Διεθνή

Τα αιτήματα Ζελένσκι και το αυξανόμενο κόστος για την Ευρώπη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να προετοιμάζει σταδιακά το έδαφος για πιο ενεργό εμπλοκή στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Διπλωματικές επαφές και ανεπίσημοι δίαυλοι επικοινωνίας με αξιωματούχους της Μόσχας έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται, με στόχο όχι τη μεσολάβηση ανάμεσα στο Κίεβο και τη Ρωσία, αλλά τη διασφάλιση μιας ευρωπαϊκής θέσης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όταν αυτές ωριμάσουν.

ΦΩΤΟ ΚΡΙΣ.png

Η ρωσική πλευρά δηλώνει ότι παραμένει ανοικτή σε διάλογο με ευρωπαϊκές χώρες, επισημαίνοντας όμως ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί τελεσίγραφα. Στο εσωτερικό της Ε.Ε. καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις: κράτη της Ανατολικής Ευρώπης εμφανίζονται πιο επιφυλακτικά απέναντι σε οποιαδήποτε προσέγγιση με τη Μόσχα, ενώ άλλες κυβερνήσεις θεωρούν ότι η διπλωματική οδός δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον κλειστή.

Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης βρίσκεται πλέον και το οικονομικό βάρος του πολέμου. Οι συνεχείς εκκλήσεις του Ουκρανού Προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι για περισσότερη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, νέα πακέτα χρηματοδότησης, πυρομαχικά, συστήματα αεράμυνας και εξοπλισμό, επηρεάζουν άμεσα τις δημοσιονομικές προτεραιότητες πολλών ευρωπαϊκών κρατών.

Τα τελευταία χρόνια η Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη έχουν διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη της Ουκρανίας. Οι επικριτές αυτής της πολιτικής υποστηρίζουν ότι οι πόροι αυτοί επιβαρύνουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς, αυξάνουν τις ανάγκες δανεισμού και επηρεάζουν το κόστος χρηματοδότησης των κρατών. Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι η στήριξη προς το Κίεβο αποτελεί επένδυση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και στην αποτροπή ευρύτερης αποσταθεροποίησης.

Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, καθώς και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, προκάλεσαν σημαντικές ανακατατάξεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη κατάφερε να μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, το κόστος ενέργειας παραμένει υψηλότερο σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, επηρεάζοντας νοικοκυριά και βιομηχανίες.

ΦΩΤΟ ΚΡΙΣ 2.png

Οι πιέσεις του Κιέβου για περισσότερα όπλα και πυρομαχικά οδήγησαν επίσης την Ε.Ε. στην προσπάθεια ενίσχυσης της αμυντικής της παραγωγής. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία καλείται να αυξήσει την παραγωγική της ικανότητα σε μια περίοδο όπου πολλές οικονομίες αντιμετωπίζουν χαμηλή ανάπτυξη και αυξημένο δημόσιο χρέος.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και το ζήτημα της αξιοποίησης δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Αν και αρκετές κυβερνήσεις στηρίζουν την ιδέα, νομικοί και οικονομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι υπάρχουν σύνθετα ζητήματα διεθνούς δικαίου και πιθανές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.

Παράλληλα, σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες ενισχύονται οι φωνές που ζητούν μεγαλύτερη προσοχή στο εσωτερικό κόστος του πολέμου. Δημοσκοπήσεις σε διάφορες χώρες δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των πολιτών ανησυχεί για την ακρίβεια, την ενέργεια και τη μακροχρόνια χρηματοδότηση της σύγκρουσης, αν και οι στάσεις διαφέρουν αισθητά από χώρα σε χώρα.

Στη Μόσχα, ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν συνεχίζει να προειδοποιεί ότι το ΝΑΤΟ προετοιμάζεται για αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Σε πρόσφατη ομιλία του προς αποφοίτους στρατιωτικών ακαδημιών υποστήριξε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να απαντήσει σε κάθε απειλή, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι παραμένει ανοικτή σε ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία.

Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στην Ευρώπη είναι το τεράστιο ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο. Η Ρωσία διαθέτει μία από τις δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις στον κόσμο, με διηπειρωτικούς πυραύλους, υποβρύχια και στρατηγικά βομβαρδιστικά που θεωρητικά μπορούν να πλήξουν στόχους σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η ύπαρξη αυτού του οπλοστασίου λειτουργεί κυρίως ως μέσο αποτροπής, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το διακύβευμα οποιασδήποτε άμεσης αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ.

Καθώς ο πόλεμος εισέρχεται σε παρατεταμένη φάση, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: πώς θα συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τις οικονομίες και τις κοινωνίες της, και πώς θα επιδιώξει μια μελλοντική διπλωματική λύση χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τις βασικές της αρχές ασφάλειας και διεθνούς δικαίου. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι αποφάσεις των επόμενων μηνών θα επηρεάσουν όχι μόνο την έκβαση του πολέμου, αλλά και το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης.