Ψηφιακός νομαδισμός: Ελευθερία χωρίς κοινότητα;
Ο ψηφιακός νομαδισμός παρουσιάζεται σαν η πλέον ελκυστική έκφανση της σύγχρονης εργασιακής ελευθερίας, όπου μάλιστα διέπεται και από νομοκανονιστικό πλαίσιο σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Ο συνδυασμός ενός φορητού υπολογιστή και μιας διαδικτυακής σύνδεσης διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις απόσπασης του εργαζόμενου ανθρώπου, τόσο από το γραφείο ως περιβάλλον, όσο και από τον εργασιακό χώρο ως τόπο. Προβαίνοντας σε μια βαθύτερη κοινωνιολογική ανάλυση όμως, αποκαλύπτεται ένα πολύ πιο σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο με ευρύτερο αντίκτυπο. Ο ψηφιακός νομάς αποτελεί ίσως το κατεξοχήν υποκείμενο της μετανεωτερικότητας, φέροντας τα χαρακτηριστικά μιας συνεχούς κινητικότητας, ευελιξίας και δικτύωσης, με αποτέλεσμα να αποσυνδέεται ολοένα και περισσότερο από τα ειωθότα μιας σταθερής κοινότητας ανθρώπων στον χώρο και τον χρόνο.
Ο Zygmunt Bauman (Πολωνός κοινωνιολόγος, 1925-2017), προσεγγίζοντας τις σύγχρονες κοινωνίες υπό το θεωρητικό πρίσμα της «ρευστής νεωτερικότητας», υπογράμμισε εμφαντικά ότι στοιχεία όπως οι κοινωνικοί θεσμοί, οι επαγγελματικές ταυτότητες, αλλά και οι ίδιες οι ανθρώπινες σχέσεις, στο παρόν χάνουν εκείνη την μονιμότητα που παλιότερα είχαν. Εκεί όπου κάποτε η σταθερότητα ήταν κοινωνικός στόχος, τώρα η μεταβλητότητα και η προσαρμοστικότητα εμφανίζονται σαν ιδεώδεις αξιακές πρακτικές. Διότι πλέον αναμένεται κοινωνικά, πως ο άνθρωπος εξολοκλήρου εμβυθισμένος στον τεχνοπολιτισμό μιας παγκοσμιοποιημένης υφηλίου, οφείλει να είναι οποτεδήποτε έτοιμος, στο να αποκτά επιπρόσθετες δεξιότητες, να αλλάζει επαγγελματικό περιβάλλον, τόπο διαμονής ή ακόμα και τρόπο ζωής.
Επομένως, ο ψηφιακός νομαδισμός συγκαταλέγεται μάλλον ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές τάσεις τούτης της ρευστότητας. Ο άνθρωπος (κυρίως ως χρήστης), μπορεί να απελευθερώνεται από τις συνθήκες της «γεωγραφικής εγκαταβίωσης», όμως παράλληλα αποκόπτεται από τις συλλογικοποιημένες κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούνται και συντηρούνται από την μακρόχρονη παρουσία σε έναν τόπο. Διότι οποιαδήποτε κοινότητα προκειμένου να καλλιεργείται ως τέτοιος δυναμικός και (ανα)παραγωγικός φορέας, χρειάζεται να παραμένει εδραιωμένη στον χώρο και τον χρόνο. Η γειτονιά, η οικογένεια, οι φίλοι, το σωματείο, ο αθλητικός σύλλογος, ακόμη και το τυπικό εργασιακό περιβάλλον, εκ των πραγμάτων συνέθεταν κοινωνικές σχέσεις. Στα όρια του τεχνοπολιτισμού, τούτο μεταβάλλεται σε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία στα γραφόμενά μου αποκαλώ ως «ψηφιακή συγκατοίκηση». Δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονοι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας (π.χ. μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εφαρμογές), χωρίς απαραίτητα να συνυπάρχουν φυσικά.
Ο Byung-Chul Han (Νοτιοκορεάτης πολιτισμικός στοχαστής, 1959-), χρησιμοποιεί την εξαιρετικά εύστοχη έννοια του «ψηφιακού σμήνους» (digital swarm). Σε αντίθεση με την παραδοσιακή έννοια της κοινότητας ή της κοινωνικής ομάδας, το ψηφιακό σμήνος μπορεί να απαρτίζεται από πλήθος χρηστών που είναι μεν δικτυωμένοι, όμως δεν παύουν να συνιστούν μεμονωμένα άτομα, εφόσον υπολείπονται μιας σταθερά οργανωμένης συλλογικότητας με σχέσεις οργανικής συνέχειας. Ο ψηφιακός νομάς ενσαρκώνει πλήρως τούτη την αντίφαση. Μπορεί να διαθέτει εκατοντάδες ή χιλιάδες ψηφιακές επαφές και συγχρόνως πολύ περιορισμένους οργανικούς δεσμούς με την κοινωνία στην οποία διαβιώνει. Συνεπώς η ευρύτητα διαδικτυακής συνδεσιμότητας, δεν προϋποθέτει εξίσου και προδιαγραφές κοινωνικής συνοχής.
Η συγκεκριμένη τάση συνάδει με εκείνο που ο Ulrich Beck (Γερμανός κοινωνιολόγος, 1944-2015), ονόμασε ως «οπτική του δρώντα» (the actor’s point of view). Ο άνθρωπος δηλαδή, καλείται ως μονάδα πια μέσα στο (άγνωστο) σύνολο, να συνθέτει τη βιογραφία του. Επάγγελμα, τόπος διαμονής, ταυτότητα και κοινωνικά δίκτυα, συνιστούν σχεδόν εξολοκλήρου προσωπικές επιλογές. Φαινομενικά η ελευθερία αυξάνεται, αλλά παράλληλα αυξάνεται και η λογική του διαρκούς αυτοκαθορισμού. Για παράδειγμα, η δερματοστιξία ή «τατουάζ» (tattoo), όντας διαδεδομένη κοινωνική τάση που έχει ξεφύγει από τον αρχέγονο ιδιότυπο της φυλετικής ταυτότητας (tribalism), μπορεί να ερμηνεύεται αντίστοιχα. Το ανθρώπινο σώμα καθίσταται επιφάνεια όπου «εγγράφονται» προσωπικές μνήμες, εμπειρίες, αξίες, πεποιθήσεις και σύμβολα. Εκεί όπου άλλοτε η ταυτότητα προσδιοριζόταν από συλλογικές σταθερές (π.χ. κουλτούρα, οικογένεια, τόπος, κοινωνική διαστρωμάτωση, θρησκεία, έθνος), τώρα καλείται ολοένα και περισσότερο να (ανα)παράγεται από το ίδιο το πρόσωπο, ως μεμονωμένο άτομο πλέον.
Ο ψηφιακός νομαδισμός και η δερματοστιξία είναι ασφαλώς διαφορετικά κοινωνικά φαινόμενα, όμως «εγκολπώνονται» την ίδια μετανεωτερική διάθεση, η οποία μετακινείται από την ταυτότητα που κληρονομείται προς την ταυτότητα που επιλέγεται. Και τούτο συναρτάται με την «διάβρωση» της εδαφικότητας του έθνους-κράτους. Μέχρι και την περίοδο της νεωτερικής κοινωνίας, οι άνθρωποι συνδέονταν βαθιά πολιτισμικά μέσα από τον χώρο όπου ταυτίζονταν. Υπό την ιδιότητα του πολίτη, εργάζονταν, φορολογούνταν, ψήφιζαν και λάμβαναν κοινωνικές παροχές, εντός μιας συγκεκριμένης πολιτικής κοινότητας. Στην περίοδο της μετανεωτερικότητας, η οικονομία, οι πληροφορίες, η εξειδικευμένη εργασία και η τεχνολογία κινούνται αστραπιαία στο επίπεδο διαπλανητικών δικτύων. Τούτη η αναντιστοιχία σύμφωνα και με τον Colin Crouch (Βρετανός κοινωνιολόγος, 1944-) δημιουργεί την μεταδημοκρατία (post-democracy), όπου οι πολίτες μετατρέπονται σε παθητικούς θεατές και οι πολιτικές αποφάσεις ολοένα και παρακάμπτουν τα παραδοσιακά όρια της πολιτικής κοινότητας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον δημόσιο εργαστήριο τούτης της μεταβολής. Αφ’ ενός προσφέρει ελευθερία μετακίνησης, εργασίας και εγκατάστασης και αφ’ ετέρου, αντιπροσωπεύει την μεταφορά σημαντικών λειτουργιών από το εθνικό προς το υπερεθνικό επίπεδο. Το κρίσιμο κοινωνιολογικό ζήτημα που αναφύεται σχεδόν αυθόρμητα, είναι η μεγεθυνόμενη απόσταση μεταξύ εξουσίας και πολιτικής κοινότητας. Όσο η λήψη αποφάσεων μεταφέρεται σε δαιδαλώδη και απρόσωπα πλέγματα θεσμών, αγορών, κεντρικών τραπεζών και τεχνοκρατικών μηχανισμών, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον πολίτη να ανιχνεύσει ποιος αποφασίζει και με ποιον τρόπο μπορεί ο ίδιος να επηρεάσει τις αποφάσεις. Κατά συνέπεια, ίσως ο ψηφιακός νομάς να είναι κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο που απλά ταξιδεύει. Ίσως να είναι σύμβολο των σύγχρονων κοινωνιών, όπου ο άνθρωπος αποβαίνει κλιμακωτά να γίνεται από πολίτης γεωγραφικών συντεταγμένων σε περιπλανώμενο χρήστη τεχνολογικών δικτύων. Διαθέτει πρωτοφανή ελευθερία κίνησης, αλλά ασθενέστερους κοινοτικούς δεσμούς, πληθώρα ατομικών επιλογών, αλλά ασαφή συλλογική ταυτότητα.
Και για να καταλήξουμε, εδώ έγκειται μια από τις πολλές παραδοξότητες της μετανεωτερικότητας. Δηλαδή στην μεγάλη δυσκολία να απαντηθεί το ερώτημα πού ανήκουμε. Όταν η συλλογική συνείδηση των ανθρώπων εξαερώνεται, τότε οι προεκτάσεις του κοινωνικού προβλήματος από πολιτισμικές γίνονται πολιτικές. Πώς μπορεί να συγκροτηθεί συλλογική βούληση και να ελέγξει την εξουσία σε έναν κατακερματισμένο κόσμο ακατάπαυστης κινητικότητας, ψηφιακών νομάδων, δικτύωσης εξατομικευμένων μονάδων και μάλλον υπαρξιακά διψασμένων ανθρώπων σε αναζήτηση επι… κοινωνίας;
*Κοινωνιολόγος