Έθνος - κράτος και παγκοσμιοποίηση

Ο 20ός αιώνας σφραγίστηκε από την ίδρυση νέων εθνικών κρατών και όλα δείχνουν ότι αυτή η τάση θα παραμείνει κυρίαρχη

Ένα από τα ερωτήματα που κυριαρχούν ήδη από τη δεκαετία του 1990, όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, είναι κατά πόσον στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης θα υπάρξει υπέρβαση των εθνικών κρατών και σταδιακή αντικατάστασή τους από πολυεθνικές και πολυπολιτισμικές κρατικές οντότητες. Το πρότυπο έθνους που προβάλλεται διεθνώς μέσα από τη διαδικασία παγκοσμιοποίησης είναι το αμερικανικό. Οι Αμερικανοί προσπαθούν να επιβάλουν διεθνώς το δικό τους πρότυπο, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι η δημιουργία των ΗΠΑ στηρίχθηκε εκ γενετής στον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, αφού δημιουργήθηκαν από μετανάστες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει αρχίσει να προκαλεί μία διαφοροποίηση ακόμα και σε παραδοσιακά εθνικά κράτη. Το γεγονός αυτό δε δικαιώνει τις ανωτέρω προβλέψεις. Η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως και της Γιουγκοσλαβίας απέδειξαν το αντίθετο, τη δυναμική επάνοδο του εθνικισμού και την επιβεβαίωση του έθνους κράτους. Μετά την κατάρρευση των παραδοσιακών αυτοκρατοριών και της αποικιοκρατίας, η Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία ήταν δύο κλασικές απόπειρες για την υποχρεωτική ένταξη εθνών σε υπερεθνικές κρατικές οντότητες.

Ο 20ός αιώνας σφραγίστηκε από την ίδρυση νέων εθνικών κρατών και όλα δείχνουν ότι αυτή η τάση θα παραμείνει κυρίαρχη. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποτελεί υπερεθνικό θεσμό. Η διαδικασία ενοποιήσεως της Γηραιάς Ηπείρου, όμως, είναι μία τελείως διαφορετική υπόθεση, η οποία επιβεβαιώνει ότι μόνον εάν τα έθνη αποκτήσουν το δικό τους κράτος μπορούν στη συνέχεια να συμμετάσχουν εθελοντικώς στη διαμόρφωση μίας πολυεθνικής κοινότητας.

Σχετικώς με την Ευρώπη, το ζήτημα του έθνους-κράτους εμφανίζεται περίπλοκο επειδή τα σημαντικότερα έθνη της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης είναι, με πλανητικά μέτρα, μεσαίες δυνάμεις, δηλαδή δυνάμεις οι οποίες ούτε μπορούν να μείνουν στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων, ούτε να διατηρήσουν τη θέση τους αυτοδυνάμως η καθεμιά (πολύ λιγότερο αν η καθεμιά στραφεί εναντίον των υπολοίπων). Οι δυνάμεις αυτές συνειδητοποιούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων βαθμιαίως μόνον, επειδή παλιές νοοτροπίες τις εμποδίζουν να συλλάβουν τις πλανητικές πλέον διαστάσεις των προβλημάτων και επειδή εν μέρει ακόμα ζουν από τα τεράστια αποθέματα της ιμπεριαλιστικής εποχής. Όσο διαρκούσε αυτή η εποχή, ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών μεταξύ τους δεν εμπόδισε την οικουμενική επικράτηση της Ευρώπης – απεναντίας, μάλιστα, ο ανταγωνισμός ωθούσε προς την επέκταση προκειμένου ο καθένας να μην υστερήσει σε σχέση με την επέκταση των ανταγωνιστών του.

Η κατάσταση αυτή, που κράτησε πάνω από τέσσερεις αιώνες, άλλαξε τώρα διπλά: μειώνεται τόσο το ειδικό (οικονομικό, δημογραφικό, γεωπολιτικό) βάρος της Ευρώπης, όσο και η κοσμοϊστορική σημασία των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Ο πλανήτης δεν συνομαδώνεται πλέον γύρω από τον άξονα των ανταγωνισμών αυτών, παρά τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεούνται τώρα να συνομαδωθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Αυτό ερμηνεύει το γεγονός ότι οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι ήταν δυνατοί επειδή η Ευρώπη κυριαρχούσε στον κόσμο, σήμερα είναι αδύνατοι επειδή η Ευρώπη έπαυσε να είναι η κινητήρια δύναμη της παγκοσμίας Ιστορίας.

Σήμερα η ΕΕ συντίθεται στις αντιθετικές διανοητικές και ιδεολογικές παραδόσεις, που συγκροτούν αλλά και τέμνουν την ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα διχάζοντας εσωτερικά την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Συνεπώς, ανάδειξη των αντιθετικών αυτών παραδόσεων θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για τη συλλογική αυτογνωσία των ευρωπαϊκών λαών. Επιπλέον, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελείται από εθνικά κράτη, δεν μπορεί να μετατραπεί σε ένα χωνευτήρι εθνοτήτων και πολιτισμών, όπως οι ΗΠΑ. Όσοι ονειρεύονται ένα είδος υπερεθνικού ομογενοποιημένου Ευρωπαίου, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να υπονομεύουν το ιστορικό πείραμα που συντελείται στην Ευρώπη. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε αυτό το πείραμα και σε όλα τα προηγούμενα είναι ότι τώρα τα εθνικά κράτη παραχωρούν τμήματα της κυριαρχίας τους εθελοντικώς και στη βάση μίας δημοκρατικής διαδικασίας, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εθνική αλλοτρίωση.

Για να καταστεί το έθνος-κράτος ξεπερασμένο, η συλλογική οντότητα θα πρέπει να διευρυνθεί και να επιλέξει μίαν άλλη μορφή οργανώσεως της πολιτικής μονάδας. Όμως, πάντοτε θα υπάρχουν και θα δρουν συλλογικές οντότητες με σκοπό να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους πλεονεκτική θέση στον αγώνα κατανομής - εκτός και αν καταστεί περιττή κάθε πολιτική οργάνωση, κάτι που στο παρόν ιστορικό στάδιο φαίνεται ουτοπία. Οι οικονομιστές φιλελεύθεροι, που προσδοκούν κάτι τέτοιο, θα όφειλαν να δουν πιο συνολικώς την ιστορική πραγματικότητα κι όχι μόνο με οικονομικούς όρους.

Επιπλέον, η πολιτική ισοπέδωση μέσω της οικονομίας, υπεράνω της εθνικής αυτοσυνείδησης και αξιοπρέπειας, αποτελεί το προανάκρουσμα της άτεγκτης κοινωνίας των ασπόνδυλων υπηκόων - ατόμων και σε συλλογικό επίπεδο, τον ηγεμονισμό των ισχυρών κρατών έναντι των αδυνάτων.