Διεθνή

Η αντίφαση της γαλλικής ισχύος: Στρατηγική προβολή και οικονομική αντοχή

Η πολιτική Μακρόν εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης, σε μια εποχή την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χαρακτηρίζει ως περίοδο «διαρκών συγκρούσεων».

Η συνάντηση του Εμμανουέλ Μακρόν με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος επανέρχεται στο επίκεντρο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων και ευρωπαϊκών κρατών που επιδιώκουν στρατηγική προβολή ισχύος. Η κοινή επίσκεψη των δύο ηγετών στη φρεγάτα «Κίμων», νέα μονάδα της κλάσης Belharra, λειτούργησε ως συμβολική επιβεβαίωση της σταδιακής μετατροπής της γαλλοελληνικής συνεργασίας από διμερή σχέση σε μηχανισμό αποτροπής στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, μετά τη μακρά περίοδο της οικονομικής κρίσης, έχει εισέλθει σε έναν πρωτοφανή κύκλο εξοπλισμών από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η απόκτηση 24 μαχητικών Rafale, η παραγγελία τριών φρεγατών Belharra, η ενσωμάτωση πυραυλικών συστημάτων Exocet και ο εκσυγχρονισμός του ναυτικού συνθέτουν ένα πρόγραμμα που υπερβαίνει τα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται όχι απλώς για ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά για αναδιαμόρφωση του στρατηγικού ρόλου της Ελλάδας από χώρα περιορισμένη, λόγω της οικονομικής κρίσης, σε παράγοντα ανάσχεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για το Παρίσι, η σχέση αυτή διαθέτει διπλή σημασία. Από τη μία επιτρέπει στη Γαλλία να διατηρεί σταθερή παρουσία σε μια περιοχή όπου το ΝΑΤΟ συχνά αδυνατεί να εξασφαλίσει συνοχή και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Από την άλλη ενισχύει τη γαλλική αφήγηση περί μιας «αυτόνομης» ευρωπαϊκής δύναμης με δυνατότητα στρατιωτικής προβολής χωρίς πλήρη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο διαμορφώνεται πλέον ένας ιδιότυπος καταμερισμός ρόλων. Η Γερμανία επιχειρεί, μέσω του δικού της εξοπλιστικού προγράμματος, να εμφανιστεί ως εγγυήτρια της ασφάλειας στην ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης, με έμφαση στη Βαλτική και την Κεντρική Ευρώπη. Η Γαλλία, αντίθετα, επιδιώκει ανάλογη επιρροή στη Μεσόγειο. Η γαλλική παρουσία δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη αφήγηση ισχύος, στην οποία η Μεσόγειος παρουσιάζεται ως χώρος παραδοσιακής γαλλικής επιρροής.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί και η γνωστή δήλωση του Μακρόν για την Κύπρο, όταν είχε τονίσει ότι «όταν δέχεται επίθεση η Κύπρος, δέχεται επίθεση η ίδια η Ευρώπη». Σε αντίθεση με το Βερολίνο, η γαλλική στρατηγική εκτείνεται ταυτόχρονα από το Σαχέλ μέχρι τον Ινδοειρηνικό, προσδίδοντας στη Γαλλία φιλοδοξίες που υπερβαίνουν τα στενά ευρωπαϊκά όρια.

Το βασικό στρατηγικό υπόβαθρο παραμένει πάντως η αυξανόμενη τουρκική διεκδικητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως αυτή αποτυπώνεται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Για την Αθήνα, η τουρκική στρατηγική δεν αποτελεί απλώς θαλάσσια διαφορά, αλλά συνολική αμφισβήτηση της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Υπό αυτό το πρίσμα, η γαλλική ναυτική παρουσία στην κυπριακή περιοχή, ιδιαίτερα κατά τις πρόσφατες εντάσεις που συνδέθηκαν με τις ενεργειακές υποδομές και τη βρετανική Βάση Ακρωτηρίου, ερμηνεύθηκε ως έμμεσο μήνυμα αποτροπής προς την Άγκυρα.

Παράλληλα, ο άξονας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εξακολουθεί να αποτελεί τον αποτελεσματικότερο μηχανισμό ενεργειακής και πληροφοριακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, η Γαλλία είναι εκείνη που προσφέρει την ευρωπαϊκή πολιτική νομιμοποίηση και το συμβολικό βάρος που καμία άλλη περιφερειακή δύναμη δεν μπορεί να εξασφαλίσει με ανάλογη αποτελεσματικότητα.

Την ίδια στιγμή όμως αναδεικνύονται και οι εσωτερικές αντιφάσεις της γαλλικής στρατηγικής. Η πολιτική Μακρόν εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης, σε μια εποχή την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χαρακτηρίζει ως περίοδο «διαρκών συγκρούσεων». Σχεδόν οι μισές χώρες του κόσμου αύξησαν τις αμυντικές δαπάνες την περίοδο 2020 έως 2024, ενώ περίπου το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σήμερα σε κράτη που πλήττονται από πολέμους ή εμφύλιες συγκρούσεις.

Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης. Ο στρατιωτικός προγραμματισμός προβλέπει σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών μέχρι το 2030, με συνολικό κόστος που υπερβαίνει τα 430 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, οι φιλοδοξίες αυτές συγκρούονται ολοένα περισσότερο με τις δημοσιονομικές πιέσεις. Το κόστος εξυπηρέτησης του γαλλικού χρέους ανήλθε το 2025 περίπου στα 65 δισεκατομμύρια ευρώ, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαπέντε ετών.

Η Γαλλία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μιαν αυξανόμενη αντίφαση μεταξύ στρατηγικών επιδιώξεων και δημοσιονομικών περιορισμών. Η άνοδος των επιτοκίων και το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών. Έτσι, ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός μετατρέπεται όχι μόνο σε πολιτική επιλογή αλλά και σε πιθανό παράγοντα εσωτερικής αποσταθεροποίησης.

Οι οικονομικές αυτές πιέσεις συμπίπτουν με μια ολοένα πιο πολωμένη πολιτική πραγματικότητα. Η άνοδος του Εθνικού Συναγερμού και της Ανυπότακτης Γαλλίας, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση του κεντρώου χώρου, έχει καταστήσει το γαλλικό πολιτικό σύστημα λιγότερο προβλέψιμο. Παράλληλα, οι κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες εντείνονται, με τις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές να συγκεντρώνουν πλούτο και εξειδικευμένες επαγγελματικές τάξεις, ενώ η περιφερειακή και αγροτική Γαλλία στρέφεται ολοένα περισσότερο προς αντισυστημικές πολιτικές επιλογές.

Το αποτέλεσμα είναι μια Γαλλία πολιτικά διαιρεμένη και κοινωνικά άνιση, όπου το όραμα μιας μεσογειακής δύναμης συγκρούεται με τους περιορισμούς της εσωτερικής πραγματικότητας. Για την Ελλάδα, αντιθέτως, η σχέση με το Παρίσι λειτουργεί ως στρατηγική ασφάλεια έναντι της Τουρκίας αλλά και ως μέσο ενίσχυσης του ευρωπαϊκού της κύρους.

Η σταθερότητα όμως αυτού του άξονα θα εξαρτηθεί τελικά από τη δυνατότητα της Γαλλίας να διατηρήσει μακροπρόθεσμα ένα ολοένα ακριβότερο μοντέλο στρατιωτικής προβολής. Σε αυτήν ακριβώς την αντίφαση, μεταξύ γεωπολιτικής φιλοδοξίας και πραγματικής οικονομικής αντοχής, θα κριθεί όχι μόνο το μέλλον της γαλλοελληνικής σχέσης αλλά και ένα σημαντικό μέρος των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

*Γεωπολιτικός Αναλυτής