε εξωτερικές παρεμβάσεις και τόσο άδικο για τους πρόσφυγες, τότε δεν θα έχουμε λύσει το Κυπριακό. Θα το έχουμε μεταφέρει μέσα στο ίδιο το σύνταγμα της επόμενης κρίσης.

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση είναι καλή. Η κατοχή δεν μπορεί να γίνει κανονικότητα. Η διαίρεση δεν μπορεί να βαφτιστεί σταθερότητα. Αλλά η ανάγκη λύσης δεν σημαίνει αποδοχή οποιασδήποτε λύσης. Η βιασύνη δεν είναι στρατηγική. Η επανάληψη παλιών λαθών δεν είναι συνέπεια. Και το «κεκτημένο συνομιλιών» δεν μπορεί να είναι η ωραία ονομασία μιας διαδρομής που απομακρύνει την Ελληνική Κοινότητα από τα δικαιώματά της.

Γι’ αυτό ο Πρόεδρος οφείλει να απαντήσει καθαρά. Ποιο είναι το κεκτημένο; Ποιες συγκλίσεις θεωρεί δεσμευτικές; Ποιες απορρίπτει; Ποιες επαναδιαπραγματεύεται; Ποια είναι η κόκκινη γραμμή για την επιστροφή των προσφύγων, το περιουσιακό, την ασφάλεια, τις εγγυήσεις, την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων, τη λειτουργικότητα του κράτους και την ευρωπαϊκή νομιμότητα; Και κυρίως: είναι έτοιμος να πει ότι τίποτα από όσα συζητήθηκαν δεν δεσμεύει την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελληνική Κοινότητα, αν δεν εγκριθεί ως μέρος μιας συνολικής, δίκαιης, λειτουργικής και δημοκρατικά αποδεκτής λύσης;

Αν ναι, τότε ας το πει. Αν όχι, τότε το πρόβλημα δεν είναι το «κεκτημένο των συνομιλιών». Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι προσπαθούν να παρουσιάσουν τις παλιές υποχωρήσεις ως αναπόφευκτο μέλλον. Και αυτό δεν είναι διαπραγμάτευση. Είναι παράδοση με καλύτερη ορολογία.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία