Αντιπαράθεση Νετανιάχου – Ερντογάν: Η πραγματική απειλή
Η αντιπαράθεση του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι καινούργια. Και οι δύο ηγέτες έχουν ανταλλάξει εδώ και χρόνια βαριές κατηγορίες, προσωπικές προσβολές και πολιτικές απειλές. Αυτό, όμως, που συμβαίνει σήμερα είναι διαφορετικό. Η Τουρκία έχει αρχίσει να εμφανίζεται στον ισραηλινό δημόσιο διάλογο όχι απλώς ως αντίπαλος, αλλά ως νέα στρατηγική απειλή. Και η αλλαγή αυτή δεν είναι άσχετη ούτε με τη Συρία ούτε με τις ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι, συνεπώς, διπλό. Ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει μια πραγματική και αυξανόμενη τουρκική απειλή ή κατασκευάζει πολιτικά έναν νέο εχθρό για να ενισχύσει το παραδοσιακό του πλεονέκτημα ως «ηγέτης της ασφάλειας». Η απάντηση, όπως προκύπτει από τις τελευταίες διεθνείς αναλύσεις και δεξαμενές σκέψης βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δύο.
Τουρκία περισσότερο από πολιτικός αντίπαλος
Η πρώτη και σημαντικότερη διαπίστωση είναι ότι η τουρκική πρόκληση δεν είναι φανταστική. Το Brookings επισημαίνει ότι ο ανταγωνισμός Τουρκίας-Ισραήλ έχει πλέον καταστεί δομικός παράγοντας της περιφερειακής πολιτικής και επηρεάζει τη Συρία, την Ανατολική Μεσόγειο, τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον και ακόμη και τις εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής. Ιδιαίτερα η Συρία έχει εξελιχθεί στο βασικό πεδίο δοκιμής της τουρκικής περιφερειακής επιρροής.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σημερινής σύγκρουσης. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ, η Συρία έπαψε να είναι το πεδίο όπου κυριαρχούσε η ιρανική επιρροή. Δημιουργήθηκε ένα τεράστιο γεωπολιτικό κενό. Η Τουρκία επιχειρεί να το καλύψει, στηρίζοντας τη νέα συριακή ηγεσία και διατηρώντας στρατιωτική παρουσία και επιρροή στη χώρα.
Το Ισραήλ, από την άλλη, δεν θέλει να δει μια ισχυρή Τουρκία να αποκτά στρατιωτικό αποτύπωμα πολύ κοντά στα βόρεια σύνορά του. Έτσι, η παλιά αντιπαράθεση Ισραήλ-Ιράν αποκτά μια νέα διάσταση, με το Ισραήλ να αρχίζει να βλέπει την Τουρκία ως δύναμη που μπορεί να εξελιχθεί στον σημαντικότερο περιφερειακό ανταγωνιστή του.
Η Συρία πραγματικό πεδίο μάχης
Το γεγονός που άλλαξε δραματικά τα δεδομένα ήταν η ισραηλινή αεροπορική επίθεση στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βόρεια Συρία στις 18 Αυγούστου. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η επίθεση συνδεόταν με τουρκικά σχέδια στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. Η συριακή κυβέρνηση, ωστόσο, απέρριψε την εκδοχή αυτή και δήλωσε ότι δεν υπήρχαν σχέδια για μόνιμη τουρκική βάση. Η Άγκυρα επίσης δεν αποδέχθηκε την ισραηλινή ερμηνεία.
Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στη ρητορική. Ισραηλινά αεροσκάφη χτυπούν εγκατάσταση στη Συρία επειδή η Ιερουσαλήμ θεωρεί ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας. Αυτό είναι στρατηγική αντιπαράθεση, όχι απλώς προεκλογική προπαγάνδα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος.
Ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία και πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, προχώρησε σε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη δημόσια εκτίμηση. Υπέδειξε ότι η ισραηλινή επίθεση μπορεί να είχε και πολιτικό χαρακτήρα και να αποσκοπούσε στην πρόκληση της Τουρκίας ενόψει των ισραηλινών εκλογών. Η ισραηλινή κυβέρνηση απέρριψε την κατηγορία και υποστήριξε ότι διέθετε αξιόπιστες πληροφορίες για τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη.
Ακόμη κι αν η εκτίμηση του Μπάρακ είναι υπερβολική, το γεγονός ότι ένας ανώτατος Αμερικανός αξιωματούχος αισθάνθηκε την ανάγκη να τη διατυπώσει δημόσια δείχνει πόσο έντονα έχει πλέον συνδεθεί η ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση με την εσωτερική πολιτική του Ισραήλ.
Ο Νετανιάχου μπαίνει στο παιχνίδι
Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου θα είναι οι πρώτες μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 και διεξάγονται σε ένα εξαιρετικά πολωμένο πολιτικό περιβάλλον. Ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει σοβαρή πολιτική πίεση, ενώ η αντιπολίτευση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εναλλακτική διακυβέρνηση βασισμένη επίσης-και αυτό είναι σημαντικό-σε πρόσωπα με ισχυρό στρατιωτικό και αμυντικό προφίλ.
Αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Για δεκαετίες η πολιτική του ταυτότητα βασίστηκε στο μήνυμα ότι ο Νετανιάχου ξέρει να προστατεύει το Ισραήλ. Σήμερα, όμως, αυτό το αφήγημα έχει υποστεί σοβαρή φθορά από την 7η Οκτωβρίου, την παρατεταμένη πολεμική κατάσταση και την κόπωση της ισραηλινής κοινωνίας. Το Chatham House έχει ήδη επισημάνει ότι ο Νετανιάχου έχει στοιχηματίσει επανειλημμένα στην πολεμική και στρατιωτική πολιτική ως μέσο πολιτικής επιβίωσης.
Η εμφάνιση της Τουρκίας ως νέας μεγάλης απειλής έρχεται, επομένως, την κατάλληλη στιγμή για τον Νευανιάχου. Και ο Ερντογάν είναι σχεδόν ιδανικός αντίπαλος για μια τέτοια πολιτική στρατηγική.
Ο «νέος εχθρός»
Ο Ερντογάν είναι ήδη εξαιρετικά αντιδημοφιλής στο ισραηλινό κοινό. Υποστηρίζει ανοιχτά τους Παλαιστινίους, διατηρεί σχέσεις με τη Χαμάς, επιτίθεται συστηματικά στην ισραηλινή κυβέρνηση και παρουσιάζει το Ισραήλ ως δύναμη αποσταθεροποίησης της περιοχής.
Η Άγκυρα έκανε, μάλιστα, ένα ακόμη βήμα κλιμάκωσης, ανακοινώνοντας ότι θα ζητήσει από την Interpol διεθνή ερυθρά αγγελία για τον Νετανιάχου, στο πλαίσιο της τουρκικής δικαστικής διαδικασίας για την ισραηλινή επέμβαση στη Global Sumud Flotilla. Ο Νετανιάχου απάντησε χαρακτηρίζοντας τον Ερντογάν «αντισημίτη δικτάτορα». Η προσωπική σύγκρουση, συνεπώς, έχει μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η προεκλογική εκστρατεία του Νετανιάχου χρησιμοποιεί ήδη εικόνες ξένων ηγετών, μεταξύ των οποίων και του Ερντογάν, με το μήνυμα ότι «θέλουν τον Νετανιάχου να χάσει». Το μήνυμα είναι απλό και πολιτικά αποτελεσματικό: Αν φύγει ο Νετανιάχου, το Ισραήλ γίνεται πιο ευάλωτο.
Η πραγματική απειλή
Εδώ βρίσκεται η λεπτή διαφορά που πρέπει να γίνει. Δεν είναι σοβαρή ανάλυση να υποστηριχθεί ότι ο Νετανιάχου «εφηύρε» την τουρκική απειλή. Η Τουρκία είναι περιφερειακή δύναμη με μεγάλο στρατό, ισχυρή αμυντική βιομηχανία, σημαντική στρατιωτική παρουσία στη Συρία και αυξανόμενη πολιτική επιρροή στη νέα Δαμασκό. Το Brookings υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη μεταβολή: η Τουρκία επανέρχεται ως κεντρικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενώ η αντιπαλότητά της με το Ισραήλ γίνεται ολοένα περισσότερο δομική.
Όμως άλλο πράγμα η δυνητική στρατηγική απειλή και άλλο η άμεση πολεμική απειλή. Η Τουρκία δεν είναι Ιράν. Δεν βρίσκεται σε πόλεμο με το Ισραήλ. Δεν έχει λόγο να επιδιώξει μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση που θα μπορούσε να τη φέρει απέναντι στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ. Το ίδιο ισχύει και για το Ισραήλ. Η πραγματική στρατηγική επιδίωξη του Νετανιάχου φαίνεται να είναι να εμποδίσει την Τουρκία να μετατρέψει τη Συρία σε προκεχωρημένο χώρο στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής.
Γιατί τώρα, λοιπόν;
Τώρα συμπίπτουν τρεις εξελίξεις:
Πρώτον, η μεταπολεμική Συρία δημιουργεί νέο γεωπολιτικό πεδίο ανταγωνισμού.
Δεύτερον, η Τουρκία εμφανίζεται ισχυρότερη και περισσότερο παρούσα στη Μέση Ανατολή, ενώ η Ισραηλινή ηγεσία δεν θέλει να επιτρέψει στην Άγκυρα να αποκτήσει στρατιωτικό πλεονέκτημα στα βόρεια σύνορά της.
Τρίτον, ο Νετανιάχου εισέρχεται σε μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία χρειάζεται να ανακτήσει το συγκριτικό του πλεονέκτημα στο ζήτημα της ασφάλειας.
Αυτή η σύμπτωση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και η διεθνής ανάλυση ήδη θέτει ακριβώς αυτό το ερώτημα: εάν η μετατροπή της Τουρκίας σε κεντρικό «εχθρό» αποτελεί μόνο στρατηγική ανάγκη ή και προεκλογικό εργαλείο.
Το επικίνδυνο παιχνίδι
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, τελικά, δεν είναι ότι ο Νετανιάχου χρησιμοποιεί την τουρκική απειλή για να ενισχύσει την προεκλογική του θέση. Είναι ότι μια πραγματική στρατηγική διαφορά μπορεί να γίνει όμηρος της προεκλογικής πολιτικής.
Αν η Τουρκία και το Ισραήλ περιοριστούν στη διπλωματική αντιπαράθεση, η κρίση μπορεί να ελεγχθεί. Αν όμως η Συρία μετατραπεί σε πεδίο άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης, τότε η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Ένα ισραηλινό πλήγμα, μια τουρκική απάντηση, ένα επεισόδιο μεταξύ αεροσκαφών ή μια λανθασμένη εκτίμηση μπορούν να δημιουργήσουν δυναμική κλιμάκωσης. Και τότε ο Ερντογάν δεν θα είναι πλέον απλώς εκλογικό όπλο του Νετανιάχου. Θα έχει γίνει ο πραγματικός αντίπαλος που ο ίδιος ο Νετανιάχου, μέσα από την πολιτική του ρητορική, συνέβαλε να δημιουργηθεί.
Η ουσία, λοιπόν, είναι απλή αλλά κρίσιμη. Η τουρκική απειλή είναι πραγματική, αλλά η πολιτική αξιοποίησή της είναι επίσης πραγματική. Ο Νετανιάχου δεν κατασκευάζει από το μηδέν έναν εχθρό. Μεγεθύνει, όμως, μια υπαρκτή στρατηγική αντιπαλότητα και τη μετατρέπει σε κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής του αφήγησης.
Και αυτό εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί η σύγκρουση εκδηλώνεται τώρα. Γιατί τώρα η Συρία προσφέρει το στρατηγικό πεδίο. Γιατί τώρα η Τουρκία διαθέτει μεγαλύτερη περιφερειακή επιρροή. Και, κυρίως, γιατί τώρα ο Νετανιάχου χρειάζεται περισσότερο από ποτέ έναν εχθρό απέναντι στον οποίο μπορεί να εμφανιστεί ξανά ως ο απαραίτητος εγγυητής της ισραηλινής ασφάλειας.
Συμπερασματικά, το ερώτημα που θα κρίνει τις επόμενες εβδομάδες δεν είναι αν ο Ερντογάν είναι επικίνδυνος. Είναι αν η προεκλογική ανάγκη του Νετανιάχου θα επιτρέψει στην πραγματική γεωπολιτική αντιπαλότητα να ξεφύγει από τα όρια της ελεγχόμενης αποτροπής. Γιατί τότε το εκλογικό όπλο μπορεί να γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης