Αναλύσεις

Κυβερνητική υπαναχώρηση για τις «ορφανές» ταυτότητες

Τι προηγήθηκε, οι ευρωπαϊκές πρακτικές και τα αναπάντητα ερωτήματα

Δεν έμειναν τελικά «ορφανές» οι νέες βιομετρικές ταυτότητες, καθώς το Υπουργείο Εσωτερικών αποφάσισε να επαναφέρει την αναγραφή του ονοματεπωνύμου του πατέρα και της μητέρας, ανατρέποντας την αρχική απόφαση για αφαίρεση των συγκεκριμένων στοιχείων.

Η νέα απόφαση ελήφθη μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν τόσο από σημαντική μερίδα πολιτών όσο και από πολιτικά κόμματα, τα οποία είχαν ζητήσει την επαναφορά των ονομάτων των γονέων και είχαν κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Το Υπουργείο Εσωτερικών υποστήριξε ότι η αρχική απόφαση για μη αναγραφή των στοιχείων των γονέων είχε ληφθεί για λόγους προστασίας των προσωπικών δεδομένων, εκσυγχρονισμού του δελτίου ταυτότητας και εναρμόνισης με τις ευρωπαϊκές πρακτικές.

Τα δεδομένα, ωστόσο, άλλαξαν μετά τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε. Το Υπουργείο, λαμβάνοντας υπόψη τις επιφυλάξεις σημαντικής μερίδας πολιτών, καθώς και τις θέσεις που διατύπωσαν πολιτικά κόμματα, αποφάσισε να επαναφέρει τα ονόματα του πατέρα και της μητέρας.

Τι προηγήθηκε

Η συζήτηση είχε ξεκινήσει με την έκδοση των νέων βιομετρικών δελτίων ταυτότητας, όταν διαπιστώθηκε ότι από το νέο έντυπο είχαν αφαιρεθεί οι ενδείξεις «όνομα πατέρα» και «όνομα μητέρας», οι οποίες υπήρχαν στις προηγούμενες κυπριακές ταυτότητες επί δεκαετίες.

Η αλλαγή είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πολύ σύντομα η συζήτηση είχε μεταφερθεί στο πολιτικό επίπεδο. Κόμματα ζητούσαν την επαναφορά των συγκεκριμένων πεδίων, κατηγορώντας την Κυβέρνηση ότι είχε προχωρήσει στην αλλαγή χωρίς επαρκή δημόσια ενημέρωση.

Το Υπουργείο Εσωτερικών είχε απαντήσει ότι το θέμα δεν είχε προκύψει αιφνιδιαστικά. Αντίθετα, υποστήριζε ότι σχετικές εισηγήσεις είχαν τεθεί ήδη από το 2012 από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και ότι τα επόμενα χρόνια είχαν ακολουθήσει συζητήσεις τόσο σε υπηρεσιακό επίπεδο όσο και στη Βουλή.

Η βασική επιχειρηματολογία του Υπουργείου ήταν ότι η αναγραφή των στοιχείων των γονέων μπορούσε να δημιουργήσει περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης ή στιγματισμού παιδιών που είτε δεν γνώριζαν τον έναν γονέα είτε προέρχονταν από διαφορετικές οικογενειακές συνθήκες, όπως μονογονεϊκές οικογένειες ή περιπτώσεις υιοθεσίας.

Ευρωπαϊκή υποχρέωση ή κυβερνητική επιλογή;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που είχαν τεθεί από την πρώτη στιγμή ήταν κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε υποχρεώσει την Κύπρο να αφαιρέσει τα συγκεκριμένα στοιχεία από τις ταυτότητες.

Από την έρευνα της «Σ» είχε προκύψει ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός δεν προβλέπει ότι οι ταυτότητες πρέπει να περιλαμβάνουν ή να μην περιλαμβάνουν στοιχεία των γονέων. Το αντικείμενό του αφορά κυρίως την ενίσχυση της ασφάλειας των δελτίων ταυτότητας, την καθιέρωση κοινών τεχνικών προδιαγραφών, τη χρήση βιομετρικών στοιχείων, την προστασία από την πλαστογράφηση και τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζει τις βασικές προδιαγραφές ασφαλείας που πρέπει να διαθέτει μια ταυτότητα, όχι όμως ποια επιπλέον διοικητικά στοιχεία επιλέγει να αναγράφει κάθε κράτος-μέλος.

Ως εκ τούτου, η αρχική αφαίρεση των ονομάτων των γονέων δεν αποτελούσε υποχρέωση που είχε επιβληθεί από τις Βρυξέλλες, αλλά πολιτική και διοικητική επιλογή της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τα ερωτήματα για την αρχική απόφαση

Από τη στιγμή που η αφαίρεση των ονομάτων των γονέων δεν αποτελούσε ευρωπαϊκή υποχρέωση, είχε τεθεί το ερώτημα με ποιον ακριβώς τρόπο ελήφθη και εφαρμόστηκε η αρχική απόφαση.

Το Υπουργείο Εσωτερικών είχε υποστηρίξει ότι ο περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμος επιτρέπει ο τύπος και το περιεχόμενο του δελτίου ταυτότητας να καθορίζονται διοικητικά, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως τροποποίηση της νομοθεσίας από τη Βουλή.

Ωστόσο, δεν είχε δημοσιοποιηθεί το διοικητικό έγγραφο με το οποίο εγκρίθηκε η αλλαγή, ούτε είχε διευκρινιστεί αν επρόκειτο για απόφαση του Υπουργού, υπηρεσιακή οδηγία ή άλλη διοικητική πράξη. Δεν είχε επίσης γίνει γνωστό αν το θέμα είχε τεθεί ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου ή αν είχε ζητηθεί γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας.

Ποιος είχε εισηγηθεί την αφαίρεση;

Στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, το Υπουργείο Εσωτερικών είχε παραπέμψει επανειλημμένα στις παρεμβάσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Σύμφωνα με το Υπουργείο, ήδη από το 2012 η Επίτροπος είχε υποδείξει ότι η υποχρεωτική αναγραφή των ονομάτων των γονέων μπορούσε να οδηγήσει σε διακρίσεις εις βάρος παιδιών που προέρχονταν από διαφορετικές οικογενειακές συνθήκες ή δεν είχαν αναγνωρισμένο πατέρα. Το ΥΠΕΣ είχε επίσης υποστηρίξει ότι το θέμα είχε συζητηθεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο τα επόμενα χρόνια.

Εκείνο που δεν είχε αποσαφηνιστεί ήταν ποιος υπηρεσιακός ή πολιτικός παράγοντας εισηγήθηκε τελικά την εφαρμογή της αφαίρεσης κατά τον σχεδιασμό των νέων βιομετρικών ταυτοτήτων και ποια ήταν η ακριβής ακολουθία των αποφάσεων που οδήγησε στην υλοποίησή της.

Το ζήτημα της διαβούλευσης

Ερωτήματα είχαν τεθεί και για το κατά πόσον είχε προηγηθεί ουσιαστική δημόσια διαβούλευση πριν από την εφαρμογή της αρχικής απόφασης.

Δεν είχε προκύψει ότι πραγματοποιήθηκε οργανωμένη διαβούλευση με τους πολίτες ή τους εμπλεκόμενους φορείς. Το Υπουργείο Εσωτερικών, από την πλευρά του, είχε υποστηρίξει ότι το ζήτημα είχε τεθεί ήδη από το 2012 από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και είχε συζητηθεί επανειλημμένα στη Βουλή τα επόμενα χρόνια.

Η δημόσια συζήτηση που τελικά πραγματοποιήθηκε μετά την εφαρμογή της αλλαγής αποδείχθηκε, πάντως, καθοριστική, αφού οι αντιδράσεις πολιτών και πολιτικών κομμάτων αποτέλεσαν έναν από τους λόγους που επικαλείται τώρα το ίδιο το Υπουργείο για την ανατροπή της απόφασης.

Τι ισχύει στην Ευρώπη

Η έρευνα της «Σ» είχε καταδείξει ότι στη Γερμανία η ηλεκτρονική ταυτότητα περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία ταυτοποίησης του πολίτη, χωρίς αναφορά στους γονείς. Αντίστοιχη πρακτική ακολουθείται στη Γαλλία, όπου οι νέες βιομετρικές ταυτότητες επικεντρώνονται στα στοιχεία ταυτοποίησης του κατόχου και στην ασφάλεια του εγγράφου.

Παρόμοιο είναι το μοντέλο στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία, στην Αυστρία, στην Πορτογαλία, στη Σουηδία, στη Φινλανδία, στην Εσθονία, στη Λετονία, στη Λιθουανία, στη Σλοβενία, στη Σλοβακία, στην Τσεχία, στην Ουγγαρία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στο Λουξεμβούργο, στη Μάλτα και στην Κροατία, όπου οι πληροφορίες περιορίζονται στα στοιχεία του ίδιου του κατόχου και στα χαρακτηριστικά ασφαλείας του εγγράφου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Ελλάδας, καθώς οι νέες ταυτότητες, που άρχισαν να εκδίδονται το 2023, περιλαμβάνουν στην πίσω όψη τα ονόματα του πατέρα και της μητέρας, μαζί με τον τόπο γέννησης και άλλα διοικητικά στοιχεία.

Οι κινήσεις στη Βουλή

Πριν από την ανατροπή της κυβερνητικής απόφασης, το ζήτημα είχε ήδη περάσει στη Βουλή, με κόμματα και βουλευτές να κινούνται νομοθετικά.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός είχε ανακοινώσει την κατάθεση πρότασης νόμου με στόχο να δοθεί στον πολίτη η δυνατότητα επιλογής ως προς την αναγραφή των στοιχείων των γονέων στο δελτίο ταυτότητας. Η θέση του κόμματος ήταν ότι δεν συμφωνούσε με την πλήρη κατάργηση των σχετικών πεδίων, αλλά υποστήριζε τη δυνατότητα εθελοντικής εξαίρεσης για όσους το επιθυμούσαν.

Από την πλευρά του, το ΕΛΑΜ είχε καταθέσει ξεχωριστή πρόταση νόμου, επιδιώκοντας την επαναφορά της υποχρεωτικής αναγραφής του ονόματος του πατέρα και της μητέρας. Στο ίδιο μήκος κύματος είχε κινηθεί και πρόταση νόμου που υπέγραφε ο βουλευτής του ΔΗΚΟ στην Πάφο, Χρύσανθος Σαββίδης.

Τα ερωτήματα παραμένουν

Η επαναφορά του ονοματεπωνύμου του πατέρα και της μητέρας κλείνει, τουλάχιστον επί του πρακτέου, το ζήτημα που πυροδότησε την αντιπαράθεση. Δεν απαντά, ωστόσο, σε όλα τα ερωτήματα που ανέκυψαν κατά τη διάρκειά της.

Η υπόθεση ανέδειξε μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της διοικητικής εξουσίας, τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων και τη σχέση μεταξύ πολιτικής ευθύνης και υπηρεσιακής διαχείρισης.

Παρά την ανατροπή, παραμένει ανοικτό το ερώτημα ποιος έλαβε την αρχική απόφαση, με ποια ακριβώς διοικητική πράξη εφαρμόστηκε, αν ζητήθηκε νομική γνωμάτευση και γιατί μια αλλαγή που αφορούσε το σύνολο των πολιτών εφαρμόστηκε πριν αναπτυχθεί η δημόσια συζήτηση, που τελικά οδήγησε στην αναθεώρησή της.