Ayşe tatile çıksın*
Κατά τη διάρκεια της επισκέψεως του Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ στην Κύπρο παρακολούθησα τη σημειολογία των δημοσίων παρεμβάσεων του εκπροσώπου του κατοχικού καθεστώτος, Τουφάν Ερχιουρμάν. «Δεν θα κάνω διαπραγμάτευση για χάρη της διαπραγματεύσεως, ούτε θα πάω σε πενταμερή για χάρη της πενταμερούς», «οι Τουρκοκύπριοι δεν θα παραιτηθούν από τα δικαιώματά τους επί των ενεργειακών πόρων, των θαλάσσιων ζωνών και του πλούτου του νησιού», επίσης, σχολιάζοντας τη συζήτηση γύρω από την ονομασία του παρανόμου μορφώματος, είπε ότι «το όνομα και το σύστημά μας είναι γνωστά».
Ο Ερχιουρμάν, εκμεταλλευόμενος τα φώτα του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κυπριακό, έσπευσε να προβάλει την καταναγκαστική διπλωματία που αναπτύσσει η Τουρκία σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1974 και εντεύθεν. Συνειρμικώς, θύμισε αυτό που επί της ουσίας επιδιώκει η Άγκυρα, δηλαδή αυτό που πέτυχε με τη Διάσκεψη της Γενεύης (Κάλλαχαν, Κληρίδης, Ντενκτάς, Μαύρος, Γκιουνές) μεταξύ 10 και 14 Αυγούστου 1974. Ως γνωστόν, η εφιαλτική για την ελληνική πλευρά εκείνη διάσκεψις κατέρρευσε και οδήγησε στην επιχείρηση Αττίλας ΙΙ και στην κατάληψη τελικώς του 34% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον τουρκικό στρατό. Στρατηγικώς, όμως, η απαίτησις της Τουρκίας για συνομιλίες γύρω από την ενεργειακή διάσταση, υπό την στρατιωτική μάλιστα απειλή, υπέμνησε τη συνοχή, σταθερότητα, αποδοτικότητα και προσήλωση στους στρατηγικούς στόχους της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό, που επέδειξε κατά τη Διάσκεψη της Γενεύης το 1974 και συνεχίζει να επιδεικνύει μέχρι σήμερα.
Αυτός ο στρατηγικός παραλληλισμός εντοπίζεται, αφενός, στην προσπάθεια της τουρκικής πλευράς να μεγιστοποιήσει τις αξιώσεις της, προβάλλοντας εξαρχής θέσεις που κατοχυρώνουν την υπόσταση του ψευδοκράτους και, μέσω αυτού, προωθούν τις επεκτατικές της επιδιώξεις, γνωρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά θα τις απορρίψει· αφετέρου, στις προτάσεις που υπέβαλε η τουρκική πλευρά κατά τη Διάσκεψη της Γενεύης του 1974. Τις προτάσεις αυτές, ως γνωστόν, συνέταξε ο στρατηγός Κεμάλ Γιαμάκ, τότε διευθυντής του Γραφείου Ειδικού Πολέμου, στο οποίο υπήγετο η ΤΜΤ, ο οποίος, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του (Gölgede Kalan İzler ve Gölgeleşen Bizler, σσ. 351–353), τις διεμόρφωσε με σκοπό να απορριφθούν από την ελληνική πλευρά, όπερ και τελικώς εγένετο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο στόχος τακτικής της τουρκικής πλευράς είναι να εξαγοράσει χρόνο, αφού τον έχει μετατρέψει σε στρατηγικό της σύμμαχο, προκειμένου να προχωρήσει σε υλοποίηση και νομιμοποίηση στρατηγικών τετελεσμένων.
Η Διάσκεψις της Γενεύης του 1974 ήταν το πρώτο διπλωματικό τεστ της τουρκικής στρατηγικής στο Κυπριακό κατά τη διάρκεια της εισβολής, η οποία στηρίχθηκε και στηρίζεται στο μοντέλο της αδιάλλακτης προσαρμογής (intransigent adaptation). Η στρατηγική νίκη της Τουρκίας, που συνετελέσθη με την εισβολή, καθώς επίσης και η εμφανής στρατηγική αδυναμία στην οποία ευρέθη η ελληνική πλευρά μετά το 1974, ευνόησαν σημαντικώς την Τουρκία να εφαρμόσει αυτό το πρότυπο προσαρμογής.
Μετά το 1974, η Τουρκία προσπάθησε να μετατρέψει τον στρατηγικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, και πιο ειδικά εκεί όπου υπήρχε σύγκρουση ελληνοτουρκικών συμφερόντων, έτσι ώστε να είναι σύμφωνο με τις ανάγκες των στρατηγικών της στόχων. Δηλαδή, η Τουρκία δεν έδειξε ότι θα μετέβαλλε την πολιτική της στο Κυπριακό από τη στιγμή που «έστειλε την Αϊσέ διακοπές» εξαιτίας των αιτημάτων που προέρχονται από το Διεθνές Δίκαιο και τον ΟΗΕ.
Αυτό ευνοήθηκε ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, ως η συμμαχική υπερδύναμη της Τουρκίας, θεωρούσαν επί μακρόν ότι το κεμαλικό στρατογραφειοκρατικό κατεστημένο της Άγκυρας αποτελούσε την πιο σημαντική εγγύηση για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε και αυτές να υποστηρίζουν τον ηγεμονικό του ρόλο στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Σε αυτό το πλαίσιο αυξημένης αυτοπεποιθήσεως που έδωσε η υποστήριξις των ΗΠΑ, καθώς επίσης και η γεωστρατηγική νίκη του 1974, οι διαμορφωτές των αποφάσεων της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό πιστεύουν ότι συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, εντός του οποίου στο τέλος θα πρέπει να είναι νικητές.
Συγκεκριμένα, κατά τη Διάσκεψη της Γενεύης του 1974, η Τουρκία έθεσε τις βάσεις της λογικής του στρατηγικού καταναγκασμού, την οποία ακολουθεί συστηματικώς έως σήμερα. Η στρατηγική αυτή στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: α) Ισχυροποιεί τη θέση της δημιουργώντας νομικά ερείσματα στη βάση του πληθυσμιακού και γεωγραφικού διαχωρισμού (π.χ. επιδιώκει να νομιμοποιήσει την παρουσία της στην Κύπρο μέσω της ανακηρύξεως του ψευδοκράτους, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της και μετά την επίτευξη λύσεως, μέσω του ελέγχου της τουρκοκυπριακής πολιτικής ελίτ), β) αποδυναμώνει την Κυπριακή Δημοκρατία υποσκάπτοντας τα νομικά της ερείσματα (π.χ. η διαρκής αμφισβήτησις που θέτει η Άγκυρα κατά της νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας), και γ) εξαναγκάζει την Κυπριακή Δημοκρατία σε υποχωρήσεις υπό την απειλή πολέμου όπως έκανε με τον Αττίλα ΙΙ και αργότερα στην κρίση στο θέμα των S-300. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να επιβάλει τη βούλησή της στην τελική απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την απειλή χρήσεως βίας.
Τα γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα που επέφερε στην Τουρκία η νίκη της το 1974 προστατεύθησαν από την Άγκυρα μέσω του στρατηγικού καταναγκασμού. Με δεδομένη αυτήν την πραγματικότητα, η Τουρκία καθιστά σαφές προς τους διεθνείς διαμεσολαβητές (το 1974 στον Κάλλαχαν, σήμερα στον Γ.Γ. του ΟΗΕ) ότι υπάρχουν κάποια όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κάνει κάποιες «υποχωρήσεις», αφού διαπραγματεύεται από θέση ισχύος και, ιδιαίτερα, όταν γνωρίζουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει τη δυνατότητα να αναιρέσει τα σε βάρος της στρατηγικά δεδομένα που επέφερε το 1974. Η στρατηγική επιλογή των κυβερνήσεων Ελλάδος και Κύπρου, από το 1974 και εντεύθεν, να αναζητήσουν λύση στη βάση του διοικητικού και γεωγραφικού διαχωρισμού, έχοντας ήδη αποδεχθεί ότι δεν μπορούν ν’ ανατρέψουν τα αρνητικά επακόλουθα της ήττας και με εμφανή τη μακρά τουρκική απροθυμία να διαπραγματευτεί επί της ουσίας, είχε ως συνέπεια η ελληνική πλευρά να διολισθαίνει σταδιακώς στις τουρκικές θέσεις. Συνεπώς, ενόσω η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να διώξει την Αϊσέ που εγκατεστάθη από το 1974 στην Κύπρο, η Γενεύη και η κάθε «Γενεύη» θα στοιχειώνουν εφιαλτικώς το φάντασμά της και θα υπομιμνήσκουν τη στρατηγική χρεοκοπία και τη μιζέρια της ελληνικής πολιτικής στο Κυπριακό.
*«Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές» ήταν το τουρκικό κωδικό σήμα για την έναρξη της επιχείρησης Αττίλας ΙΙ.