Το Ινστιτούτο Κύπρου στην υπηρεσία της Κυπριακής Προεδρίας
Επιστήμη, διπλωματία και περιφερειακή συνεργασία
Η Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πρώτο εξάμηνο του 2026, ανέδειξε την Κύπρο ως κόμβο συνεργασίας, καινοτομίας και βιώσιμης ανάπτυξης στην Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Το Ινστιτούτο Κύπρου στήριξε έμπρακτα τις προτεραιότητες της Προεδρίας, θέτοντας την επιστημονική γνώση, την τεχνογνωσία, τις ερευνητικές υποδομές και τα διεθνή του δίκτυα στην υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως θεσμικός επιστημονικός εταίρος της Πολιτείας, συνέβαλε στην τεκμηρίωση αποφάσεων και στον σχεδιασμό πολιτικών για την κλιματική ανθεκτικότητα, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την έρευνα και καινοτομία, την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και την επιστημονική διπλωματία.
Όπως τόνισε ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου, Καθηγητής Σταύρος Μαλάς, η επιστημονική γνώση φωτίζει τις αποφάσεις της Πολιτείας και ενισχύει την ικανότητα της χώρας να σχεδιάζει το μέλλον της.
Κλιματική αλλαγή, πράσινη μετάβαση και ανθεκτικότητα
Η κλιματική δράση και η περιβαλλοντική ανθεκτικότητα αποτέλεσαν βασικό άξονα της συμβολής του Ινστιτούτου Κύπρου στην Κυπριακή Προεδρία. Μέσω της επιστημονικής του εμπειρογνωμοσύνης, το Ινστιτούτο ενίσχυσε τον ευρωπαϊκό διάλογο και ανέδειξε τις ιδιαίτερες κλιματικές προκλήσεις της Κύπρου, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Στις 26–28 Ιανουαρίου 2026, ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου, Καθηγητής Σταύρος Μαλάς, συμμετείχε στο Εργαστήριο για Διεθνή Θέματα Κλιματικής Αλλαγής και στις εργασίες της Ομάδας WPIEI-CC, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινών προσεγγίσεων και συνεργασιών. Ακολούθησε η συμμετοχή του, μαζί με τον Καθηγητή Θεόδωρο Ζαχαριάδη, στη συνάντηση του Δικτύου Πρεσβευτών της ΕΕ για το Κλίμα, στις 29–30 Ιανουαρίου.
Η σημασία της επιστήμης για τη χάραξη ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής αναδείχθηκε και στην Άτυπη Σύνοδο Υπουργών Περιβάλλοντος και Κλίματος η οποία έλαβε χώρα στις 5-6 Φεβρουαρίου, με ομιλία του Καθηγητή Κώστα Παπανικόλα.
Στις 24 Φεβρουαρίου, ο Καθηγητής Θεόδωρος Ζαχαριάδης συμμετείχε στο συνέδριο για την τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, με τη συμμετοχή στελεχών του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κορυφαία δράση αποτέλεσε το διεθνές συνέδριο για τη διασύνδεση νερού, ενέργειας, τροφίμων και οικοσυστημάτων, που διοργανώθηκε στις 24 - 26 Φεβρουαρίου στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου. Συγκέντρωσε 219 εκπροσώπους από 25 χώρες και ανέδειξε την ολοκληρωμένη διαχείριση των φυσικών πόρων και την περιφερειακή συνεργασία ως βασικές προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Η επιστήμη στην υπηρεσία της δημόσιας πολιτικής και της οικονομίας
Κεντρική επιδίωξη του Ινστιτούτου κατά την Κυπριακή Προεδρία ήταν η μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε εφαρμόσιμη δημόσια πολιτική.
Στις 10 - 11 Φεβρουαρίου 2026, στο Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Ανεξάρτητων Δημοσιονομικών Συμβουλίων, ο Καθηγητής Θεόδωρος Ζαχαριάδης ανέδειξε την ανάγκη ενσωμάτωσης του κλιματικού κινδύνου στον οικονομικό και δημοσιονομικό σχεδιασμό, ως βασικού παράγοντα ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Οι οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις της ενεργειακής μετάβασης παρουσιάστηκαν επίσης στις συνεδριάσεις των Ομάδων Εργοδοτών και Εργαζομένων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, από τον Πρόεδρο του Ινστιτούτου, Καθηγητή Σταύρο Μαλά, και τον Καθηγητή Θεόδωρο Ζαχαριάδη.
Με τις παρεμβάσεις αυτές, το Ινστιτούτο ενίσχυσε τον διάλογο μεταξύ επιστήμης, ευρωπαϊκών θεσμών και κοινωνικών εταίρων για τεκμηριωμένες, αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες πολιτικές.
Έρευνα, καινοτομία και ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα
Η σύνδεση έρευνας και καινοτομίας με τη βιομηχανική ανάπτυξη, την ενεργειακή μετάβαση και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης αποτέλεσε βασικό άξονα της συμβολής του Ινστιτούτου.
Στις 15 Απριλίου 2026, η ερευνητική υποδομή ΠΡΩΤΕΑΣ υποδέχθηκε περισσότερους από 50 εκπροσώπους των ενεργειακών αρχών της ΕΕ, αναδεικνύοντας τον ρόλο των κυπριακών υποδομών αριστείας στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών και στην ενεργειακή μετάβαση.
Στην άτυπη σύνοδο του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας, στις 28 Μαΐου, παρουσιάστηκε η Πρωτοβουλία EMME-CCI, της οποίας τη Γραμματεία διαχειρίζεται το Ινστιτούτο, ως πρότυπο σύνδεσης επιστήμης, καινοτομίας, ανταγωνιστικότητας και περιφερειακής συνεργασίας.
Στις 25 Ιουνίου, κατά την επίσκεψη της Ομάδας Εργασίας της ΕΕ για τις Τηλεπικοινωνίες και την Κοινωνία της Πληροφορίας, παρουσιάστηκαν οι δυνατότητες του Ινστιτούτου στις ψηφιακές τεχνολογίες, την τεχνητή νοημοσύνη, την υπολογιστική επιστήμη και την ανάλυση δεδομένων, καθώς και η συμβολή του στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
Περιφερειακή συνεργασία και επιστημονική διπλωματία
Η Κυπριακή Προεδρία ανέδειξε την Κύπρο ως κόμβο περιφερειακής συνεργασίας. Το Ινστιτούτο Κύπρου αξιοποίησε τα διεθνή του δίκτυα για να προωθήσει την επιστημονική διπλωματία και την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων.
Στις 19 - 20 Μαρτίου 2026, συνδιοργάνωσε με τον Δήμο Λεμεσού συνέδριο για τις κλιματικά ουδέτερες γαλάζιες πόλεις, συνδέοντας τις ευρωπαϊκές αποστολές με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Στις 8 - 9 Απριλίου, το διεθνές συνέδριο για την κλιματική δράση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή συγκέντρωσε περισσότερους από 150 συμμετέχοντες από 30 χώρες. Κορυφαίο αποτέλεσμά του ήταν η υιοθέτηση του «2026 Nicosia Call for Climate Action».
Η συμβολή του Ινστιτούτου στην επιστημονική διπλωματία ενισχύθηκε με την ομιλία του Καθηγητή Κώστα Παπανικόλα στην Επιτροπή Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας και Καινοτομίας και την επίσκεψη Ευρωπαίων εκπροσώπων έρευνας και καινοτομίας στις εγκαταστάσεις του. Οι παρουσιάσεις και οι ξεναγήσεις ανέδειξαν τις δυνατότητές του στο κλίμα, την υπολογιστική επιστήμη, την πολιτιστική κληρονομιά και τα μη επανδρωμένα συστήματα.
Μια παρακαταθήκη πέρα από την Προεδρία
Η συμβολή του Ινστιτούτου Κύπρου στην Κυπριακή Προεδρία υπερέβη τις επιμέρους δράσεις, ενισχύοντας τη σύνδεση επιστήμης, Πολιτείας και ευρωπαϊκών θεσμών.
Μέσα από παρεμβάσεις στην κλιματική δράση, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα, το Ινστιτούτο επιβεβαίωσε τον ρόλο του ως επιστημονικού εταίρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέδειξε την Κύπρο ως περιφερειακό κόμβο έρευνας, καινοτομίας και επιστημονικής διπλωματίας.
Η παρακαταθήκη αυτή δημιουργεί σταθερές βάσεις για τη συνέχιση της συνεργασίας και μετά την ολοκλήρωση της Προεδρίας.