Αθλητισμός

Οι Γερμανοί δεν ξανάρχονται

Η αποτυχία της Εθνικής ομάδας στο Μουντιάλ άνοιξε έναν κύκλο συζήτησης για τις αιτίες και τις πιθανές λύσεις

Η αποτυχία της Εθνικής ομάδας στο Μουντιάλ άνοιξε έναν κύκλο συζήτησης για τις αιτίες και τις πιθανές λύσεις

Προσπαθώντας (ορθά) να ακολουθήσει τις σύγχρονες τάσεις ποδοσφαίρου, δεν μπόρεσε να ενσωματώσει τα δικά της αυθεντικά στοιχεία, που την έδιναν πλεονέκτημα. Άφησε εκτός το δικό της μοναδικό DNA.

«Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα όπου 22 παίκτες κυνηγούν την μπάλα και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί». Η ατάκα του Γκάρι Λίνεκερ ήταν μία από τις πλέον εύστοχες στην ιστορία. Καλύπτοντας μία ολόκληρη εποχή από τις αρχές της δεκαετίας του 70, μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα. Σήμερα, δεν έχει δυστυχώς για την Γερμανία καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ο πρόωρος αποκλεισμός της Γερμανίας από τη φάση των «32» του Μουντιάλ ήρθε να προστεθεί σε μία σειρά αποτυχιών στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Προηγήθηκαν οι παταγώδεις αποτυχίες το 2018 και το 2022 με έξοδο από τη φάση των ομίλων. Η ελπίδα πως στα 2026 θα υπήρχε η κλασική γερμανική επιστροφή αποδείχτηκαν φρούδες. Η κρίση στο γερμανικό ποδόσφαιρο καλά κρατεί και με εξαίρεση το 2014 (κατάκτηση Μουντιάλ), είναι μία κρίση που κρατά εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες

Όταν στα 1998 η Γερμανία αποκλείστηκε στους «8» του Μουντιάλ από τους Κροάτες, ήταν εμφανές πως χρειαζόταν μία νέα προσέγγιση. Οι μεθοδικοί και προνοητικοί Γερμανοί αντιλαμβάνονταν πως θα έπρεπε να δώσουν περισσότερη έμφαση στην τεχνική κατάρτιση, στην ταχύτητα, στο ταλέντο. Άρχισαν να ετοιμάζουν ένα πολυετές πλάνο, κατεβαίνοντας βαθιά στα τμήματα υποδομής. Ήξεραν πως χρειάζονταν χρόνια και ευελιξία. Το 2002, παρόλο που έφτασαν στον τελικό του Μουντιάλ, ένιωσαν πως χρειάζονταν κάποιες ρυθμίσεις. Τις έκαναν. Το 2006 πήραν την 3η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο, το 2008 έφτασαν στον τελικό του Γιούρο, το 2014 κατέκτησαν τον τέταρτο παγκόσμιο τίτλο. Αλλά, φαίνεται ότι, σε όλην αυτήν την διαδικασία, κάπου υπήρχε πάντα μία διαρροή και τα γεγονότα από το 2018 μέχρι σήμερα.

Ας δούμε λίγο την εικόνα σε επιτυχίες. Από το 1970 μέχρι το 1996, η Γερμανία κέρδισε 2 Μουντιάλ και αγωνίστηκε σε 2 τελικούς. Κέρδισε επίσης τρία Euro και ήταν φιναλίστ σε άλλο ένα. Από το 1996 και μετά, κατέκτησε μόνο το Μουντιάλ του 2014. Μία φορά έπαιξε σε τελικό Γιούρο και άλλη μία στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Άλλες χώρες πέτυχαν τα τελευταία 30 χρόνια περισσότερα. Χώρες που μέχρι τη δεκαετία του ’90 ήταν σαφώς υποδεέστερες από τα «Πάντσερς». Πάντσερς… μήπως είναι εδώ το πρόβλημα; Ότι το γερμανικό τανκ έγινε τελικά όχημα ελαφριάς μορφής. Μήπως η γερμανική «ίλη», που εύρισκε τρόπο να είναι αποτελεσματική (ακόμη και όταν υστερούσε) λόγω συνοχής και πειθαρχίας, έχασε τα στοιχεία αυτά;

Νοοτροπία και ταυτότητα

Πολλά λέγονται και γράφονται τις τελευταίες μέρες. Θα σταθούμε σε δύο μορφές, που τοποθετήθηκαν τις τελευταίες μέρες. Δύο αρχηγούς. Τον σπουδαίο τερματοφύλακα Όλιβερ Καν και τον έξοχο αμυντικό Φίλιπ Λαμ. Ο Καν αφήνει κατά μέρος την ευθύνη των προπονητών. Δεν αμφισβητεί καθόλου το ταλέντο των παικτών. Στέκεται στη νοοτροπία. «Μια σκηνή λέει περισσότερα από οποιαδήποτε στατιστική. Στη διαδικασία των πέναλτι απέναντι στην Παραγουάη, έβλεπες τον αρχηγό Τζόσουα Κίμιχ να ψάχνει για παίκτες να εκτελέσουν. Μια ομάδα δεν ψάχνει για εθελοντές εκείνη τη στιγμή. Έχει παίκτες που ζητούν την μπάλα. Η Γερμανία δεν έχει πρόβλημα ταλέντου. Αυτή η ομάδα έχει εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές. Αυτό που τους λείπει είναι η αυτοπεποίθηση να αναλάβουν την ευθύνη στην πιο κρίσιμη στιγμή. Όσοι δεν την αναλαμβάνουν, ίσως προστατεύουν τον εαυτό τους από την αποτυχία. Η καθοριστική στιγμή δεν ξεκινά όταν φοράς τη φανέλα της εθνικής ομάδας. Ξεκινά πολλά χρόνια νωρίτερα, τη στιγμή που ένας νεαρός παίκτης μαθαίνει ότι η ευθύνη δεν είναι κάτι που μεταβιβάζεις σε κάποιον άλλον, αλλά κάτι που αναλαμβάνεις ο ίδιος. Το ταλέντο σε πηγαίνει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Η ευθύνη καθορίζει το πόσο θα μείνεις εκεί». Η αλήθεια είναι πως, παρά την ανάδειξη εξαιρετικών παικτών (Μουσιάλα, Βιρτς, Χάβερτς), νιώθεις ότι την ώρα που ετοιμάζονται να μπουν στην κυρίως πίστα, οι συνομήλικοί τους Ισπανοί και Γάλλοι είναι πιο έτοιμοι, καλύτερα προετοιμασμένοι. Όχι απαραίτητα τεχνικά, αλλά σίγουρα από πλευράς πνευματικής ετοιμότητας.

Τρεις προπονητές της Εθνικής ομάδας απέτυχαν: Ο Γιόαχιμ Λεβ το 2018, ο Χάνσι Φλικ το 2022 και ο Γιούλιαν Νάγκελσμαν το 2026. Τρεις διαφορετικές φιλοσοφίες παιχνιδιού. Το ίδιο αποτέλεσμα, από τους τρεις κορυφαίους Γερμανούς τεχνικούς των τελευταίων ετών.

Οπότε ο Λαμ ανοίγει περισσότερο το κεφάλαιο: «Η Γερμανία ήταν πάντα επιτυχημένη όταν οι ρόλοι των παικτών ήταν ξεκάθαρα καθορισμένοι, η ιεραρχία είχε εδραιωθεί και η ομάδα είχε ένα σαφές πλάνο για το πώς να επιτίθεται και να αμύνεται. Κάποτε ήμασταν γνωστοί ως Turniermannschaft («ομάδα τουρνουά»). Αυτό σήμαινε ότι βρίσκαμε τον ρυθμό μας καθώς προχωρούσε το τουρνουά. Αυτές οι μέρες έχουν περάσει, γιατί πλέον δεν υπάρχει ούτε η νοοτροπία νικητή, η ψυχρή αντιμετώπιση» και συνεχίζει: «Είμαστε η Ισπανία; Είμαστε η Αργεντινή; Είμαστε η Γαλλία; Όχι, είμαστε η Γερμανία, και παίζουμε το δικό μας ποδόσφαιρο. Πρέπει να επιστρέψουμε στη δική μας ταυτότητα, και πρέπει να το κάνουμε με πίστη. Είναι ο δικός μας τρόπος, η δική μας κουλτούρα, και δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Μόνο όταν καταλήξουμε σ’ αυτό, μπορούμε να ασχοληθούμε με το ζήτημα του ποιος ενσαρκώνει αυτήν την ιδέα, ποιος προπονητής μπορεί να χτίσει την ομάδα».

Με απλά λόγια; Ταλέντο υπάρχει, προπονητές υπάρχουν. Απλώς η Γερμανία από σιδηρά έγινε πλαστική. Στην αγωνιστική προσέγγιση, στην κουλτούρα, στο πνεύμα, στην πειθαρχία. Προσπαθώντας ορθά να ακολουθήσει τις σύγχρονες τάσεις ποδοσφαίρου, δεν μπόρεσε να ενσωματώσει τα δικά αυθεντικά στοιχεία, που της έδιναν πλεονέκτημα. Άφησε εκτός το δικό της μοναδικό DNA. Και αν αυτό δεν αλλάξει, οι Γερμανοί δεν ξανάρχονται