ΗΠΑ – Ιράν: Η μάχη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και ο δρόμος προς τον συμβιβασμό
Για το ιρανικό καθεστώς, τα Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί σε σύμβολο νίκης
Η διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ εξελίσσεται σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό παιχνίδι ισχύος, όπου η στρατιωτική πίεση συνυπάρχει με έντονες διπλωματικές διεργασίες και αντικρουόμενες επιδιώξεις για τη διαχείριση ενός από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη. Παρότι η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη εμφανίζονται αμετακίνητες στις δημόσιες θέσεις τους και οι συγκρούσεις συνεχίζονται, αναλυτές εκτιμούν ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν διαθέτει τη δυνατότητα να επιβάλει μονομερώς τους όρους της χωρίς να οδηγήσει την περιοχή σε μια ευρύτερη και ιδιαίτερα δαπανηρή σύρραξη.
Η μάχη για τα Στενά του Ορμούζ
Οι ΗΠΑ και το Ιράν βρίσκονται και πάλι σε τροχιά πολεμικής αντιπαράθεσης με επίκεντρο τη διέλευση των πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς, σε στρατηγικό επίπεδο, οι δύο πλευρές έχουν τον ίδιο τελικό στόχο, που δεν είναι άλλος από την πλήρη επαναλειτουργία του θαλάσσιου περάσματος και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η βασική διαφωνία αφορά το ποιος θα ασκεί τον μεγαλύτερο βαθμό ελέγχου στη μεταπολεμική διαχείριση αυτού του κρίσιμου σημείου της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας. Την ίδια ώρα, οι διαφορές μεταξύ τους εκτιμάται ότι μπορούν να γεφυρωθούν και η συνέχιση των βομβαρδισμών και από τα δύο μέρη θα έχει υψηλό κόστος.
Οι συγκρούσεις του τελευταίου έτους έχουν ήδη καταδείξει και στις δύο πλευρές ότι οι στρατιωτικές επιλογές έχουν σαφή όρια. Στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους θέση για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, διατρέχουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύρραξης, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει ισραηλινές επιθέσεις σε κρίσιμες ιρανικές υποδομές και επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, οδηγώντας ουσιαστικά στο κλείσιμο ακόμη μίας σημαντικής θαλάσσιας εμπορικής οδού.
Ανάλυση της αναπληρώτριας διευθύντριας του Προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, Έλι Γκερανμαγέχ, αναφέρει ότι, για το ιρανικό καθεστώς, τα Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί σε σύμβολο νίκης απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά και σε εγγύηση της ίδιας του της επιβίωσης. Η δυνατότητα να διακόψει την πρόσβαση στο πέρασμα έχει αποδειχθεί ισχυρό όπλο ουσιαστικής διατάραξης της παγκόσμιας οικονομίας και, ενδεχομένως, το αποτελεσματικότερο αποτρεπτικό μέσο απέναντι σε μελλοντικές επιθέσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιοσδήποτε Αμερικανός Πρόεδρος θα χρειαστεί να εξετάσει πολύ προσεκτικά το ενδεχόμενο ενός πολέμου με στόχο την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος.
Όσο περισσότερο ο Τραμπ επέμενε στην πολιτική της «μέγιστης πίεσης» απέναντι στην Τεχεράνη, τόσο περισσότερο το Ιράν σκλήραινε τη στάση του αναφορικά με τα Στενά του Ορμούζ. Στις πρώτες ημέρες της εκεχειρίας του Απριλίου, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι τα Στενά ήταν «πλήρως ανοικτά» για όλα τα εμπορικά πλοία μέσω μιας «συντονισμένης διαδρομής», σηματοδοτώντας την πρόθεσή της να καταργήσει τα de facto τέλη διέλευσης που είχε επιβάλει κατά τη διάρκεια του πολέμου και να διευκολύνει την εμπορική ναυσιπλοΐα. Την ίδια ημέρα, όμως, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν τον ναυτικό αποκλεισμό, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες εξέλαβαν τη στάση αυτή ως παραβίαση της εκεχειρίας. Ως απάντηση, το Ιράν υπαναχώρησε, έκλεισε προσωρινά τα Στενά και τον Μάιο ίδρυσε τη νέα «Αρχή των Στενών του Περσικού Κόλπου», προκειμένου να αναλάβει πιο επίσημα τη διαχείριση της εμπορικής διέλευσης.
Αντίστοιχη αντιπαράθεση ακολούθησε και μετά την υπογραφή του πρόσφατου Μνημονίου Κατανόησης (MOU) μεταξύ των δύο χωρών. Το Ιράν ερμήνευσε το άρθρο 5 ως αναγνώριση του δικαιώματός του να επιβλέπει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά κατά τη διάρκεια της 60ήμερης εκεχειρίας. Αντίθετα, οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τη στήριξή τους προς τα πλοία που χρησιμοποιούσαν τη νότια διαδρομή μέσω των χωρικών υδάτων του Ομάν, μια διαδρομή που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί διακριτικά κατά τη διάρκεια της εύθραυστης εκεχειρίας, ώστε να αποφεύγονται τα ιρανικά ύδατα. Η Τεχεράνη, ωστόσο, αντιλήφθηκε ότι η Ουάσιγκτον επιχειρούσε να καθιερώσει τη συγκεκριμένη διαδρομή ως τη νέα κανονικότητα, περιορίζοντας έτσι τον ιρανικό έλεγχο στα Στενά, τη διαπραγματευτική της ισχύ και τη μελλοντική αποτρεπτική της δυνατότητα. Ως αντίδραση, το Ιράν άνοιξε πυρ εναντίον πλοίων που κινούνταν μέσω της διαδρομής του Ομάν.
Με αυτήν την ενέργεια, η Τεχεράνη αποδέχθηκε το ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε κατάρρευση το Μνημόνιο Κατανόησης. Όπως δήλωσε πρόσφατα στην κρατική τηλεόραση Ιρανός σχολιαστής, ο οποίος θεωρείται ότι βρίσκεται κοντά στη διαπραγματευτική ομάδα, «είτε θα κρατήσουμε αυτό το Στενό είτε θα γίνουμε μάρτυρες ένας προς έναν γι’ αυτό». Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε τον μεγαλύτερο αμερικανικό βομβαρδισμό εντός του Ιράν εδώ και μήνες, με τον Ντόναλντ Τραμπ να ανακοινώνει στη συνέχεια το τέλος της εκεχειρίας.
Παρότι η διατήρηση του ελέγχου στα Στενά αποτελεί πλέον αδιαπραγμάτευτη «κόκκινη γραμμή» για την Τεχεράνη, το Ιράν έχει ήδη δείξει διάθεση να διαπραγματευτεί με το Ομάν τον βαθμό αυτού του ελέγχου. Σε τελική ανάλυση, αντιλαμβάνεται ότι ένας συμβιβασμός είναι αναγκαίος. Εφόσον η εμπορική ναυσιπλοΐα δεν επιστρέψει στην κανονικότητα, το ίδιο το Ιράν θα εξακολουθήσει να υφίσταται τις συνέπειες του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού που επανέφερε ο Τραμπ. Παράλληλα, η Κίνα, η οποία απορροφά σχεδόν το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, εξαρτάται επίσης από την επαναλειτουργία των Στενών και δεν έχει στηρίξει την ιρανική προσέγγιση ως προς τον έλεγχο της διέλευσης. Ως εκ τούτου, το Πεκίνο αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια να οδηγήσει την Τεχεράνη σε μια πιο μετριοπαθή λύση. Επιπλέον, όσο περισσότερο το Ιράν παρεμποδίζει τη ναυσιπλοΐα, τόσο περισσότερο υπονομεύει τη μελλοντική στρατηγική αξία των Στενών, καθώς άλλες χώρες αναζητούν εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές.
Πώς θα μπορούσαν να φτάσουν σε έναν συμβιβασμό
Σύμφωνα με την Έλι Γκερανμαγέχ, οι συνθήκες αυτές δημιουργούν περιθώρια για έναν συμβιβασμό. Οι προσπάθειες διαμεσολάβησης θα πρέπει αρχικά να επικεντρωθούν στη δημιουργία μιας προσωρινής συμφωνίας για τη διέλευση των πλοίων κατά τις επόμενες τέσσερεις έως έξι εβδομάδες, μέχρι να εξευρεθεί μια μόνιμη λύση με περιφερειακή στήριξη. Μία από τις προτάσεις προβλέπει τη δημιουργία ενός κοινού κέντρου ελέγχου Ομάν–Ιράν, με την έγκριση των ΗΠΑ, το οποίο θα παρέχει άδειες ασφαλούς διέλευσης για ίσο αριθμό πλοίων τόσο από τη βόρεια όσο και από τη νότια διαδρομή των Στενών, χωρίς την επιβολή τελών, όπως προβλέπεται και στο Μνημόνιο Κατανόησης. Παράλληλα, κρίσιμο βήμα θα αποτελούσε μια δημόσια συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν για την αποφυγή στρατιωτικών συγκρούσεων στα Στενά, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής αναστολής των διελεύσεων πολεμικών πλοίων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέα κλιμάκωση.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οικοδόμησης εμπιστοσύνης, οι δύο πλευρές θα πρέπει επίσης να συμφωνήσουν σε ένα σύστημα εκκαθάρισης ναρκών σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο διαχωρισμού της θαλάσσιας κυκλοφορίας που είχε υιοθετήσει το 1968 ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) του ΟΗΕ. Πριν από τον πόλεμο, η συγκεκριμένη διαδρομή αποτελούσε την προτιμώμενη επιλογή λόγω του μεγαλύτερου βάθους και της αυξημένης ασφάλειάς της. Ωστόσο, τα πλοία την αποφεύγουν από τότε που το Ιράν την χαρακτήρισε μη ασφαλή, εν μέσω φόβων ότι η περιοχή είχε ναρκοθετηθεί από την ίδια την Τεχεράνη.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, θεωρείται πιθανό να καταστεί αναπόφευκτη η εφαρμογή ενός περιφερειακού συστήματος τελών διέλευσης, το οποίο θα αποφέρει οφέλη στο Ιράν και θα αντανακλά τον ρόλο του στη διαχείριση των Στενών. Ο Ντόναλντ Τραμπ νομιμοποίησε ουσιαστικά αυτήν την ιδέα όταν ανακοίνωσε ότι τα πλοία που επιθυμούσαν να διέλθουν από τα Στενά του Ορμούζ θα επιβαρύνονταν με χρέωση ύψους 20%, πρόταση που χαρακτηρίστηκε υπερβολική. Αν και στη συνέχεια υπαναχώρησε έπειτα από πιέσεις συμμάχων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, εκτιμάται ότι θα επιμείνει στη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών σε οποιοδήποτε μελλοντικό περιφερειακό σύστημα τελών.
Όσο περισσότερο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν πεδίο αντιπαράθεσης, τόσο περισσότερο παγιώνονται οι θέσεις των δύο πλευρών, εγκλωβίζοντας την Τεχεράνη και τον Ντόναλντ Τραμπ σε έναν διαρκή κύκλο πολεμικής κλιμάκωσης. Η εγκατάλειψη του Μνημονίου Κατανόησης και η συνέχιση των συγκρούσεων υψηλού ρίσκου των τελευταίων ημερών θ’ αποτελούσε μια εξαιρετικά επικίνδυνη επιλογή και για τις δύο πλευρές. Καμία δεν φαίνεται ικανή να πετύχει μέσω της στρατιωτικής οδού όσα δεν κατάφερε να επιτύχει έπειτα από έναν χρόνο διακεκομμένων βομβαρδισμών. Τελικά, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ιράν θα αναγκαστούν να επιστρέψουν στη διπλωματία, έχοντας όμως προηγουμένως σπαταλήσει πολύτιμους πόρους, ανθρώπινες ζωές και, ενδεχομένως, μέρος της διαπραγματευτικής ισχύος που εξακολουθούν να διαθέτουν.
Το σενάριο της κατάληψης
Αναλυτές θεωρούν ότι η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ναυτιλιακών εταιρειών, χωρίς τη συγκατάθεση του Ιράν, θα απαιτούσε είτε μια υψηλού ρίσκου αποστολή συνοδείας πλοίων από το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό είτε μια εκτεταμένη και ιδιαίτερα δαπανηρή χερσαία επιχείρηση στο νότιο Ιράν. Και στις δύο περιπτώσεις θα χρειαζόταν σημαντική ανάπτυξη αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων.
«Το δίλημμα είναι πολύ απλό, αν στο τέλος της ημέρας θέλει να αποκτήσει τον έλεγχο των Στενών, τότε θα πρέπει να τα καταλάβει», δήλωσε ο Ντάνι Σιτρινόβιτς, πρώην επικεφαλής του τμήματος Ιράν στις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών του Ισραήλ, αναφερόμενος στον Αμερικανό Πρόεδρο. «Με τις δυνάμεις που διαθέτει σήμερα, δεν μπορεί να επιτύχει τους στρατιωτικούς ή στρατηγικούς του στόχους».
Σημειώνεται ότι, παρά τις αμερικανικές επιθέσεις των τελευταίων ημερών, το Ιράν δεν έχει μεταβάλει τη στάση του. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να θεωρεί τα Στενά κλειστά και έχει εντείνει τις επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αναπόφευκτα, οι συγκρούσεις έχουν οδηγήσει και πάλι τη ναυσιπλοΐα στα Στενά σχεδόν σε ακινησία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ διαθέτει πλέον περιορισμένες επιλογές για να σπάσει το αδιέξοδο. Παρότι οι ΗΠΑ έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος των μεγάλων πολεμικών πλοίων του ιρανικού ναυτικού, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει επαρκές οπλοστάσιο πυραύλων, drones και στόλο μικρών ταχύπλοων επιθετικών σκαφών, ικανό να εμποδίζει την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων.
Μία επιλογή είναι η παροχή στενής στρατιωτικής συνοδείας στα εμπορικά πλοία από αμερικανικά πολεμικά σκάφη. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είχαν σημειώσει περιορισμένη επιτυχία τον Μάιο και τον Ιούνιο, οδηγώντας εμπορικά πλοία κατά μήκος των ακτών του Ομάν, υπό την προστασία μαχητικών αεροσκαφών, drones και ελικοπτέρων.
Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή προκάλεσε σφοδρή αντίδραση από το Ιράν, το οποίο επιτέθηκε στη διαδρομή που οι ΗΠΑ είχαν χαρακτηρίσει ασφαλή, οδηγώντας σε νέα κλιμάκωση και αποδυναμώνοντας τις ελπίδες της ναυτιλιακής βιομηχανίας ότι μπορεί να υπάρξει βιώσιμη στρατιωτική λύση.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος θα μπορούσε να κλιμακώσει περαιτέρω την κατάσταση, αναθέτοντας σε πολεμικά πλοία την άμεση συνοδεία των εμπορικών νηοπομπών. Ειδικοί εκτιμούν ότι θα απαιτούνταν δύο πολεμικά πλοία για τη συνοδεία κάθε δεξαμενόπλοιου ή έως και δώδεκα πολεμικά πλοία για κάθε οργανωμένη νηοπομπή. Αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού προειδοποιούν ότι τα ιρανικά drones και οι αντιπλοϊκοί πύραυλοι μπορούν να μετατρέψουν την περιοχή σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη «ζώνη θανάτου» για τις αμερικανικές δυνάμεις.
Η πιο ακραία επιλογή θα ήταν μια μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή με στόχο την κατάληψη της περιοχής γύρω από τα Στενά. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη επιχείρηση, καθώς το βραχώδες παράκτιο ανάγλυφο δημιουργεί σημαντικές επιχειρησιακές δυσκολίες. Μια τέτοια αποστολή θα απαιτούσε χιλιάδες στρατιώτες και θα μπορούσε να διαρκέσει πολλούς μήνες.
Το Ιράν προετοιμάζεται για ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήδη από πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης αριθμούν περίπου 190.000 άνδρες, ενώ μαζί με τον τακτικό στρατό διαθέτουν σημαντικές δυνάμεις και μεγάλη εμπειρία σε επιχειρήσεις εναντίον τεχνολογικά ανώτερων αντιπάλων.
Σύμφωνα όμως με τον Ντέιβιντ Ντε Ρος, πρώην αξιωματούχο του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας με ειδίκευση στον Περσικό Κόλπο, μια χερσαία επιχείρηση στις ακτές του Ιράν θα άφηνε τις αμερικανικές δυνάμεις ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε επιθέσεις από τα μετόπισθεν και το κόστος θα είναι δυσανάλογο σε σχέση με τα οφέλη.