Μετά την επίσκεψη του ΓΓ του ΟΗΕ
Είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και επιβεβλημένο να προσβλέπουμε στη συνέχεια του νόμιμου κράτους και τη μετεξέλιξή του σε ένα κανονικό ομοσπονδιακό πολίτευμα
Αναμφίβολα ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες επιθυμεί ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό πριν από την αποχώρησή του. Είναι όμως μεγάλο λάθος το γεγονός ότι επενδύει σε μεγάλο βαθμό στη διακοινοτική διάσταση του Κυπριακού, αγνοώντας τη διεθνή πτυχή. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί η φράση «διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον» με αφορμή την μη αναφορά στην κατοχή και τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας. Δεν αρκεί η αναφορά στον ρόλο των τριών εγγυητριών δυνάμεων.
Υπογραμμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εκάστοτε Τουρκοκύπριος ηγέτης δεν μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα από την κατοχική δύναμη, την Τουρκία. Πέραν τούτου, πρέπει να λεχθεί ότι οι απαιτήσεις της τουρκοκυπριακής ηγεσίας διαχρονικά είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα της δύναμης των όπλων και όχι οποιουδήποτε καθεστώτος δικαίου.
Στη σημερινή συγκυρία υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι οι δύο κοινότητες δεν είναι μονολιθικές. Έτσι και μεταξύ των Ελληνοκυπρίων αλλά και των Τουρκοκυπρίων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις.
Η συμβατική προσέγγιση ως αποτέλεσμα συγκλίσεων αναφέρεται σε δύο συνιστώντα κράτη, πολιτική ισότητα περιλαμβανομένης της εκ περιτροπής προεδρίας, επιστροφή κάποιων εδαφών υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και αυστηρή διζωνικότητα. Στο θέμα των κατοχικών στρατευμάτων και των εγγυήσεων η εικόνα είναι θολή.
Η προσέγγιση αυτή είναι επικίνδυνη. Άλλο είναι η δημιουργία νέου κράτους από δύο συνιστώντα κράτη και άλλο είναι η μετεξέλιξη σε ομοσπονδιακό κράτος μετά από αναθεώρηση του Συντάγματος του 1960 και επανένταξη του βορείου τμήματος του νησιού στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σημειώνεται συναφώς ότι η έννοια συνιστών κράτος παραπέμπει σε συνιδρυτικό κράτος. Θεωρώ ότι η υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης συνεπάγεται ένα μετέωρο βήμα προς το άγνωστο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να παραμερισθεί το νόμιμο κράτος. Άλλωστε, σχεδόν όλοι ο Τουρκοκύπριοι έχουν την ταυτότητα και το διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η προσέγγιση η οποία προκρίνεται σήμερα είναι πολύ διαφορετική από αυτό που υπονοείτο από τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και 1979. Η αποδοχή της ομοσπονδίας τότε δεν έθετε ερωτήματα για το κράτος. Θεωρείτο τότε ότι το ομοσπονδιακό κράτος θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα της μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε υπήρχε η έννοια της αυστηρής διζωνικότητας. Αυτή προέκυψε πολύ αργότερα. Αμέσως μετά τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου εκείνο που συζητείτο ήταν αν θα ήταν διπεριφερειακή ή πολυπεριφερειακή δικοινοτική ομοσπονδία. Εν πολλοίς θεωρείτο ότι οι τρεις βασικές ελευθερίες -διακίνησης, εγκατάστασης και απόκτησης περιουσίας- θα τύγχαναν σεβασμού. Επιπρόσθετα, η συμβατική προσέγγιση τότε θεωρούσε ότι η κεντρική κυβέρνηση σε μια ομοσπονδιακή Κύπρο θα ήταν ισχυρή.
Είναι πραγματικά εκπληκτικό πως στην πορεία του χρόνου υπήρξαν τόσες διολισθήσεις. Δεν ήταν μόνο το ανισοζύγιο δυνάμεων. Θεωρώ πως η μη επιστράτευση εξειδικευμένης γνώσης είχε το δικό της μερίδιο στο τι έλαβεν χώραν.
Είναι επίσης αδιανόητο 52 χρόνια μετά την εισβολή να μην έχει γίνει επαρκής συζήτηση στην Κύπρο για τις διάφορες οικογένειες ομοσπονδιακών πολιτευμάτων. Και αυτό είναι σημαντικό καθώς υπάρχουν υποδείγματα προς αποφυγήν και άλλα τα οποία υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν να είναι λειτουργικά.
Σημειώνω, επίσης, ότι η σύγχυση που υφίσταται για όλα αυτά τα ζητήματα δεν περιορίζεται στην κοινωνία. Σύγχυση υπάρχει και στο πολιτικό σύστημα. Κάτω απ’ αυτά τα δεδομένα θεώρησα και θεωρώ απαραίτητο να είμαστε συγκεκριμένοι ως προς το ζητούμενο. Είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και επιβεβλημένο να προσβλέπουμε στη συνέχεια του νόμιμου κράτους και τη μετεξέλιξή του σε ένα κανονικό ομοσπονδιακό πολίτευμα. Αυτό μπορεί να γίνει με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1960. Αν το νέο κράτος προκύψει από συμφωνία δύο συνιστώντων κρατών, τότε η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει παραμερισθεί, δεν θα έχει μετεξελιχθεί. Και στην περίπτωση κατάρρευσης θα είμαστε, μεταξύ άλλων, σε αναζήτηση κηδεμόνα.
Πέραν τούτου, είναι απαραίτητη μια εξελικτική προσέγγιση. Υπάρχουν σήμερα διαφορετικά αφηγήματα, μεγάλη δυσπιστία και ένα βαρύ ιστορικό παρελθόν. Υπάρχουν επίσης και πρακτικές δυσκολίες. Η ελεύθερη Κύπρος είναι μέλος της Ευρωζώνης, ενώ οι κατεχόμενες περιοχές λειτουργούν κάτω από το νομικό και οικονομικό πλαίσιο της Τουρκίας. Η μετάβαση δεν μπορεί να γίνει σε 24 ώρες. Δεν αρκούν τα συνθήματα και οι ευσεβείς πόθοι.
Το κάθε βήμα που θα γίνεται πρέπει να οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα. Θα απαιτηθούν αρκετές προσπάθειες, καθώς το ζήτημα δεν είναι μόνο διακοινοτικό. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζεται ότι σε διεθνικά ομοσπονδιακά πολιτεύματα απαιτείται, μεταξύ άλλων, και μια κουλτούρα μεγαλοψυχίας, ανοχής και συνεργασίας ανόμοιων οντοτήτων. Σήμερα τέτοια χαρακτηριστικά δεν υπάρχουν. Ένας από τους στόχους της εξελικτικής προσέγγισης είναι η ενθάρρυνση τέτοιων χαρακτηριστικών.
Θεωρώ ότι έπρεπε προ πολλού να είχε υιοθετηθεί η ανάλογη πολιτική. Αυτό, δυστυχώς, δεν έγινε. Έστω και τώρα, ας προχωρήσουμε με τα απαραίτητα βήματα. Ταυτόχρονα η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να έχει αφήγημα, να ενισχύει όλους τους συντελεστές ισχύος, να πολιτεύεται με όραμα και πραγματισμό. Επιπρόσθετα είναι απαραίτητη η ιστορική αυτογνωσία και η αναβάθμιση του πνευματικού επιπέδου της κοινωνίας.
*Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας