Αθλητισμός

Ψυχή εναντίον στατιστικών στο ποδόσφαιρο

Μιας και είναι ημέρες Μουντιάλ, ας μιλήσουμε λίγο για το ποδόσφαιρο του παρελθόντος αλλά και για το σημερινό, δίνοντας έμφαση στην περίπτωση της Βραζιλίας, για να δούμε πόσο πολύ έχει αλλάξει ο ρόλος του αθλητή στην κοινωνία.

Αν μετράς λοιπόν το ποδόσφαιρο μόνο με τα στατιστικά στοιχεία, τους τίτλους, και τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τότε ο Λιονέλ Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο είναι οι κορυφαίοι που πάτησαν ποτέ το χορτάρι. Ακόμα και παίχτες λιγότερο καλοί, σύμφωνα με τα σημερινά μέτρα και σταθμά, πρέπει να θεωρούνται καλύτεροι από τους αστέρες του παρελθόντος.

Τι γίνεται όμως αν η αληθινή επίδραση ενός αθλητή δεν μετριέται με τα νούμερα, αλλά με την ψυχή που καταθέτει και με την κληρονομιά που αφήνει; Θα προσπαθήσω να σας μιλήσω για το πώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχασε την αυθεντικότητά του, πώς οι ήρωες μετατράπηκαν σε υπάλληλοι, και γιατί παίκτες όπως ο Πελέ, ο Μαραντόνα, το Φαινόμενο, ο Ροναλντίνιο ή ο Ρομάριο είχαν μια επίδραση που οι σημερινοί σταρ δεν θα αγγίξουν ποτέ.

Κάποτε οι ποδοσφαιριστές κουβαλούσαν στις πλάτες τους την ιστορία, την πολιτική και την ψυχή ολόκληρων λαών. Σήμερα, οι περισσότεροι λειτουργούν στα πλαίσια μιας βιομηχανίας δισεκατομμυρίων χωρίς να εμπλέκονται σε κοινωνικά προβλήματα ή να παίρνουν θέση σε αυτά. Κοιτάζουν μόνο πώς θα προβάλουν και πώς θα βελτιώσουν την εικόνα τους με σκοπό το ίδιον όφελος.

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός που διάβαζα για τον Πελέ και για τον Μαραντόνα. Θυμάμαι που διάβασα μια ιστορία – δεν ξέρω αν είναι αληθινή ή αν είναι μύθος – που έλεγε ότι το 1969, η ομάδα Σάντος του Πελέ έκανε περιοδεία στην Αφρική για να παίξει μερικά ματς. Ο Πελέ ήταν ήδη ένας ζωντανός θρύλος και η Νιγηρία βρισκόταν στη δίνη ενός αιματηρού εμφυλίου πολέμου με την επαρχία της Μπιάφρα. Λέγεται λοιπόν ότι οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές συμφώνησαν σε διήμερη εκεχειρία μόνο και μόνο για να μπορέσουν όλοι να παρακολουθήσουν τον Πελέ να αγωνίζεται. Είτε πρόκειται για γεγονός είτε πρόκειται για έναν ελαφρώς διογκωμένο μύθο της εποχής, η ουσία παραμένει η ίδια: Το ποδόσφαιρο αποδείχθηκε ανώτερο από τον πόλεμο και πράγματι μπορεί να ενώσει τους λαούς.

Θυμάμαι επίσης το 1990, όταν γινόταν το Μουντιάλ της Ιταλίας, να διαβάζω για τα κατορθώματα του Ντιέγκο στα γήπεδα του Μεξικό το 1986. Ήταν τότε που αντιπάθησα με «θρησκευτική μανία» την ποδοσφαιρική Γερμανία αφού η Αργεντινή έχασε στον τελικό με ένα «πέτσινο» πέναλτι, και ο Ντιέγκο έκλαιγε. Σήμερα βέβαια κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί με το VAR αλλά με το VAR δεν μπορεί το ποδόσφαιρο να σου αφήσει βαθιές συγκινήσεις (αφού ακόμα και ο αυθορμητισμός του πανηγυρισμού μπαίνει σε αναμονή μέχρι να ελεγχθεί η φάση). Ο Μαραντόνα όμως στον προηγούμενο αγώνα έβγαλε έξω τους Ιταλούς και στενοχώρησε μια ολόκληρη χώρα αφού το ποδοσφαιρικό του άστρο έλαμψε στην Νάπολη.

Πάμε όμως ξανά πίσω στο Μεξικό του 1986. Τέσσερα μόλις χρόνια μετά την ήττα της Αργεντινής από τη Μεγάλη Βρετανία στον πόλεμο των Φόκλαντ, η «Αλμπισελέστε» αντιμετώπισε τους Άγγλους στο Μουντιάλ του Μεξικό. Το ματς αυτό δεν ήταν απλά ένας τυχαίος προημιτελικός. Αυτό το ματς ήταν ένας άτυπος, συμβολικός πόλεμος 11 εναντίον 11. Με το «χέρι του Θεού» (πάλι με το VAR δεν θα το είχαμε) και, λίγα λεπτά μετά, με το «γκολ του αιώνα», ο Μαραντόνα δεν νίκησε απλώς μια ομάδα. Εκδικήθηκε για την εθνική ταπείνωση της χώρας του. Όπως παραδέχτηκε αργότερα και ο ίδιος, στο μυαλό τους έπαιζαν για τα παιδιά της Αργεντινής που είχαν χαθεί στον πόλεμο.

Πάμε τώρα να θυμηθούμε τον Ρονάλντο το Φαινόμενο. Το 1998 στα γήπεδα της Γαλλίας όλοι περίμεναν τη Βραζιλία να σηκώσει το τρόπαιο. Για τη χαρά του παιχνιδιού και για τη μαγεία του βραζιλιάνικου στυλ. Το βράδυ πριν από τον τελικό ωστόσο διεξήχθη μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ιστορίας. Το Φαινόμενο έπαθε κρίση και λίγες ώρες πριν από τον τελικό δεν ήταν καν στην αρχική εντεκάδα. Τελικά έπαιξε – ως μια σκιά του εαυτού του – και η Βραζιλία έχασε εύκολα από τη Γαλλία του μέγιστου Ζιντάν. Λόγω της λατρείας μου για τον Ρονάλντο η Γαλλία έγινε για εμένα ό,τι και η Γερμανία του 1990. Σήμερα είμαι 43 ετών. Ακόμα δεν μπορώ να βλέπω τους Γερμανούς και τους Γάλλους να κερδίζουν. Το 2002 ωστόσο, στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Κορέας, ήρθε η κάθαρση της τραγωδίας. Το Φαινόμενο αν και με διαλυμένα γόνατα, επέστρεψε για να κατακτήσει τον κόσμο ως άνθρωπος, όχι ως μηχανή, με μια εθνική Βραζιλίας που κυριολεκτικά δεν είχε αντίπαλο.

Η γενιά του Ρομάριο, του Ρονάλντο και του Ροναλντίνιο είναι η τελευταία γενιά βραζιλιάνων ποδοσφαιριστών που αγαπήθηκε τόσο βαθιά. Ο Ρομάριο έπαιζε με την αυθάδεια του δρόμου, ξενυχτούσε, δεν ακολουθούσε κανένα πρόγραμμα διατροφής ή εκγύμνασης αλλά έμπαινε μέσα και τους ξεφτίλιζε όλους για τη χαρά της φαβέλας. Και ο Ροναλντίνιο έπαιζε πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Μας θύμιζε γιατί αγαπήσαμε την μπάλα. Κι όταν βαρέθηκε την πίεση του σύγχρονου «ποδοσφαιρικού πλαισίου», προτίμησε τη ζωή από τα στατιστικά. Τελευταίος μεγάλος βραζιλιάνος ο Αντριάνο (ο Αυτοκράτορας) που η απώλεια του πατέρα του τον έκανε να χάσει τον εαυτό του και του στέρησε το μεγαλείο.

Για να καταλάβετε πόσο άλλαξε η ψυχολογία του αθλήματος, αρκεί να δούμε δύο ιστορικές στιγμές της ποδοσφαιρικής Βραζιλίας. Το 1950, όταν η Βραζιλία έχασε το Μουντιάλ από την Ουρουγουάη μέσα στο σπίτι της, η χώρα έπεσε σε πένθος. Υπήρξαν άνθρωποι που αυτοκτόνησαν ή που έπαθαν καρδιακή προσβολή από το κακό τους. Οι παίκτες τότε ήταν φτωχόπαιδα, ήταν άνθρωποι μέσα από τις εξαθλιωμένες γειτονιές, ήταν οι κομιστές της βραζιλιάνικης ψυχής. Το ποδόσφαιρο ήταν η ελπίδα ενός έθνους να δείξει τι αξίζει.

Το 2014, η Βραζιλία διασύρεται με 1-7 από τη Γερμανία, μέσα στο σπίτι της στον ημιτελικό του Μουντιάλ. Έγιναν όμως τα ίδια με το 1950; Η απάντηση είναι όχι. Οι διεθνείς ποδοσφαιριστές (κατά την ταπεινή μου γνώμη) αντί να παραιτηθούν από την εθνική ομάδα ή ακόμα και από το ίδιο το ποδόσφαιρο, έπειτα από αυτή την ταπείνωση επέστρεψαν ατάραχοι στις ομάδες τους και στα εκατομμύρια τους. Η συντριβή αντιμετωπίστηκε απλώς σαν ένα κακό αποτέλεσμα. Οι παίκτες είχαν ήδη οικονομική και ψυχολογική θωράκιση. Το χρήμα λειτούργησε ως ασπίδα, αποκόβοντάς τους παίκτες από τον λαό και από το συλλογικό βίωμα. Δεν συνειδητοποίησαν την οριακή συνθήκη στην οποία εισήλθε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Πολλοί από αυτούς μάλιστα εμφανίστηκαν και τα επόμενα χρόνια στο ρόστερ της εθνικής ομάδας, κάτι που σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα ήθη της ποδοσφαιρικής Βραζιλίας κρίνεται τουλάχιστον ανάρμοστο, για να μη πω υβριστικό.

Σήμερα, το έτος 2026, η εθνική Βραζιλίας εμφανίστηκε στη χειρότερή της κατάσταση από τότε που θυμόμαστε τους βραζιλιάνους να παίζουν μπάλα. Ίσως και η Βραζιλία του 2014 να μην ήταν καμιά σπουδαία ομάδα αλλά όχι σαν τους φετινούς. Είναι η έκτη σερί διοργάνωση που οι Βραζιλιάνοι δεν μπορούν να περάσουν μια ευρωπαϊκή ομάδα σε νοκ-άουτ αγώνα. Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Κροατία και πριν από λίγες ημέρες η Νορβηγία. Πρόκειται ασφαλώς για μια ποδοσφαιρική κατάρα, μια Νέμεσις πάνω από τα κεφάλια αυτού του έθνους των 200 εκατομμυρίων. Η ήπειρος που θρέφει με τα εκατομμύριά της τους «αστέρες» της χώρας, αυτή βρήκε και το κουμπί να τους στερεί το μεγαλείο. Πρόκειται για ένα μεγάλο πρόβλημα συλλογικής ταυτότητας που σχετίζεται και με τις αποφάσεις μετά τη συντριβή τού 7-1. Σαν να εγκαθιδρύθηκε μια διασάλευση της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής τάξης που ακόμα δεν επήλθε η λύση.

Και ερχόμαστε στους τωρινούς αστέρες. Ο Μέσι, ο Κριστιάνο και πολλοί από τους μεγάλους ποδοσφαιριστές ανδρώθηκαν μέσα σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον. Είναι από τα «γεννοφάσκια» τους προορισμένοι να γίνουν Brands. Έχουν μάνατζερ, επικοινωνιολόγους, διατροφολόγους. Δεν τσαλακώνονται εύκολα, δεν επαναστατούν, δεν ταυτίζονται με κοινωνικούς αγώνες (υπάρχουν ασφαλώς και σημαντικές εξαιρέσεις όπως ο Ράσφορντ και ο Βινίσιους αλλά περισσότερο επιβεβαιώνουν τον κανόνα παρά δημιουργούν μια εμφανή τάση). Τα παιδιά, που πάντα ψάχνουν ήρωες για να ταυτιστούν, κολλάνε μαζί τους επειδή το μάρκετινγκ τούς παρουσιάζει σαν αψεγάδιαστους υπερήρωες στο TikTok και στο FIFA και επειδή δεν γνωρίζουν Ιστορία. Αλλά είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η ψυχολογία έχει αλλάξει. Το ποδόσφαιρο από συλλογικό βίωμα έγινε ατομικός δρόμος για τον πλούτο και τη δόξα. Ο «πόλεμος» πλέον δεν γίνεται για την τιμή μιας σημαίας ή για να σταματήσουν οι σφαίρες, αλλά για τα δικαιώματα της εικόνας, τα συμβόλαια των χορηγών και τα views στα social media. Ο πραγματικός αντίπαλος είναι ο μηχανισμός του χρήματος που καταπίνει την αυθεντικότητα. Ακόμα και το συναίσθημα των κερκίδων υπολείπεται τού τότε αφού πια το να πας στο γήπεδο είναι κάτι που δεν μπορεί να το αντέξει η τσέπη τού απλού φίλαθλου. Όλα κινούνται σύμφωνα με την ψυχρή λογική του χρήματος.

Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, όσο μεγάλα νούμερα κι αν γράψουν οι σημερινοί σταρ, είναι πολύ δύσκολο να γίνουν αυθεντικοί λαϊκοί ήρωες. Όπως γίνεται σε κάθε τομέα, έτσι και στο ποδόσφαιρο, οι «Θεοί» του θα παραμείνουν εκείνοι που έπαιξαν για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.