«Ακρίτες χωρίς ελληνική σημαία; Οι επικίνδυνες θεωρίες της αντιπροέδρου της "Άμεσης Δημοκρατίας"»

Η πρόσφατη είσοδος του νεοσύστατου κόμματος «Άμεση Δημοκρατία» στη Βουλή των Αντιπροσώπων θεωρήθηκε από πολλούς ως μια προσπάθεια ανανέωσης του πολιτικού σκηνικού. Η υπόσχεση για τη χρήση της τεχνολογίας και τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων μέσω ψηφιακών εφαρμογών έδωσε την εντύπωση ενός σύγχρονου, «απολιτίκ» και πρακτικού μοντέλου διακυβέρνησης. Ωστόσο, πίσω από τις οθόνες των κινητών τηλεφώνων και τις εξαγγελίες για την κατάργηση της «κομματοκρατίας», άρχισε γρήγορα να αποκαλύπτεται ένα βαθύ ιδεολογικό κενό – ή, ακόμα χειρότερα, μια επικίνδυνη ιδεολογική κατεύθυνση.

Το πλέον ανησυχητικό δείγμα γραφής δεν ήρθε από την τεχνολογική πλατφόρμα του κόμματος, αλλά από το ίδιο το στελεχιακό του δυναμικό. Οι δημόσιες τοποθετήσεις της αντιπροέδρου του κόμματος, Νταϊάνας Κωνσταντινίδη, σχετικά με την παρουσία της Ελληνικής σημαίας στις ακριτικές περιοχές της Κύπρου, προκάλεσαν δικαιολογημένα έντονες αντιδράσεις. Η πρότασή της ότι οι ακριτικές περιοχές και η γραμμή αντιπαράταξης πρέπει να φέρουν αποκλειστικά την Κυπριακή σημαία και «όχι την Ελληνική», δεν αποτελεί απλώς μια ατυχή τοποθέτηση, αλλά αγγίζει τα όρια μιας συνειδητής προσπάθειας απονεύρωσης της εθνικής ταυτότητας του Κυπριακού Ελληνισμού. Όταν αυτό συνδυάζεται με παλαιότερες αναφορές της –για τις οποίες αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη– όπου χαρακτήριζε το κατοχικό ψευδοκράτος ως «μερικώς αναγνωρισμένο κράτος» και αναφερόταν σε θεσμούς του, τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: Ποια είναι η πραγματική ατζέντα αυτών των προσώπων και ποιοι εθνικοί κίνδυνοι ελλοχεύουν πίσω από τη θεωρία της «άμεσης δημοκρατίας»; Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η Κύπρος δοκιμάζεται σκληρά σε πολλαπλά μέτωπα. Η τουρκική κατοχή παραμένει μια ανοιχτή πληγή, με την Άγκυρα να κλιμακώνει τις προκλήσεις της και να επιμένει στη διχοτομική λύση των δύο κρατών. Την ίδια στιγμή, οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με μια πιεστική καθημερινότητα: η ακρίβεια καλπάζει, το στεγαστικό πρόβλημα έχει λάβει διαστάσεις κοινωνικής κρίσης, οι μισθοί εξανεμίζονται και το μεταναστευτικό ζήτημα δοκιμάζει τις αντοχές των υποδομών και της κοινωνικής συνοχής της χώρας. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, είναι απορίας άξιο γιατί ένα νέο κόμμα επιλέγει να ανοίξει ένα τόσο ευαίσθητο μέτωπο, όπως αυτό των εθνικών συμβόλων.

Πόση σημασία έχει η σημαία αυτή τη στιγμή, θα αναρωτηθεί κανείς εύλογα; Η απάντηση είναι τεράστια, διότι η σημαία δεν είναι απλώς ένα κομμάτι ύφασμα, ούτε ένα διακοσμητικό στοιχείο, αλλά το οπτικό σύμβολο της ιστορικής συνέχειας, των κοινών αγώνων και της εθνικής καταγωγής του Κυπριακού Ελληνισμού.

Η προσπάθεια να υποβαθμιστεί ή να απομακρυνθεί η Ελληνική σημαία από τις ακριτικές μας περιοχές δεν είναι μια αθώα «κοσμοπολίτικη» άποψη, αλλά μια πράξη που, ηθελημένα ή άθελα, αποσκοπεί στην αποσύνδεσή μας από τις εθνικές μας ρίζες. Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: Σε τι ακριβώς αποσκοπεί αυτή η κυρία και η πολιτική ομάδα που εκπροσωπεί; Τι θέλει να πετύχει; Η θεωρία της «κυπροκεντρικής» απομόνωσης, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την Ελληνική σημαία ως «ξένη» ή «προκλητική» στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός, εξυπηρετεί απόλυτα το αφήγημα της τουρκικής προπαγάνδας. Η Τουρκία ανέκαθεν επιδίωκε να παρουσιάσει τον Κυπριακό Ελληνισμό ως μια απομονωμένη, αδύναμη και αποκομμένη κοινότητα, χωρίς οργανικούς και ιστορικούς δεσμούς με την Ελλάδα. Όταν στελέχη της κυπριακής πολιτικής ζωής υιοθετούν τέτοιες προσεγγίσεις, προσφέρουν ανέλπιστο δώρο στον επεκτατισμό της Άγκυρας.

Αν αποδυναμώσουμε τον εθνικό και ψυχολογικό δεσμό με την Ελλάδα, αν πείσουμε τη νέα γενιά ότι η Ελληνική σημαία δεν έχει θέση στις ακριτικές μας περιοχές, τότε τι απομένει για να κρατήσει όρθιο το φρόνημα του λαού απέναντι στην τουρκική απειλή; Πώς θα αντισταθούμε στην προσπάθεια εκτουρκισμού και δημογραφικής αλλοίωσης, αν απεμπολήσουμε τα σύμβολα που μας συνδέουν με τον ευρύτερο Ελληνισμό; Αυτή η προσπάθεια αποσύνδεσης δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά έχει πρακτικές, αντεθνικές συνέπειες, αφού αποδυναμώνει τη θέση της Κύπρου ως προπυργίου του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο και στέλνει ένα μήνυμα ηττοπάθειας και συμβιβασμού. Αν η κ. Κωνσταντινίδη και το κόμμα της θεωρούν ότι με το να «κρύψουμε» την Ελληνική σημαία θα εξευμενίσουμε τον κατακτητή ή θα φανούμε πιο «σύγχρονοι», κάνουν ένα τραγικό ιστορικό λάθος, καθώς ο εξευμενισμός του θηρίου ποτέ δεν έφερε τη σωτηρία, αλλά πάντα τον κατασπαραγμό.

Το πιο ειρωνικό στοιχείο σε αυτή την ιστορία είναι το ίδιο το όνομα του κόμματος, καθώς η άμεση δημοκρατία, ως έννοια, γεννήθηκε στην αρχαία Αθήνα και είναι γέννημα-θρέμμα του Ελληνικού πολιτισμού. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, ένα κόμμα που καπηλεύεται αυτή την κορυφαία Ελληνική πολιτική παρακαταθήκη, να στρέφεται κατά του εθνικού συμβόλου της χώρας που τη γέννησε; Επιπλέον, η άμεση δημοκρατία προϋποθέτει τον σεβασμό στη θέληση της πλειοψηφίας των πολιτών, και αν η ηγεσία της «Άμεσης Δημοκρατίας» έθετε στην ψηφιακή της εφαρμογή το ερώτημα αν οι Κύπριοι πολίτες επιθυμούν την υποστολή ή την απομάκρυνση της Ελληνικής σημαίας από τις ακριτικές περιοχές, η απάντηση της συντριπτικής πλειοψηφίας θα ήταν ένα ηχηρό όχι. Συνεπώς, οι προσωπικές ιδεοληψίες της αντιπροέδρου του κόμματος έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με το ίδιο το λαϊκό αίσθημα που υποτίθεται ότι θέλει να εκπροσωπήσει, αποδεικνύοντας ότι πίσω από το τεχνολογικό προσωπείο κρύβεται μια ελιτίστικη προσπάθεια επιβολής μιας αποδομητικής ατζέντας, όπου η χρήση της τεχνολογίας δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την εθνική αποχαύνωση. Οι πολίτες που επέλεξαν να στηρίξουν την «Άμεση Δημοκρατία» στις πρόσφατες εκλογές, το έπραξαν κυρίως ως μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στο κατεστημένο, την οικονομική πίεση και τη διαφθορά, και δεν έδωσαν λευκή επιταγή σε κανέναν να παίξει παιχνίδια με την εθνική μας ταυτότητα και την ασφάλεια της πατρίδας μας. Η Ελληνική σημαία στην Κύπρο δεν είναι διακοσμητική, αλλά η υπενθύμιση ότι δεν είμαστε μόνοι μας, ο φόρος τιμής σε όσους θυσιάστηκαν για την ελευθερία αυτού του τόπου και το σύμβολο της πνευματικής και εθνικής μας επιβίωσης. Όσοι επιχειρούν να μας αποσυνδέσουν από αυτήν, με πρόσχημα τον εκσυγχρονισμό ή την ψηφιακή εποχή, προσφέρουν κακή υπηρεσία στην πατρίδα, και η κ. Κωνσταντινίδη μαζί με την ηγεσία της «Άμεσης Δημοκρατίας» οφείλουν να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους.

Η Βουλή δεν είναι χώρος για επικίνδυνα ιδεολογικά πειράματα, καθώς η Κύπρος χρειάζεται λύσεις στα μεγάλα της προβλήματα, αλλά πάνω απ' όλα χρειάζεται εθνική εγρήγορση και αρραγές μέτωπο απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, ένα μέτωπο που δεν χτίζεται υποστέλλοντας τις σημαίες μας, αλλά κρατώντας τες ψηλά.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία