Ρατσισμός και ισότητα
Η πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη δεν χτίζεται αγνοώντας το άτομο υπέρ της κατηγορίας στην οποία ανήκει, αλλά διασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες για όλους, ανεξαρτήτως φυλής, τάξης ή καταγωγής.
Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, η Οξφόρδη και το Κέιμπριτζ διατηρούν προγράμματα προσέγγισης, υποτροφίες και οικονομικές ενισχύσεις αποκλειστικά για φοιτητές από εθνοτικές μειονότητες. Από ημέρες γνωριμίας και διαδικτυακά σεμινάρια μέχρι υποτροφίες αξίας £20.000 ετησίως, μία εξ αυτών χρηματοδοτούμενη από τον ράπερ Stormzy στο Κέιμπριτζ, αποκλειστικά για φοιτητές μαύρης, ασιατικής ή άλλης μη λευκής καταγωγής, τα δύο πανεπιστήμια έχουν οικοδομήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό «θετικών διακρίσεων» με βάση την εθνοτική ταυτότητα.
Ο στόχος ήταν, δήθεν, η αντιμετώπιση της υποεκπροσώπησης. Σήμερα, όμως, τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο: φοιτητές μη λευκής καταγωγής αποτελούν πλέον πάνω από το 30% της εγχώριας εισαγωγής και στα δύο ιδρύματα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον γενικό βρετανικό πληθυσμό είναι περίπου 17%. Την ίδια στιγμή, οι λευκοί φοιτητές από φτωχά, εργατικά νοικοκυριά, μία από τις πλέον υποεκπροσωπούμενες ομάδες σε ολόκληρη την τριτοβάθμια εκπαίδευση της Βρετανίας, παραμένουν σχεδόν παντελώς αποκλεισμένοι από αυτά τα προγράμματα.
Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι τα δύο πανεπιστήμια κατηγορούνται πλέον ότι λειτουργούν μια «κοινωνία δύο ταχυτήτων» μέσα στην ίδια την ακαδημαϊκή τους κοινότητα. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία ενός 20χρονου λευκού φοιτητή από εργατική οικογένεια, ο οποίος, παρότι είχε άριστες βαθμολογίες, διαπίστωσε ότι κάθε πρόγραμμα στήριξης για μαθητές από μειονεκτούσες περιοχές απευθυνόταν αποκλειστικά σε μαύρους, Ασιάτες ή άλλες εθνοτικές μειονότητες. Ένιωσε, όπως ο ίδιος έγραψε, «πολίτης δεύτερης κατηγορίας», όχι λόγω των επιδόσεών του, αλλά λόγω της καταγωγής του.
Εδώ κρύβεται ένα βαθύτερο εννοιολογικό λάθος που πρέπει να διορθωθεί δημόσια, ιδίως από όσους ασχολούμαστε με το Δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό δεν είναι «αντίστροφη διάκριση». Ο όρος είναι παραπλανητικός, διότι υπονοεί ότι υπάρχει μια «κανονική» κατεύθυνση διάκρισης που τώρα απλώς αντιστρέφεται. Αν πιστεύουμε πραγματικά στην ισότητα όλων των φυλών ενώπιον του νόμου, τότε η φυλετική διάκριση είναι φυλετική διάκριση, ανεξαρτήτως ποιον αποκλείει. Δεν υπάρχει «καλή» και «κακή» φυλετική διάκριση. Υπάρχει μόνο διάκριση.
Το ζήτημα αυτό εδράζεται σε μια θεμελιώδη σύγχυση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες: την ισότητα ευκαιριών και την ισότητα αποτελέσματος. Η πρώτη απαιτεί να είναι η ταυτότητα ενός ανθρώπου, φύλο, φυλή, καταγωγή, εντελώς άσχετη με τις ευκαιρίες που του παρέχονται, και κρίνεται μόνο βάσει αξίας και ανάγκης. Η δεύτερη, αντιθέτως, καθιστά την ταυτότητα κεντρικό κριτήριο κατανομής πόρων, με στόχο να «διορθωθούν» στατιστικά αποτελέσματα ανεξαρτήτως ατομικής περίστασης. Μεγάλο μέρος της σύγχρονης προοδευτικής και φεμινιστικής σκέψης έχει μετατοπιστεί προς τη δεύτερη εκδοχή, θεωρώντας ότι η κοινωνική δικαιοσύνη νομιμοποιεί την παράκαμψη της ατομικής δικαιοσύνης. Αυτό, όμως, είναι εγγενώς αντιφατικό: δεν μπορεί κανείς να υπερασπίζεται τα ατομικά δικαιώματα ενός ανθρώπου ενώ ταυτόχρονα τον αντιμετωπίζει πρωτίστως ως μέλος μιας συλλογικής κατηγορίας.
Η αμερικανική έννομη τάξη το αναγνώρισε καθαρά. Το 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, στην υπόθεση Students for Fair Admissions κατά Harvard, έκρινε ότι τα προγράμματα εισαγωγής των Harvard και UNC που ελάμβαναν υπόψη τη φυλή, παραβίαζαν τη Ρήτρα Ίσης Προστασίας της 14ης Τροποποίησης. Η υπόθεση είχε ξεκινήσει από Ασιατικοαμερικανούς φοιτητές που υποστήριζαν πως το σύστημα εισαγωγής του Harvard τούς αδικούσε συστηματικά, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και «καλοπροαίρετες» πολιτικές ταυτότητας μπορούν να παράγουν πραγματικά θύματα.
Η Κύπρος οφείλει να παρακολουθεί προσεκτικά αυτήν την εξέλιξη. Η πολιτισμική εισαγωγή αγγλοσαξονικών πρακτικών DEI, χωρίς κριτική στάθμιση, θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει και τη δική μας εκπαίδευση και αγορά εργασίας σε ανάλογες αντιφάσεις: προγράμματα «ισότητας» που, στην πράξη, εισάγουν νέες μορφές αποκλεισμού βάσει καταγωγής ή ταυτότητας. Η πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη δεν χτίζεται αγνοώντας το άτομο υπέρ της κατηγορίας στην οποία ανήκει, αλλά διασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες για όλους, ανεξαρτήτως φυλής, τάξης ή καταγωγής.
* Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Φιλοσοφία Δικαίου