Η επίσκεψη Γκουτέρες τελείωσε. Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα
Η τριήμερη επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο ολοκληρώθηκε την Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2026, με την κοινή συνάντηση των δύο ηγετών στο παλαιό αεροδρόμιο της Λευκωσίας και τη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε. Ήταν η πρώτη επίσκεψη εν ενεργεία Γενικού Γραμματέα στο νησί μας από τον Φεβρουάριο του 2010.
Ως Ελληνες Κύπριοι, τον υποδεχθήκαμε με ευγένεια και τον αποχαιρετούμε με σοβαρότητα. Γιατί τώρα αρχίζει το δύσκολο μέρος.
Τι κέρδισε η πλευρά μας
Πρώτον, το πλαίσιο δεν άλλαξε. Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.
Από το 2021, η τουρκική πλευρά επιδίωκε συστηματικά να μεταβάλει τη βάση της λύσης, προβάλλοντας τη θέση των δύο κρατών και την αξίωση περί κυριαρχικής ισότητας. Στην κοινή συνάντηση της Τετάρτης δεν έγινε αναφορά σε καμία από αυτές τις έννοιες. Ο κ. Γκουτέρες μίλησε για συνέχιση της διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκλίσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί στις διαπραγματεύσεις. Εκει που έγραφαν ότι τίποτα δεν συμφωνείται αν δεν συμφωνηθούν όλα.
Η διαπραγματευτική πορεία που αναπτύχθηκε πάνω σε μία και μόνη βάση: τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως αυτή ορίζεται ρητά στο ψήφισμα 1251 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 29ης Ιουνίου 1999, στην παράγραφο 11. Όποιος μιλά για διατήρηση των συγκλίσεων αναφέρεται, εκ των πραγμάτων, στη συμφωνημένη βάση.
Δεύτερον, η τουρκική πλευρά δεν απέκλεισε τη διευρυμένη συνάντηση.
Ο Γενικός Γραμματέας ανακοίνωσε ότι θα συγκαλέσει νέα συνάντηση 5+1, με τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, των τριών εγγυητριών δυνάμεων και του ΟΗΕ, (η Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι σε παύση) δηλώνοντας ότι έχει εξασφαλίσει τη συναίνεση τόσο των δύο πλευρών όσο και των εγγυητριών.
Εάν αυτό επιβεβαιωθεί στην πράξη, θα σημαίνει ότι η Άγκυρα, παρά τη ρητορική της περί δύο κρατών, δεν τολμά να κλείσει την πόρτα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Γραμματέα. Πρόκειται για ήττα της τακτικής της αποκοπής.
Τρίτον, τέθηκε για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια το ζήτημα της αποτελεσματικότητας.
Η δήλωση του κ. Γκουτέρες ότι δεν επιθυμεί άλλες συναντήσεις 5+1 χωρίς αποτέλεσμα αποτελεί έμμεση αναγνώριση όσων υποστηρίζει εδώ και χρόνια η Ελληνική Κυπριακή πλευρά: οι άτυπες διευρυμένες συναντήσεις του 2021, του 2024 και του 2025, με το ίδιο σχήμα και χωρίς την αναγκαία προετοιμασία, δεν παρήγαγαν κανένα αποτέλεσμα. Η σημασία αυτού του αιτήματος αναγνωρίστηκε από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα.
Τέταρτον, επιβεβαιώθηκε έμπρακτα η διεθνής ανησυχία για την ασφάλεια του νησιού.
Ο κ. Γκουτέρες προειδοποίησε ότι μια Κύπρος χωρίς λύση καθίσταται περισσότερο ευάλωτη στους κινδύνους μιας περιοχής που φλέγεται. Η παρατήρηση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Σε ένα νησί όπου περίπου 35.000 κατοχικά στρατεύματα παραμένουν εγκατεστημένα στο 37% της επικράτειάς μας, η ευαλωτότητα δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια. Κυρίως γιατί μας άφησαν οι ηγέτες μας εντελώς απροστάτευτους μπροστά στον τούρκο εισβολέα. Τα ψηφίσματα 353 της 20ής Ιουλίου 1974 και 365 της 13ης Δεκεμβρίου 1974 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα οποία απαιτούν την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, παραμένουν ανεφάρμοστα εδώ και 52 χρόνια.
Η δική μας πρόταση για την ασφάλεια είναι γνωστή και ρεαλιστική: αποχώρηση των στρατευμάτων, κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος εγγυήσεων και των μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων του 1960 και ένταξη της ασφάλειας της ενωμένης Κύπρου στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, στο οποίο η πατρίδα μας ανήκει ως πλήρες μέλος από την 1η Μαΐου 2004.
Πού χρειάζεται εγρήγορση
Η ειλικρίνεια επιβάλλει να αναγνωρίσουμε και όσα δεν εξασφαλίσαμε.
Δεν πήραμε χρονοδιάγραμμα.
Η νέα συνάντηση 5+1 ανακοινώθηκε χωρίς συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ ο κ. Γκουτέρες απέκλεισε τη διεξαγωγή της κατά την Εβδομάδα Υψηλού Επιπέδου του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο. Η θητεία του λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Απομένουν, επομένως, περίπου πέντε μήνες.
Εάν η προετοιμασία που ζήτησε —στους τρεις πυλώνες των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, της μεθοδολογίας και της ουσίας— μετατραπεί σε μια ατέρμονη διαδικασία, θα έχουμε απλώς μια κομψά συσκευασμένη παράταση του στάτους κβο. Η Ελληνική Κυπριακή πλευρά οφείλει να ζητήσει συγκεκριμένο οδικό χάρτη, με σαφή στάδια και δείκτες προόδου, και όχι να αρκεστεί σε καλές προθέσεις.
Δεν ακούσαμε ρητή επαναβεβαίωση της συμφωνημένης βάσης στη συνέντευξη Τύπου
Κατανοούμε τη διπλωματική ανάγκη του Γενικού Γραμματέα να μην ακυρώσει εκ των προτέρων τη συναίνεση που επικαλέστηκε. Ωστόσο, η σιωπή δεν μπορεί να οδηγήσει σε συνεννόηση με την Τουρκία.
Το ψήφισμα 1251 του 1999, τα ψηφίσματα 541 της 18ης Νοεμβρίου 1983 και 550 της 11ης Μαΐου 1984, καθώς και οι Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου της 12ης Φεβρουαρίου 1977 και της 19ης Μαΐου 1979, δεν αποτελούν Ελληνικές Κυπριακές θέσεις. Είναι αποφάσεις του διεθνούς οργανισμού και συμφωνίες που φέρουν τις υπογραφές ηγετών και των δύο κοινοτήτων.
Κάθε συζήτηση για τη μεθοδολογία πρέπει να ξεκινά από την επαναβεβαίωσή τους. Διαφορετικά, η ίδια η μεθοδολογία κινδυνεύει να μετατραπεί σε όχημα αλλοίωσης της συμφωνημένης βάσης.
Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ουσία
Η Ελληνική Κυπριακή πλευρά έχει αποδείξει έμπρακτα τη βούλησή της, καταθέτοντας προτάσεις για ενέργειες που ωφελούν και τις δύο κοινότητες. Η εμπειρία της Αμμοχώστου, όμως, είναι διδακτική: τα τετελεσμένα στο παραλιακό μέτωπο της περίκλειστης πόλης από τον Οκτώβριο του 2020, σε ευθεία αντίθεση με τα ψηφίσματα 550 και 789 του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η εμπιστοσύνη οικοδομείται με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, όχι με την επιβράβευση των τετελεσμένων. Και κυρίως χωρίς συνεχείς απειλές, εκβιασμούς και υποτιμητικές δηλώσεις. Με αυτά δημιουργείτε “καλό κλίμα” και εμπιστοσύνη; Η στάση της Άγκυρας παραμένει το πραγματικό εμπόδιο Μέσα σε λίγες ώρες από τη συνάντηση, η Τουρκία αντέδρασε κατηγορώντας την ελληνική Κυπριακή πλευρά για αδιαλλαξία και επαναφέροντας τη θέση των δύο κρατών.
Η αντίδραση αυτή είναι αποκαλυπτική: η συναίνεση που επικαλέστηκε ο Γενικός Γραμματέας αμφισβητείται ήδη από την ίδια την πλευρά που υποτίθεται ότι την παρείχε. Αυτό ακριβώς οφείλουν να παρακολουθήσουν στενά οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η ενημέρωση των ευρωπαίων είναι δουλειά της κυβέρνησης.
Τι οφείλει να κάνει η δική μας πλευρά
Η ελληνοκυπριακή πλευρά βγαίνει από αυτή την εβδομάδα με το πλαίσιο ανέπαφο και με διεθνή αναγνώριση του αιτήματός της για μια διαδικασία που θα παράγει αποτέλεσμα. Για να αξιοποιηθεί αυτό το κεκτημένο, απαιτούνται τέσσερα πράγματα.
Πρώτον, ενότητα.
Που στην πραγματικότητα δεν συνέβη ποτέ γιατί βλάπτει την κομματοκρατία στην οποία ζούμε.
Δεύτερον, πρωτοβουλία.
Αντί να περιμένει η κυβέρνηση τι θα προτείνουν οι άλλοι, οφείλει να καταθέσει μια συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη πρόταση μεθοδολογίας: επανέναρξη των διαπραγματεύσεων από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, στη βάση του πλαισίου Γκουτέρες της 30ής Ιουνίου 2017 και των καταγεγραμμένων συγκλίσεων, με στόχο την επίτευξη συνολικής συμφωνίας μέσα σε καθορισμένο χρονικό ορίζοντα.
Τρίτον, αξιοποίηση της Ευρώπης.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ολοκλήρωσε στις 30 Ιουνίου 2026 την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας ενισχύσει την εκτίμηση και το κύρος της. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελεί το ισχυρότερο πλεονέκτημά μας: η λύση θα είναι ευρωπαϊκή, η ασφάλεια θα είναι ευρωπαϊκή και το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 10 της Συνθήκης Προσχώρησης εγγυάται ότι το κεκτημένο θα ισχύσει σε ολόκληρο το νησί μετά τη διευθέτηση, προς όφελος πρωτίστως των Τουρκοκυπρίων.
Τέταρτον, η κοινωνία.
Ο Γενικός Γραμματέας αναφέρθηκε επανειλημμένα στην “κοινωνία των πολιτών”, στις δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές και στο έργο της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων. Αυτή η “κοινωνία” αποτελείται από τον Κασουλίδη, τη Μαρκουλλή κ.λπ. υπέρμαχους του σχεδίου Ανάν που και τώρα το προωθούν. Εδώ βλέπουμε και την απόσταση των λεγόμενων ηγετών μας από τη βούληση της Ελληνικής κοινότητας.
Οι πρόσφυγες που ονειρεύονται την επιστροφή, οι οικογένειες των αγνοουμένων που ζητούν απαντήσεις αποτελούν την πραγματική πλειοψηφία της Κύπρου. Δεν πρέπει να τους αφήσουμε μόνους.
Ο κ. Γκουτέρες έφυγε από το νησί μας έχοντας διατηρήσει ζωντανή τη διαδικασία, χωρίς να υποχωρήσει στη λογική των δύο κρατών και χωρίς να επιβάλει τίποτα σε κανέναν. Δεν ξέρουμε όμως τι γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. Οι επόμενοι πέντε μήνες, μέχρι τη λήξη της θητείας του στις 31 Δεκεμβρίου 2026, αποτελούν το χρονικό παράθυρο που απομένει. Η Ελληνική Κυπριακή πλευρά οφείλει να αξιοποιήσει αυτό το παράθυρο προετοιμασμένη, και με το διεθνές δίκαιο στο χέρι.
Γιατί στο Κυπριακό η αλήθεια έχει ημερομηνίες, αριθμούς ψηφισμάτων και υπογραφές. Και βρίσκεται εξ ολοκλήρου με το μέρος μας.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία