Υψηλή στρατηγική, γεωπολιτική και ο παράγων ασφάλεια

Η τουρκική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό, ιδιαίτερα μετά το 1974, ακολούθησε το μοντέλο της αδιάλλακτης προσαρμογής.

Τα κράτη μέλη του διεθνούς συστήματος έχουν ορισμένους στρατηγικούς στόχους, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι μακροχρόνιοι ή βραχυπρόθεσμοι, έχουν συνοχή ή είναι αντιφατικοί. Με αυτόν τον τρόπο, το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον μιας χώρας δημιουργεί διάφορες απαιτήσεις και είναι η πηγή προκλήσεων και ευκαιριών για την πραγματοποίηση των στόχων και των επιδιώξεων του κράτους. Η στρατηγική της προσαρμογής, την οποία επιλέγει ένα κράτος, αποτελεί την απόδειξη για το ότι οι εθνικές δομές εξουσίας προσαρμόζονται στην αλληλεξάρτηση του εθνικού και διεθνούς συστήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη λειτουργούν ως προσαρμοζόμενες οντότητες που προσπαθούν με την εξωτερική τους πολιτική, καθώς επίσης και με την πολιτική ασφαλείας που διαμορφώνουν, να διατηρήσουν τις βασικές δομές τους, δηλαδή τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά τους χαρακτηριστικά σε αποδεκτά όρια. Τα πιο πάνω συνιστούν την πεμπτουσία για τη διαμόρφωση αυτού που στις στρατηγικές σπουδές ονομάζεται Υψηλή Στρατηγική (Grand Strategy). Με άλλα λόγια, η υψηλή στρατηγική θέτει ιεραρχημένους στόχους, λαμβάνοντας υπόψη το διεθνές περιβάλλον και την επιθυμητή θέση μιας χώρας, με σκοπό να κινητοποιήσει το ευρύτερο εθνικό δυναμικό και τους πόρους του κράτους προκειμένου να επιτύχει τρεις βασικούς στόχους, α) σταθερότητα, β) ευημερία και γ) ασφάλεια. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση της υψηλής στρατηγικής είναι η επισήμανση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων σε εθνικό επίπεδο, ώστε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικώς τους κινδύνους και ν’ αξιοποιήσει τις ευκαιρίες.

Ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες για τη διαμόρφωση της υψηλής στρατηγικής είναι η γεωπολιτική, δηλαδή η ερμηνεία και ανάλυση της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ του γεωγραφικού χώρου και των πολιτικών επιλογών που κάνει ένα κράτος προκειμένου να αξιοποιήσει και να αυξήσει τη στρατιωτική, την οικονομική και τη διπλωματική του ισχύ. Επομένως, η γεωπολιτική ανάλυση λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη διεθνών ανταγωνισμών σε σχέση με τον στρατηγικό σχεδιασμό σε διάφορους τομείς, όπως της στρατιωτικής ισχύος (γεωστρατηγική), της οικονομίας (γεωοικονομίας), του φυσικού περιβάλλοντος, των δημογραφικών τάσεων, κ.λπ.

Στην περίπτωση του κυπριακού προβλήματος, όπως αυτό διεμορφώθη μετά το 1974, η αλληλεξάρτηση μεταξύ υψηλής στρατηγικής, γεωπολιτικής και του παράγοντα ασφάλεια, σε σχέση με τον στρατηγικό στόχο επιλύσεως του προβλήματος, επηρεάστηκε καθοριστικώς από τον τρόπο με τον οποίο προσαρμόστηκαν αμφότερες, Τουρκία και Ελλάδα, σε σχέση προς τα στρατηγικά δεδομένα που δημιούργησε η σύγκρουση του 1974.

Έκτοτε, η Ελλάδα και η Τουρκία ακολούθησαν δύο διαφορετικά πρότυπα προσαρμογής του συστήματος εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό. Η διαφορά αυτή αντανακλά σε ένα μεγάλο βαθμό τόσο τα νέα στρατηγικά δεδομένα που δημιούργησε η εισβολή του 1974 όσο και τις στρατηγικές προτεραιότητες που έδιδαν αμφότερα τα κράτη στο ζήτημα της Κύπρου. Η μεν Ελλάδα ακολούθησε το πρότυπο της συναινετικής προσαρμογής, η δε Τουρκία το πρότυπο της αδιάλλακτης προσαρμογής.

Οι εσωτερικές αλλαγές που επέφερε η πτώση της Χούντας το 1974 στην Ελλάδα έθεσαν ως προτεραιότητα όλων των ελληνικών κυβερνήσεων τη συνέχιση του εκδημοκρατισμού της χώρας, τη διατήρηση των δομών του κοινωνικού συστήματος και την οικονομική ανάπτυξη. Για τις ελληνικές κυβερνήσεις αυτό μπορούσε να επιτευχθεί με την αποδοχή και συναίνεση των ορίων που έθεταν στην Ελλάδα οι απαιτήσεις τόσο του διεθνούς όσο και του περιφερειακού περιβάλλοντος. Όσον αφορά το διεθνές περιβάλλον, οι απαιτήσεις επέβαλαν συνέχιση των καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ και αργότερα ενσωμάτωση στην υπό διαμόρφωση Ευρώπη. Αυτοί οι στόχοι τέθηκαν από την αρχή σε υψηλότερη προτεραιότητα από οποιουσδήποτε άλλους στόχους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική εξωτερική πολιτική να υποβιβάσει στις προτεραιότητές της τις περιφερειακές προκλήσεις και κατά συνέπειαν να θεωρήσει το Κυπριακό δευτερεύον ζήτημα. Οι διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εδραίωσαν την άποψη ότι η Ελλάς δεν είναι σε θέση να επαναφέρει τα στρατηγικά δεδομένα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο στην προ του 1974 κατάσταση, αφού θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν τις απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό μετά το 1974 διέπεται από τη λογική ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής των στρατηγικών επιπτώσεων σε βάρος της Κύπρου ήταν ουσιαστικώς ένα παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος, από το οποίο η Ελλάδα θα έβγαινε ηττημένη. Έτσι, η λύση θα έπρεπε να βρεθεί στη βάση ενός επώδυνου συμβιβασμού. Αυτό κατέστησε την ελληνική πολιτική στο Κυπριακό ιδιαίτερα επιρρεπή στην ξένη επιρροή, με αποτέλεσμα ν’ ανταποκρίνεται ευνοϊκώς στις υποδείξεις του διεθνούς περιβάλλοντος.

Αυτή η εκτίμηση, στο επίπεδο της πολιτικής ελίτ της Ελλάδας, για τη μορφή και τον χαρακτήρα του διεθνούς και περιφερειακού συστήματος, προσάρμοσε συναινετικώς την ελληνική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό και αναποφεύκτως οδήγησε σε χειρισμούς, που έθεσαν τη λύση του στη βάση της αποδοχής των στρατηγικών κεκτημένων της Τουρκίας. Η θετική ανταπόκριση της ελληνικής κυβερνήσεως, το 2002, επί του σχεδίου Ανάν, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το αρνητικό ψυχολογικό κλίμα που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου μετά τη δημοσιοποίηση του σχεδίου, αποτελεί εξόφθαλμη συνέχεια της λογικής της δογματικής συναινέσεως που χαρακτηρίζει τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό, ιδιαίτερα μετά το 1974, ακολούθησε το μοντέλο της αδιάλλακτης προσαρμογής. Η στρατηγική νίκη της Τουρκίας, που συνετελέσθη με την εισβολή, καθώς επίσης και η εμφανής στρατηγική αδυναμία στην οποία ευρέθη η ελληνική πλευρά μετά το 1974, ευνόησαν σημαντικώς την Τουρκία να εφαρμόσει αυτό το πρότυπο προσαρμογής.

Μετά το 1974, η Τουρκία προσπάθησε να μετατρέψει τον στρατηγικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, και πιο ειδικά εκεί όπου υπήρχε σύγκρουση ελληνοτουρκικών συμφερόντων, έτσι ώστε να είναι σύμφωνος με τις ανάγκες του πολιτικού της συστήματος. Δηλαδή, το τουρκικό κράτος δεν έδειξε ότι θα μετέβαλλε τους στόχους της εξωτερικής του πολιτικής λόγω των αιτημάτων που προέρχονται από το διεθνές περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο αυξημένης αυτοπεποιθήσεως, που δίδει επί μακρόν η υποστήριξη των ΗΠΑ, καθώς επίσης και η γεωπολιτική νίκη του 1974, οι διαμορφωτές των αποφάσεων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό πιστεύουν ότι συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, στο οποίο σίγουρα θα είναι νικητές.

Η εφαρμογή δύο εντελώς αντίθετων μοντέλων συμπεριφοράς εξωτερικής πολιτικής ήταν αναπόφευκτο να έχει αντανακλάσεις σε ένα σχέδιο επιλύσεως του Κυπριακού, όπως το Σχέδιο Ανάν, όπου εσωτερικεύει το μεγαλύτερο μέρος των στρατηγικών στόχων της Τουρκίας στην Κύπρο με την ταυτόχρονη απαίτηση από την ελληνική πλευρά να συναινέσει σε ένα πλαίσιο στρατηγικού συμβιβασμού.

Το γεωπολιτικό περιβάλλον της Κύπρου έχει μεγάλο έλλειμμα ασφαλείας για τρεις λόγους: α) η τουρκική στοχοθεσία ηγεμονικών αξιώσεων παραμένει αμείωτη, β) η αστάθεια στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται (συγκρούσεις και ασύμμετρες απειλές), και γ) η όποια εγγύηση ασφαλείας εκ μέρους της ΕΕ βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προσδοκίας. Ως εκ τούτου, ο παράγων ασφάλεια συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα που θα πρέπει να υλοποιείται σε ένα σχέδιο λύσεως προκειμένου να εξασφαλισθεί η σταθερότητα και η ευημερία του μορφώματος που θα προκύψει μέσα από τη λύση.