Αναλύσεις

Ανασχηματισμός: Κομματικές ισορροπίες ή κοινωνική αξιοπιστία;

Ο επικείμενος ανασχηματισμός της Κυβέρνησης του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη πολιτική απόφαση της θητείας του μετά την εκλογή του. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαδικασία αντικατάστασης υπουργών ή υφυπουργών, αλλά για μια επιλογή που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τόσο την αποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης μέχρι το 2028 όσο και τις πιθανότητες επανεκλογής του ίδιου του Προέδρου. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ποιο κόμμα θα κερδίσει επιπλέον θέση/εις στο Υπουργικό Συμβούλιο. Είναι κατά πόσον η Κυβέρνηση θα επιλέξει να υπηρετήσει πρωτίστως τις ανάγκες της πολιτικής συμμαχίας που τη στηρίζει ή τις προσδοκίες της κοινωνίας που θα κληθεί να την αξιολογήσει στην κάλπη.

Το ενδεχόμενο ικανοποίησης αιτημάτων κόμματος/κομμάτων της κυβερνητικής συνεργασίας για αυξημένη εκπροσώπηση στο κυβερνητικό σχήμα διαθέτει κάποια πολιτική λογική. Κάθε κόμμα που στηρίζει μια Κυβέρνηση επιθυμεί να έχει ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και να μπορεί να παρουσιάζει στους ψηφοφόρους του συγκεκριμένο κυβερνητικό αποτύπωμα. Πρόκειται για μια διαχρονική πραγματικότητα όλων των κυβερνήσεων συνεργασίας. Η ενίσχυση της κομματικής παρουσίας μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της εσωτερικής συνοχής της κυβερνητικής συμμαχίας, να μειώσει τις δημόσιες διαφοροποιήσεις και να δημιουργήσει ισχυρότερα κίνητρα πολιτικής στήριξης μέχρι το τέλος της θητείας.

Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα του 2028 διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη του παρελθόντος. Οι πολίτες δεν θα ψηφίσουν για να επιβραβεύσουν την εσωτερική ισορροπία μεταξύ των κομμάτων που στηρίζουν την Κυβέρνηση. Θα αξιολογήσουν αν η διακυβέρνηση βελτίωσε την καθημερινότητά τους, αν αντιμετώπισε αποτελεσματικά τα προβλήματα του κράτους, αν περιόρισε τη γραφειοκρατία, αν αναβάθμισε τις δημόσιες υπηρεσίες και αν ενίσχυσε το αίσθημα δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και χρηστής δημόσιας διοίκησης. Με άλλα λόγια, η τελική κρίση θα είναι κυρίως κυβερνητική και όχι κομματική.

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών, τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς, καταδεικνύουν ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τα πολιτικά κόμματα παραμένει περιορισμένη. Αντίθετα, οι πολίτες εμφανίζονται περισσότερο δεκτικοί απέναντι σε προσωπικότητες με αποδεδειγμένη επαγγελματική επάρκεια, διοικητική εμπειρία και κοινωνικό κύρος. Δεν αρκεί πλέον η κομματική νομιμοποίηση. Εκείνο που αναζητούν οι ψηφοφόροι είναι η αποτελεσματικότητα.

Η Κυβέρνηση Χριστοδουλίδη έχει ήδη διανύσει σημαντικό μέρος της θητείας της. Δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια μιας μακράς περιόδου προσαρμογής νέων προσώπων. Κάθε υπουργός που θα αναλάβει σήμερα χαρτοφυλάκιο θα έχει περιορισμένο χρονικό διάστημα για να αποδείξει έργο. Αυτό σημαίνει ότι οι επιλογές δεν μπορούν να βασίζονται πρωτίστως σε πολιτικές ισορροπίες αλλά στην πιθανότητα άμεσης παραγωγής μετρήσιμων αποτελεσμάτων.

Η εμπειρία της κυπριακής πολιτικής ζωής προσφέρει αρκετά παραδείγματα όπου οι ανασχηματισμοί απέτυχαν να αλλάξουν το πολιτικό κλίμα επειδή θεωρήθηκαν προϊόν κομματικών συμβιβασμών. Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι οι αλλαγές εξυπηρετούν κυρίως εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες, η επικοινωνιακή αξία του ανασχηματισμού εξανεμίζεται σχεδόν αμέσως. Αντίθετα, όταν επιλέγονται προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους και ευρείας αποδοχής, με αναγνωρισμένο επιστημονικό, επαγγελματικό ή διοικητικό έργο, δημιουργείται η αίσθηση μιας κυβέρνησης που επιδιώκει πραγματική επανεκκίνηση.

Για τον Νίκο Χριστοδουλίδη το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Το προσωπικό του πολιτικό αφήγημα κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2023 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα ενός Προέδρου που υπερβαίνει τις παραδοσιακές κομματικές περιχαρακώσεις και επιλέγει τους καλύτερους ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης. Η ενίσχυση αποκλειστικά της κομματικής εκπροσώπησης θα μπορούσε να θεωρηθεί από μέρος των ψηφοφόρων ως απομάκρυνση από αυτή τη βασική πολιτική υπόσχεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κόμματα πρέπει να αγνοηθούν. Η κυβερνητική σταθερότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της θητείας. Χωρίς κοινοβουλευτική συνεργασία, πολλές σημαντικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν. Συνεπώς, ο Πρόεδρος οφείλει να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς εμπιστοσύνης με τις πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν την κυβέρνηση. Όμως η εμπιστοσύνη αυτή δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκην διαρκή αύξηση της κομματικής εκπροσώπησης στο Υπουργικό Συμβούλιο. Μπορεί να στηριχθεί σε ειλικρινή πολιτικό διάλογο, κοινό προγραμματικό σχεδιασμό και ουσιαστική συμμετοχή στη διαμόρφωση πολιτικών.

Παράλληλα, ο Πρόεδρος θα πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά ποιο είναι σήμερα το κυρίαρχο αίτημα της κοινωνίας. Η ακρίβεια, η στεγαστική πολιτική, οι καθυστερήσεις και αστοχίες στη δημόσια διοίκηση, η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, η υγεία, η παιδεία και ο πολιτισμός παραμένουν στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Οι πολίτες αναζητούν συγκεκριμένα αποτελέσματα και όχι πολιτικές ισορροπίες. Επομένως, υπουργοί και υφθπουργοί με αποδεδειγμένη ικανότητα να διαχειριστούν σύνθετες μεταρρυθμίσεις είναι πιθανότερο να ενισχύσουν το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης από πρόσωπα που επιλέγονται κυρίως για λόγους κομματικής αντιπροσώπευσης.

Η χρονική συγκυρία προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στις επιλογές. Ουσιαστικά απομένουν λιγότερα από δύο χρόνια μέχρι την είσοδο της χώρας σε προεκλογική τροχιά. Η περίοδος αυτή είναι κρίσιμη για την παραγωγή απτών αποτελεσμάτων. Οι πολίτες θα σχηματίσουν την τελική τους εικόνα κυρίως από όσα θα συμβούν κατά το τελευταίο τμήμα της κυβερνητικής θητείας. Ένας επιτυχημένος ανασχηματισμός μπορεί να ανανεώσει τη δυναμική της κυβέρνησης. Ένας ανασχηματισμός που θα εκληφθεί ως προϊόν κομματικών ανταλλαγμάτων μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.

Εξίσου σημαντικό είναι και το μήνυμα που θα σταλεί προς τη δημόσια διοίκηση. Η τοποθέτηση υπουργών υψηλού κύρους συχνά λειτουργεί ως καταλύτης για την κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού. Δημιουργεί υψηλότερες προσδοκίες, ενισχύει τη λογοδοσία και επιταχύνει τη λήψη αποφάσεων. Αντίθετα, επιλογές που αντιμετωπίζονται ως καθαρά κομματικές δυσκολεύονται να δημιουργήσουν το ίδιο επίπεδο θεσμικής κινητοποίησης.

Σε εκλογικό επίπεδο, η στρατηγική αξία των δύο επιλογών δεν είναι ισοδύναμη. Η επιπλέον ικανοποίηση ενός κυβερνητικού εταίρου ενδέχεται να ενισχύσει την εσωτερική συνοχή της Κυβέρνησης, αλλά δύσκολα διευρύνει την εκλογική επιρροή του Προέδρου πέρα από τον ήδη υφιστάμενο κομματικό πυρήνα. Αντίθετα, η ανάδειξη προσωπικοτήτων εγνωσμένου κύρους και ευρείας κοινωνικής αποδοχής μπορεί να προσελκύσει αναποφάσιστους, μετριοπαθείς και πολιτικά ανεξάρτητους ψηφοφόρους, που συνήθως καθορίζουν το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών.

Η εκλογική εμπειρία δείχνει ότι οι προεδρικές εκλογές στην Κύπρο κερδίζονται κυρίως στο κέντρο του πολιτικού φάσματος και μεταξύ των πολιτών που δεν ταυτίζονται απολύτως με κάποιο κόμμα. Πρόκειται για μια δεξαμενή ψηφοφόρων που επηρεάζεται περισσότερο από την εικόνα αποτελεσματικής διακυβέρνησης παρά από τις κομματικές ισορροπίες. Για αυτούς τους πολίτες, ένας ανασχηματισμός αριστείας θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό μήνυμα σοβαρότητας και αποφασιστικότητας.

Συμπερασματικά, ο επικείμενος ανασχηματισμός δεν θα κριθεί από το πόσες κομματικές απαιτήσεις θα ικανοποιήσει, αλλά από το κατά πόσον θα πείσει την κοινωνία ότι η κυβέρνηση εισέρχεται στην πιο παραγωγική φάση της θητείας της. Η ιστορία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις επανεκλέγονται όταν οι πολίτες πιστεύουν πως διαθέτουν την καλύτερη δυνατή ομάδα για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της χώρας και όχι όταν επιτυγχάνουν την τελειότερη κομματική γεωμετρία. Αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιθυμεί να ενισχύσει ουσιαστικά την πορεία του προς το 2028, η στρατηγικά ισχυρότερη επιλογή είναι ένας ανασχηματισμός που θα βασιστεί πρωτίστως στην αξιοκρατία, στην τεχνοκρατική επάρκεια, στο αποδεδειγμένο κύρος και στη δυνατότητα παραγωγής άμεσου έργου. Η διατήρηση της συνεργασίας με τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση είναι αναγκαία, όμως η κοινωνική νομιμοποίηση της επόμενης ημέρας θα εξαρτηθεί κυρίως από την ποιότητα των προσώπων που θα κληθούν να ολοκληρώσουν τη διακυβέρνηση και να πείσουν ότι μια δεύτερη θητεία αποτελεί φυσική συνέχεια μιας επιτυχημένης πρώτης.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης