Οι στρατιωτικές δυνατότητες του «Σουνιτικού ΝΑΤΟ»
Σε θεωρητικό επίπεδο, ο συνδυασμός των τριών χωρών είναι ιδιαίτερα ισχυρός
Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας που υπέγραψαν Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η ασφάλεια στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα στον μουσουλμανικό κόσμο. Πέρα από τις αναφορές περί ενός «Ισλαμικού NATO», το Σύμφωνο της Μέκκας αποκαλύπτει μια βαθύτερη γεωπολιτική τάση, καθώς οι τρεις χώρες επιχειρούν να ενισχύσουν τις μεταξύ τους εγγυήσεις ασφαλείας σε μια περίοδο κατά την οποία η αξιοπιστία της αμερικανικής προστατευτικής ομπρέλας τίθεται υπό αμφισβήτηση. Με διαφορετικές στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές δυνατότητες, οι τρεις χώρες επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα νέο πλέγμα αποτροπής, το οποίο δεν στρέφεται αποκλειστικά εναντίον ενός συγκεκριμένου αντιπάλου, αλλά αντανακλά τη γενικότερη αναδιάταξη των ισορροπιών στην περιοχή. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσον η συμφωνία μπορεί να μετατραπεί από ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα σε πραγματικό μηχανισμό συλλογικής άμυνας.
Η σημασία της Συμφωνίας
Το «Ισλαμικό NATO» ήταν η αναμενόμενη «ταμπέλα» που έσπευσαν να βάλουν αρκετοί αναλυτές για την υπογραφή του Συμφώνου αμοιβαίας άμυνας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν. Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών.
Ωστόσο, η σύγκριση με το NATO δεν αποδίδει σωστά τη σημασία της συμφωνίας. Τρεις χώρες που αποτελούν εταίρους των ΗΠΑ αποφάσισαν να συνδέσουν την ασφάλειά τους μεταξύ τους και το σημαντικότερο ακροατήριο για την κίνηση αυτή δεν βρίσκεται ούτε στην Τεχεράνη ούτε στο Τελ Αβίβ, αλλά στην Ουάσιγκτον. Στην ουσία, η συμφωνία αποτελεί μιαν «αμφισβήτηση» για την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως εγγυητή ασφάλειας.
Σε θεωρητικό επίπεδο, ο συνδυασμός των τριών χωρών είναι ιδιαίτερα ισχυρός. Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο NATO, καθώς και μια βιομηχανία μη επανδρωμένων αεροσκαφών που έχει αλλάξει τα δεδομένα στα σύγχρονα πεδία των μαχών. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τα μεγαλύτερα οικονομικά αποθέματα στον Περσικό Κόλπο, ενώ το Πακιστάν προσθέτει μια μεγάλη και έμπειρη σε πολεμικές επιχειρήσεις στρατιωτική δύναμη, καθώς και το μοναδικό πυρηνικό οπλοστάσιο στον μουσουλμανικό κόσμο. Ειδικοί επισημαίνουν ότι οι δυνατότητες των τριών χωρών είναι σε μεγάλο βαθμό συμπληρωματικές, αφού η τουρκική τεχνολογία χρειάζεται αγορές, το πακιστανικό ανθρώπινο δυναμικό χρηματοδότηση και ο σαουδαραβικός πλούτος ανθρώπινο δυναμικό.
Σε κάθε περίπτωση, το Σύμφωνο δεν προέκυψε από το πουθενά. Αποτελεί επέκταση της συμφωνίας Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν του Σεπτεμβρίου του 2025, η οποία υπεγράφη λίγες ημέρες μετά την ισραηλινή επίθεση εναντίον στόχων της Χαμάς στην Ντόχα του Κατάρ. Η ανάγκη για ενίσχυση της συνεργασίας έγινε ακόμη πιο επιτακτική μετά τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ο οποίος ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου και ακολούθησε σειρά επιθέσεων εναντίον χωρών του Κόλπου.
Για δεκαετίες, οι χώρες του Κόλπου βρίσκονταν υπό την προστατευτική «ομπρέλα» των ΗΠΑ. Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, επανέφερε ένα ερώτημα, που ολόκληρη η περιοχή ίσως προτιμούσε να μη θέσει ποτέ: Πόσο αξιόπιστη είναι η αμερικανική ομπρέλα, όταν οι αμερικανικές Βάσεις σε έδαφος του Κόλπου δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τα ιρανικά πλήγματα εναντίον εγκαταστάσεων στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και όταν η Ουάσιγκτον εμφανίστηκε εμφανώς διστακτική ως προς τον τρόπο αντίδρασής της;
Το Σύμφωνο της Μέκκας αποτελεί την απάντηση του Ριάντ. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο από κυβερνήσεις που δεν επιθυμούν πλέον να εμπιστεύονται την ασφάλειά τους σε έναν και μοναδικό εγγυητή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι τρεις χώρες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ΗΠΑ, οι οποίες εξακολουθούν να διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην ασφάλειά τους. Οι αξιωματούχοι των χωρών τονίζουν, άλλωστε, ότι η συμφωνία δεν αντικαθιστά καμιάν από τις υφιστάμενες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες. Πρόκειται περισσότερο για διαφοροποίηση των εγγυήσεων ασφαλείας παρά για ρήξη με την Ουάσιγκτον.
Το σημαντικότερο κόστος για τις ΗΠΑ αφορά τη γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή. Η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ, με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεών της με το Ισραήλ, αποτελεί βασικό πυλώνα των σχεδίων διαδοχικών αμερικανικών κυβερνήσεων για τη Μέση Ανατολή. Με τη σύνδεσή του με την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ, δύο πρωτεύουσες που διατηρούν ανοιχτά εχθρική στάση απέναντι στο Ισραήλ, το Ριάντ αυξάνει το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε κίνησης προς την εξομάλυνση των σχέσεων και καθιστά μια τέτοια εξέλιξη δυσκολότερη, αν όχι αδύνατη.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το στοιχείο της αυτοϋπονόμευσης της αμερικανικής πολιτικής. Τον Ιούλιο, ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία υπέγραψαν συμφωνία που επιτρέπει στο βασίλειο να αναπτύξει το δικό του «ειρηνικό» πυρηνικό πρόγραμμα. Ο Τραμπ, ωστόσο, έθεσε ως προϋπόθεση τη σύνδεση του προγράμματος με την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Για πολλούς αναλυτές, η προϋπόθεση αυτή «ήχησε συναγερμό στον Κόλπο», καθώς δημιούργησε την εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις συμφωνίες ως μέσο άσκησης πίεσης.
Έτσι, ένα εργαλείο που είχε σχεδιαστεί για να φέρει τη Σαουδική Αραβία πιο κοντά στο Ισραήλ, ενδέχεται τελικά να την έσπρωξε προς το Πακιστάν και την Τουρκία. Την ίδια ώρα, το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη συμφωνία ως μια ιδιαίτερα ανησυχητική εδραίωση ενός εχθρικού μετώπου, το οποίο πλέον διαθέτει και πυρηνική διάσταση.
Η σημασία της στην πράξη
Ωστόσο, η σημασία της συμφωνίας δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Το κείμενο που υπεγράφη δεν προβλέπει συγκεκριμένες στρατιωτικές δεσμεύσεις και το κατά πόσον υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να αναλάβουν δράση σε περίπτωση επίθεσης παραμένει ασαφές. Η ιστορία έδειξε ότι ούτε η συμφωνία για τα σύνορα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης το 2000, ούτε η διμερής συνθήκη Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν του 2025 έχουν οδηγήσει σε κάτι που να προσεγγίζει την εφαρμογή του Άρθρου 5 του NATO, ενώ καμία από αυτές δεν έχει ενεργοποιηθεί με τέτοιο τρόπο.
Η πιο δραματική ερμηνεία του Συμφώνου της Μέκκας, δηλαδή ότι το Πακιστάν παρέχει μια πυρηνική «ομπρέλα» στον Κόλπο, είναι και η λιγότερο ουσιαστική. Η Τουρκία ήδη φιλοξενεί αμερικανικές πυρηνικές κεφαλές, η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να επιδιώκει συνεργασία με την Ουάσιγκτον στον τομέα της ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας, ενώ το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν παραμένει προσανατολισμένο στην αποτροπή έναντι της Ινδίας. Ως εκ τούτου, το πυρηνικό στοιχείο της συμφωνίας, όπως επισημαίνει ένας αναλυτής, έχει κυρίως συμβολικό και αποτρεπτικό βάρος και όχι τη μορφή μιας επίσημης εγγύησης.
Για το Πακιστάν, η συμφωνία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και έκθεση σε κινδύνους. Αναβαθμίζει το Ισλαμαμπάντ από αποδέκτη οικονομικής στήριξης από τις χώρες του Κόλπου σε πάροχο ασφάλειας με αυξημένο κύρος, προσφέροντας παράλληλα βιομηχανικά και διπλωματικά οφέλη. Η ρήτρα συλλογικής άμυνας, όμως, αποτελεί υποχρέωση όσο και πλεονέκτημα. Θα μπορούσε να εμπλέξει μια χώρα που ήδη βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις στα ανατολικά και δυτικά σύνορά της σε μακρινές διαμάχες στον Κόλπο.
Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος να υπονομευθεί ο διαμεσολαβητικός ρόλος που έχει οικοδομήσει προσεκτικά το Ισλαμαμπάντ μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Αυτό φάνηκε και από το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη στο Ισλαμαμπάντ στις 17 Ιουνίου, στο οποίο επιτεύχθηκε τουλάχιστον ένας βαθμός σταθεροποίησης στις εχθροπραξίες στο πλαίσιο της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν.
Η Τεχεράνη έχει ήδη απορρίψει τη συμφωνία ως «δανεική ασφάλεια», μια αιχμηρή αναφορά που αγνοεί τη δική της εξάρτηση από δίκτυα πληρεξουσίων. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες πιο συντηρητικές φωνές στο Ιράν αντιμετωπίζουν τη Συμφωνία ως μια μορφή μουσουλμανικής ittihad, δηλαδή ένωσης.
Ειδικοί εξηγούν ότι οι πραγματικές συνέπειες του Συμφώνου της Μέκκας δεν έχουν ακόμη δοκιμαστεί και πιθανότατα δεν θα δοκιμαστούν σύντομα. Το μήνυμά του, ωστόσο, είναι σαφές. Η εποχή κατά την οποία μία και μοναδική εξωτερική δύναμη αναλάμβανε το κόστος της ασφάλειας στη Μέση Ανατολή φθίνει και στη θέση της διαμορφώνεται ένα πιο σύνθετο σύστημα, στο οποίο τα κράτη αναζητούν τα ίδια πολλαπλές εγγυήσεις και δυνατότητες αυτοπροστασίας.
Η Ουάσιγκτον μπορεί είτε να αντιμετωπίσει το σύμφωνο ως μια απώλεια που πρέπει να ανατραπεί είτε ως προειδοποίηση που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Οι στρατιωτικές δυνατότητες της συμμαχίας
Η συμφωνία υπογράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι τρεις χώρες καλούνται να διαχειριστούν αυξανόμενες περιφερειακές εντάσεις, μεταξύ άλλων τις ανησυχίες για την επέκταση της στρατιωτικής παρουσίας και επιρροής του Ισραήλ, αλλά και τον περιφερειακό ρόλο του Ιράν.
Σύμφωνα με τον δείκτη Global Firepower 2026, ο οποίος αξιολογεί τις αμυντικές δυνατότητες 145 χωρών, οι τρεις χώρες διαθέτουν συνολικά σχεδόν 1,4 εκατομμύριο εν ενεργεία στρατιωτικούς, περίπου 3.400 αεροσκάφη, 6.000 άρματα μάχης και περισσότερα από 340 πολεμικά και υποστηρικτικά ναυτικά μέσα.
Ο δείκτης αξιολογεί τη δυνητική πολεμική ισχύ κάθε χώρας σε ξηρά, αέρα και θάλασσα, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το ανθρώπινο δυναμικό, ο στρατιωτικός εξοπλισμός, οι φυσικοί πόροι, τα οικονομικά δεδομένα και η γεωγραφία.
Σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, οι τρεις χώρες διαθέτουν συνολικά περίπου 1,4 εκατομμύριο εν ενεργεία στρατιωτικούς, με σημαντικές επιπλέον δυνάμεις εφέδρων και παραστρατιωτικών σχηματισμών. Το Πακιστάν διαθέτει το μεγαλύτερο ενεργό στρατιωτικό δυναμικό, περίπου 660.000 άτομα, ακολουθεί η Τουρκία με 481.000 και η Σαουδική Αραβία με 247.000.
Στον αέρα, οι τρεις χώρες διαθέτουν συνολικά 3.415 στρατιωτικά αεροσκάφη, μεταξύ των οποίων μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, μεταγωγικά και εκπαιδευτικά αεροσκάφη. Το Πακιστάν διαθέτει περίπου 1.397 αεροσκάφη, η Τουρκία 1.101 και η Σαουδική Αραβία 917.
Σε ό,τι αφορά τις χερσαίες δυνάμεις, οι τρεις χώρες διαθέτουν περίπου 6.046 άρματα μάχης και περισσότερα από 179.000 τεθωρακισμένα οχήματα, καθώς και χιλιάδες συστήματα πυροβολικού και πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών. Το Πακιστάν διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό αρμάτων, με 2.677, ακολουθεί η Τουρκία με 2.284 και η Σαουδική Αραβία με 1.085.
Στη θάλασσα, οι συνολικές ναυτικές δυνάμεις των τριών χωρών ανέρχονται σε 344 μονάδες, μεταξύ των οποίων 33 φρεγάτες, 24 κορβέτες και 22 υποβρύχια. Η Τουρκία έχει τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη, με 192 μονάδες, ακολουθεί το Πακιστάν με 120 και η Σαουδική Αραβία με 32.
Σημαντική είναι και η οικονομική διάσταση της συμφωνίας. Οι τρεις χώρες διαθέτουν συνολικά αμυντικούς προϋπολογισμούς περίπου 124,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται στην πρώτη θέση, με αμυντικές δαπάνες 63,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το 2026, ενώ η Τουρκία διαθέτει 51,4 δισεκατομμύρια και το Πακιστάν 9,1 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το Global Firepower.