Η διάχυση του πολέμου και τα τρία σενάρια για το μέλλον της Μέσης Ανατολής
Το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να εξαπολύει πρώτο επιθέσεις
Η γεωγραφική επέκταση των εχθροπραξιών και η στοχοποίηση κρίσιμων ενεργειακών υποδομών μεταβάλλουν τα δεδομένα στη Μέση Ανατολή, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης. Η επίθεση με drone σε λιμάνι της Αιγύπτου, τα αμερικανικά και σαουδαραβικά πλήγματα σε φιλοϊρανικές δυνάμεις στο Ιράκ, οι ιρανικές επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων στην Ιορδανία και οι αυξανόμενες απειλές για τις θαλάσσιες ενεργειακές οδούς συνθέτουν ένα σκηνικό έντονης κλιμάκωσης με σημαντικές γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τόσο τη μεταβολή της στρατηγικής του Ιράν όσο και τον αυξανόμενο κίνδυνο να επηρεαστεί η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και να διευρυνθεί περαιτέρω η σύγκρουση.
Το χτύπημα στην Αίγυπτο
Η έκρηξη που σημειώθηκε σε λιμάνι της αιγυπτιακής ακτής στη Μεσόγειο, προκαλώντας πυρκαγιά σε δύο πλοία, μεταξύ των οποίων και ένα αμερικανικό πλωτό δεξαμενόπλοιο αποθήκευσης φυσικού αερίου, οφειλόταν σε επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος (drone), σηματοδοτώντας την πρώτη επίθεση στο αιγυπτιακό έδαφος κατά τη διάρκεια του τρέχοντος πολέμου με το Ιράν και δημιουργώντας μια νέα απειλή για έναν κρίσιμο ενεργειακό διάδρομο.
Οι αιγυπτιακές Αρχές απέδωσαν την επίθεση στο Ιράν, θεωρώντας ότι επρόκειτο για προσπάθεια διεύρυνσης της σύγκρουσης. Αιγύπτιοι αξιωματούχοι με γνώση της υπόθεσης ανέφεραν ότι η εκτίμηση αυτή ενισχύει την άποψη πως οι ισχυροί Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) εμφανίζουν αυξημένη διάθεση ανάληψης κινδύνου, ακόμη και έναντι χωρών που θεωρούνται φιλικές προς την Τεχεράνη.
Η επίθεση αυτή αναδεικνύει πόσο ευάλωτες είναι οι ενεργειακές εγκαταστάσεις της ευρύτερης περιοχής, πέραν του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι ακόμη και οι διαδρομές που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ασφαλείς εναλλακτικές έναντι των παραδοσιακών θαλάσσιων «στενών» ενδέχεται πλέον να αποτελέσουν στόχους.
Από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η Σαουδική Αραβία έχει μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου προς δυσμάς μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και προς βορρά μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράκ έχουν επιταχύνει την ανάπτυξη αγωγών που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ.
Η επίθεση στην Νταμιέτα αναδεικνύει ένα αυξανόμενο παράδοξο, καθώς όσο περισσότερο η περιοχή βασίζεται σε εναλλακτικές διαδρομές για τη διατήρηση της ροής ενέργειας, τόσο περισσότερα πιθανά σημεία πίεσης δημιουργούνται, τα οποία ένα ολοένα πιο επιθετικό Ιράν θα μπορούσε να επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί.
«Το περιστατικό αυτό δείχνει ότι ακόμη και οι διαδρομές που θεωρούνταν ασφαλείς μπορούν πλέον να απειληθούν», δήλωσε ο Άντι Ίμσιροβιτς, πρώην στέλεχος στον τομέα εμπορίας ενέργειας και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Στέλνει επίσης το μήνυμα ότι η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή».
Η επίθεση με drone σημειώθηκε λίγο μετά τις αμερικανικές και σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον φιλοϊρανικών ομάδων στο ανατολικό Ιράκ, καθώς και την εκτόξευση ιρανικών πυραύλων κατά αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ιορδανία.
Η Αίγυπτος διαδραματίζει σημαντικό διαμεσολαβητικό ρόλο στη σημερινή σύγκρουση. Τον Μάρτιο, είχε ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, μετά τη δολοφονία από το Ισραήλ του επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, Αλί Λαριτζανί, ο οποίος θεωρείτο πιθανός συνομιλητής της Δύσης.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι κάθε προσπάθεια των πετρελαιοπαραγωγών χωρών να παρακάμψουν τα ιρανικά μπλόκα ή τις επιθέσεις δημιουργεί μεν εναλλακτικές διαδρομές, αλλά ταυτόχρονα μετατρέπει τερματικούς σταθμούς, αντλιοστάσια, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνοριακές ενεργειακές συνδέσεις σε πιθανούς στόχους.
Η Σαουδική Αραβία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Από την έναρξη του πολέμου διοχετεύει μεγαλύτερες ποσότητες αργού πετρελαίου μέσω του αγωγού Ανατολής–Δύσης προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, αποφεύγοντας τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, οι απειλές και οι επιθέσεις των φιλοϊρανών ανταρτών Χούθι στην Υεμένη κατέστησαν πιο επικίνδυνη τη νότια Ερυθρά Θάλασσα, οδηγώντας τα δεξαμενόπλοια να κατευθύνονται βορειότερα προς την Αίγυπτο, ενώ η Saudi Aramco αύξησε τις εξαγωγές αργού από το μεσογειακό λιμάνι Σίντι Κερίρ. Παράλληλα, αυξήθηκε η κίνηση μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και του παράλληλου αγωγού Sumed, καθώς οι έμποροι αναζητούσαν νέες διεξόδους.
Η επίθεση στη Νταμιέτα, σε απόσταση μικρότερη των 65 χιλιομέτρων από τη βόρεια έξοδο της Διώρυγας του Σουέζ, δημιουργεί πλέον έντονες ανησυχίες ότι οι ενεργειακές υποδομές στις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου δεν βρίσκονται πλέον εκτός της εμβέλειας της σύγκρουσης.
Γιατί το Ιράν αποφάσισε να χτυπήσει
Το Ιράν έβαλε τέλος στις λίγες ημέρες σχετικής ηρεμίας στη Μέση Ανατολή, εξαπολύοντας αιφνιδιαστική επίθεση, την οποία οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν «αιφνιδιαστικό πλήγμα», σηματοδοτώντας σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η σύγκρουση.
Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα, η Τεχεράνη δεν απάντησε σε κάποιο νέο αμερικανικό πλήγμα, αλλά επέλεξε να επανεκκινήσει η ίδια τις εχθροπραξίες, δείχνοντας αυξημένη διάθεση να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να καθορίσει την πορεία του πολέμου με τους δικούς της όρους.
Ειδικοί εξηγούν ότι η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο για νέα κλιμάκωση. Ο Ντόναλντ Τραμπ διεμήνυσε μέσω συνέντευξής του στο Fox News ότι η Ουάσιγκτον θα απαντήσει δυναμικά. «Θα τους χτυπήσουμε πολύ σκληρά. Θα δεχθούν συντριπτικό πλήγμα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η απειλή αυτή δύσκολα θα μπορούσε να αιφνιδιάσει την Τεχεράνη, η οποία γνώριζε ότι η εκτόξευση πυραύλων κατά αμερικανικών στόχων θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιστροφή των αμερικανικών βομβαρδιστικών.
Λίγες ώρες αργότερα, ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε «ισχυρό κύμα επιδρομών» εναντίον δεκάδων στόχων των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), ως απάντηση στην αποτυχημένη, όπως υποστήριξε, επίθεση κατά αμερικανικών δυνάμεων.
Ο Τραμπ είχε αποδώσει την παύση των εχθροπραξιών της προηγούμενης εβδομάδας σε αίτημα του Ιράν για συνομιλίες, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη «ζήτησε πολύ ευγενικά» να σταματήσουν οι επιθέσεις.
Ωστόσο, η ιρανική κυβέρνηση δεν δεσμεύθηκε ποτέ δημόσια σε κατάπαυση των επιθέσεων. Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος είχε περιοριστεί να δηλώσει ότι «οι ένοπλες δυνάμεις μας αποφάσισαν επίσης να μην αναλάβουν στρατιωτική δράση». Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση της Τεχεράνης να επαναλάβει τις επιθέσεις αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Λίγες μόλις ώρες αφότου είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα ανταποκρινόταν στη συγκράτηση των ΗΠΑ με ανάλογη στάση, το Ιράν εξαπέλυσε επίθεση κατά αμερικανικών δυνάμεων, κρίνοντας προφανώς ότι η αύξηση της πίεσης άξιζε το ρίσκο επανέναρξης των μαζικών βομβαρδισμών.
Ο ερευνητής του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (SWP), Χαμίντ Ρεζά Αζίζι, εκτίμησε ότι φαίνεται να έχει αλλάξει ριζικά η προσέγγιση της Τεχεράνης, η οποία πλέον εμφανίζεται διατεθειμένη να εξαπολύει πρώτη επιθέσεις όταν θεωρεί ότι αυτό αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη επιλογή.
Κατά τον Αζίζι, η ιρανική επίθεση φαίνεται να αποτέλεσε σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον μετά την επίσκεψη Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο και υποδηλώνει ότι η Τεχεράνη είναι πλέον έτοιμη να προχωρήσει ακόμη και σε προληπτικά πλήγματα όταν εκτιμά ότι επίκειται άμεση απειλή.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα κλιμάκωση καταδεικνύει ότι ο πόλεμος διευρύνεται γεωγραφικά, πέραν της Αιγύπτου. Η Σαουδική Αραβία, η οποία μέχρι σήμερα προσπαθούσε να αποφύγει την άμεση εμπλοκή, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με απειλές από τρία διαφορετικά μέτωπα: τους αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, τις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και το ίδιο το Ιράν.
Ο ερευνητής του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ (INSS), Ντάνι Σιτρινόβιτς, εκτιμά ότι ούτε το Ιράν ούτε οι περιφερειακοί του σύμμαχοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τους στρατηγικούς τους στόχους. Όπως σημειώνει, η Τεχεράνη επιμένει να διατηρήσει την επιρροή της στα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι Χούθι έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να τερματίσουν τις επιθέσεις τους εάν δεν αρθεί ο αποκλεισμός που έχει επιβάλει εναντίον τους ο συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία.
Σε συνέντευξή του στην ιρανική κρατική τηλεόραση, λίγες ώρες πριν από την επίθεση στην Ιορδανία, ο Υφυπουργός Εξωτερικών Καζέμ Γκαριμπαμπαντί παρουσίασε μία από τις πιο ξεκάθαρες μέχρι σήμερα τοποθετήσεις της Τεχεράνης. Όπως ανέφερε, το Ιράν είχε σταματήσει προσωρινά τις επιθέσεις, αλλά δεν θα δίσταζε να τις επαναλάβει εάν αμφισβητηθεί η κυριαρχία του στα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τεχεράνη δεν μπορεί να θεωρήσει ότι έχει επιτύχει τους στόχους της εάν τα Στενά επιστρέψουν στο καθεστώς που ίσχυε πριν από τον πόλεμο, καθώς η περιοχή αυτή αποτελεί πλέον κομβικό στοιχείο της εθνικής ασφάλειας και βασικό αμυντικό εργαλείο της χώρας.
Ερωτηθείς γιατί το Ιράν διακινδύνευσε την επανέναρξη του πολέμου επιτιθέμενο σε εμπορικά πλοία, ο Ιρανός αξιωματούχος απάντησε ότι η προσπάθεια του Ομάν και των Ηνωμένων Πολιτειών να δημιουργήσουν εναλλακτικό θαλάσσιο διάδρομο στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί «κόκκινη γραμμή». Κατά την άποψή του, εάν λειτουργήσει μια τέτοια διαδρομή, η δυνατότητα του Ιράν να ασκεί ουσιαστική κυριαρχία στα Στενά θα μετατραπεί σε «τίποτα περισσότερο από μια φαντασίωση».
Σύμφωνα με τον Σιτρινόβιτς, η Τεχεράνη θεωρεί ότι η προσωρινή αναστολή των αμερικανικών επιθέσεων δεν αποτελεί ένδειξη αυτοσυγκράτησης, αλλά στρατηγικής αδυναμίας της Ουάσιγκτον.
Η αντίληψη αυτή, εκτιμά, μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο συνεχούς κλιμάκωσης, καθώς το Ιράν θα επιχειρεί να αυξάνει το κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, ενώ καμία από τις δύο πλευρές δεν θα επιθυμεί να υποχωρήσει φοβούμενη ότι θα εμφανιστεί αδύναμη. Κατά τον ίδιο, οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους καλούνται πλέον να επιλέξουν είτε να αποδεχθούν μέρος των ιρανικών απαιτήσεων είτε να προετοιμαστούν για μια παρατεταμένη σύγκρουση, με ολοένα συχνότερες επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας, των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των διεθνών εμπορικών οδών.
Τι μέλλει γενέσθαι με τον πόλεμο
Η νέα κλιμάκωση, με τις αμερικανικές και σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ, αλλά και την εκτόξευση ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία και η επίθεση με drone στην Αίγυπτο καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση αποκτά πλέον σαφώς ευρύτερη περιφερειακή διάσταση.
Αντί να σηματοδοτούν το τέλος της κρίσης, οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε ένα πιο σύνθετο και αβέβαιο στρατηγικό περιβάλλον, όπου η διπλωματία, η αποτροπή, οι πόλεμοι μέσω αντιπροσώπων (proxy wars), η στρατιωτική ετοιμότητα και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων αλληλεπιδρούν όλο και περισσότερο.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επόμενοι δώδεκα μήνες μπορεί να εξελιχθούν σύμφωνα με τρία βασικά σενάρια.
Το πρώτο είναι η διαχειριζόμενη αποτροπή, κατά την οποία Ουάσιγκτον και Τεχεράνη αποφεύγουν την άμεση στρατιωτική σύγκρουση, διατηρώντας την αντιπαράθεση μέσω κυρώσεων, ανταγωνισμού πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεων, διπλωματικών διαπραγματεύσεων και στρατιωτικών επιδείξεων ισχύος.
Το δεύτερο προβλέπει παρατεταμένο στρατηγικό ανταγωνισμό κάτω από το όριο γενικευμένου πολέμου, με πολέμους μέσω αντιπροσώπων, θαλάσσια επεισόδια, κυβερνοεπιθέσεις, στοχευμένα πλήγματα και πολιτικές πιέσεις, κατάσταση που ενδέχεται να εξελιχθεί στη νέα «κανονικότητα» της περιοχής.
Το τρίτο και πλέον επικίνδυνο σενάριο αφορά μια γενικευμένη περιφερειακή κλιμάκωση. Ένας και μόνο λάθος υπολογισμός που θα εμπλέκει το Ιράν, το Ισραήλ, τη Χεζμπολάχ, αμερικανικές δυνάμεις ή τις θαλάσσιες οδούς του Περσικού Κόλπου θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη σύγκρουση, με σοβαρές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της περιοχής, στη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και στη διεθνή οικονομία.
Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η επίσκεψη Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη συνάντηση μεταξύ δύο στενών συμμάχων, αλλά ως μια προσπάθεια καθορισμού της νέας στρατηγικής αρχιτεκτονικής της Μέσης Ανατολής μετά τον πόλεμο με το Ιράν.
Η μελλοντική περιφερειακή τάξη θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι ηγέτες θα επιλέξουν να επενδύσουν στη βιώσιμη αποτροπή, στη διπλωματία, στην περιφερειακή συνεργασία, στην οικονομική ανθεκτικότητα ή στη συνέχιση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Αναλυτές σημειώνουν ότι το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν η στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να έχει σημασία, αφού αυτό θεωρείται δεδομένο. Το πραγματικό ζητούμενο είναι κατά πόσον η στρατιωτική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή πολιτική τάξη.
Η Μέση Ανατολή της επόμενης ημέρας δεν θα διαμορφωθεί μόνο από τις εξελίξεις στα πεδία των μαχών, αλλά κυρίως από την ικανότητα των περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων να μετατρέψουν την αποτροπή σε διπλωματία, να διαχειριστούν την κλιμάκωση και να οικοδομήσουν ένα αξιόπιστο σύστημα περιφερειακής ασφάλειας, που θα περιορίζει τον κίνδυνο νέων συγκρούσεων. Μακροπρόθεσμα, η σταθερότητα θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις στρατιωτικές νίκες, αλλά από τη δυνατότητα των ανταγωνιστικών δυνάμεων να δημιουργήσουν μια βιώσιμη αρχιτεκτονική ασφαλείας που θα συνδυάζει την αποτροπή, τον πολιτικό διάλογο, την οικονομική συνεργασία και τη συλλογική διαχείριση των κρίσεων.