Τη Βραζιλία σαν την… καλουπώσεις
Η νέα αποτυχία της Σελεσάο άνοιξε τη συζήτηση για τις αιτίες και τις λύσεις
Στις αρχές του αιώνα και κυρίως μετά το 2006, άρχισαν ν’ αντιλαμβάνονται πως έπρεπε να κάνουν προσαρμογή στις εξελίξεις του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Της ταχύτητας, της ομαδικότητας, της σφιχτής άμυνας, της ουσίας. Απ’ ό,τι φαίνεται, το παράκαναν.
Παραμονές του Μουντιάλ 2026 γινόταν κάτι πρωτόγνωρο. Η Βραζιλία, για πρώτη φορά στα χρονικά, δεν ήταν μέσα στην πρώτη τριάδα των φαβορί. Ανήκουστο αλλά ρεαλιστικό και αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος. Η Βραζιλία αποκλείστηκε από τη φάση των «16». Για πρώτη φορά από το 1990. Το κυριότερο; Η χώρα με τις περισσότερες κατακτήσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου μένει μακριά από τον θρόνο εδώ και 24 χρόνια. Εδώ και έξι διοργανώσεις, από την κατάκτηση του 2002. Προσθέστε στην εξίσωση και κάτι άλλο. Εδώ και 20 χρόνια, οι μοναδικοί τίτλοι που έχει κατακτήσει είναι το Κόπα Αμέρικα, το 2007 και το 2019. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Σελεσάο πέρασε από ανομβρία. Χρειάστηκε έξι απόπειρες για να πάρει το πρώτο Μουντιάλ και έκανε επίσης άλλη μία φορά 2,5 δεκαετίες για να επανέλθει στην κορυφή (1970 με 1994). Αλλά ενδιάμεσα, ακόμη και σε αποτυχημένες απόπειρες έβλεπες ότι η προοπτική και η δυνατότητα ανάκαμψης υπήρχε. Όσοι ζήσαμε τις διάφορες εκδοχές της Εθνικής Βραζιλίας (προσωπικά την είδα πρώτη φορά το 1978), το αντιλαμβανόμασταν. Αυτήν τη στιγμή, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι ξεκάθαρο πως το απίστευτα ισχυρό παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στάτους της Βραζιλίας έχει αλλάξει.
Το πολύπλοκο… απλό
Το γιατί είναι τόσο πολύπλοκο και παράλληλα τόσο απλό. Όπως και η Γερμανία, όπως και η Ιταλία, έτσι και η Βραζιλία αντιμετωπίζει κρίση ποδοσφαιρικής ταυτότητας. Της δικής της ξεχωριστής. Κρίση που πηγάζει από την έλλειψη οργάνωσης, μακροπρόθεσμου πλάνου, ανέλιξης του απίστευτου σε ποσότητα και ποιότητα ταλέντου. Στη σύγχρονη εποχή. Η παραδοχή του Προέδρου της Ομοσπονδίας αμέσως μετά την ήττα από την Νορβηγία είναι χαρακτηριστική. «Δεν μπορούμε άλλο ν’ αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα με μεσοβέζικες λύσεις. Με συνεχείς αλλαγές προπονητών, άρα συνεχείς αλλαγές φιλοσοφίας». Εξ ου και η απόφαση να στηριχτεί ο Κάρλο Αντσελότι και να παραμείνει στο πηδάλιο μέχρι το 2030. Ο Ιταλός προσπάθησε να φέρει τάξη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, αλλά όσο καλός τεχνικός και αν είσαι, όταν η ομάδα έχει σοβαρές αδυναμίες (σε υλικό και νοοτροπία), δεν μπορεί να πάει μακριά.
Η Βραζιλία δεν θα πάψει ποτέ να αναδεικνύει σπουδαία ταλέντα. Είχε πάντα την ικανότητα να εξελίσσει και να παρουσιάζει εξαιρετικούς επιθετικούς ή, τέλος πάντων, παίκτες με απίστευτη γκάμα από το κέντρο και πάνω. Αλλά και πολύ επιθετικά ακραία μπακ. Κάποια στιγμή, ειδικά μετά το 1982, ορθά αποφάσισαν πως θα πρέπει να κοιτάξουν λίγο και την οπισθοφυλακή. Είχαν πάντα αδυναμίες κάτω από τα δοκάρια και στην άμυνα. Τα κατάφεραν με σταθερά βήματα. Στις αρχές του αιώνα και κυρίως μετά το 2006, άρχισαν ν’ αντιλαμβάνονται πως έπρεπε να κάνουν προσαρμογή στις εξελίξεις του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Της ταχύτητας, της ομαδικότητας, της σφιχτής άμυνας, της ουσίας. Απ’ ό,τι φαίνεται το παράκαναν, έκαναν την προσαρμογή «καλούπωμα». Η Βραζιλία της κατοχής, της επιθετικής τάσης και της έκρηξης, έγινε σταδιακά μία ομάδα μαγκωμένη. Που έδωσε 70% κατοχής μπάλας στη Νορβηγία. Ήταν η τελική φάση μιας διαδικασίας, το πλέον χαρακτηριστικό σημάδι του προβλήματος. Ο Αντσελότι προσπάθησε με αυτόν τον τρόπο να καλύψει τις αδυναμίες της ομάδας. Το καράβι, έγραψε εύστοχα ένας Βραζιλιάνος συνάδελφος, είχε ήδη αναχωρήσει
με πολλές τρύπες στο σκαρί. Στο ταξίδι, ό,τι και να έκανε ο Ιταλός προπονητής, το καράβι συνέχισε να μπάζει νερά.
Καφού στο κέντρο
«Δεν αναπτύσσουμε ποδοσφαιριστές, αναπτύσσουμε ανταγωνιστές», τόνισε σε δηλώσεις του ο Καφού, μία τεράστια μορφή των προηγούμενων δύο δεκαετιών. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές θα κληθούν ν’ αγωνιστούν αργά ή γρήγορα στο πλέον ανταγωνιστικό επίπεδο. Το θέμα είναι πώς φτάνουν μέχρι εκεί. Αυτό που εννοεί ο Καφού, και με το οποίο συμφωνούν πολλοί, είναι το ότι οι νεαροί ποδοσφαιριστές καλούνται όλο και περισσότερο να σηκώσουν τεράστιο βάρος. Στην εποχή των ακαδημιών, της ανάλυσης δεδομένων και της αδιάκοπης απαίτησης για άμεση επιτυχία, η διατήρηση έστω και ενός μέρους αυτού του πνεύματος ίσως αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη Βραζιλία. Κάπου εδώ είναι το μυστικό. Να παραμείνει το πνεύμα, η επιθετική τάση, η μαγεία και να γίνουν συστατικά, στην απαραίτητη δοσολογία, στη συνταγή του σημερινού ποδοσφαίρου.
Μπορεί φυσικά ένας προπονητής, έστω και αν έχει το εκτόπισμα του Αντσελότι, να αλλάξει δραστικά την κατάσταση; Όχι, αλλά μπορεί να την βελτιώσει με την εμπειρία του, να δώσει κατευθυντήριες γραμμές. Θα χρειαστεί όμως όραμα από την Ομοσπονδία και, πολύ περισσότερο, υπομονή. Το 2014, μετά τη συντριβή από τη Γερμανία με 7-1 μέσα στο Μαρακανά, είχε αρχίσει η ίδια συζήτηση. Ότι πρέπει να γίνουν τομές. Είναι προφανές πως όλα έμειναν στα λόγια. Ελπίζω για χάρη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, αυτήν την φορά να μην κυριαρχήσει πάλι το μπλα-μπλα…