Αναλύσεις

Από την αμφισβήτηση στην αντεπίθεση ο GSI

Πώς η είσοδος της Meridiam μετατρέπει το έργο από ελληνοκυπριακό σε ευρωπαϊκό διακύβευμα – Ώρα αποφασιστικότητας για Λευκωσία

Για περισσότερο από δύο χρόνια, το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας - Κύπρου, Great Sea Interconnector (GSI), βρισκόταν ουσιαστικά στον πάγο παγιδευμένο εν μέσω έντονων συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Παρότι χαρακτηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI), η υλοποίησή του συνάντησε σημαντικά εμπόδια. Από τη μια λόγω των τουρκικών παρεμβάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και από την άλλη εξαιτίας έντονων προβληματισμών που εκφράζονταν κυρίως από Λευκωσία.

Οι αμφιβολίες επικεντρώνονταν σε τρία βασικά ζητήματα: την τεχνική ωριμότητα του έργου, τη δυνατότητα εξασφάλισης της απαιτούμενης χρηματοδότησης (bankability) και το κατά πόσον το γεωπολιτικό ρίσκο καθιστούσε ασφαλή μια επένδυση ύψους περίπου 1,9 δισ. ευρώ.

Με τη συμφωνία που υπεγράφη στην Αθήνα για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου (66%) στην εταιρεία ειδικού σκοπού GSI, με τον ΑΔΜΗΕ να διατηρεί το 34%, καθώς και τη νέα τριμερή συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans, φαίνεται να αλλάζουν ουσιαστικά τα δεδομένα. Οι κίνδυνοι δεν εξαφανίζονται πλήρως, αλλά περιορίζονται σημαντικά οι αβεβαιότητες και οι δικαιολογίες που κρατούσαν το έργο στάσιμο. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η πόντιση και λειτουργία του καλωδίου θα δημιουργήσει de facto συνθήκες ΑΟΖ κατά μήκος της διαδρομής του, ενισχύοντας τις ελληνικές θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τεχνικό ρίσκο: Από την αβεβαιότητα στην υλοποίηση

Το τεχνικό σκέλος αποτελούσε μιαν από τις σημαντικότερες αιτίες επιφυλάξεων. Το έργο προβλέπει την πόντιση υποβρύχιου καλωδίου HVDC μήκους περίπου 900 χιλιομέτρων μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, σε βάθη που φτάνουν έως και τα 3.000 μέτρα, καθιστώντας το ένα από τα πιο απαιτητικά έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης παγκοσμίως.

Οι απαραίτητες θαλάσσιες έρευνες βυθού είχαν διακοπεί μετά τις τουρκικές παρεμβάσεις νότια της Κάσου, δημιουργώντας αβεβαιότητα τόσο για την πορεία του έργου όσο και για την κατασκευάστρια εταιρεία Nexans.

Η νέα εταιρική δομή επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτήν την εκκρεμότητα. Η Meridiam αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση των υπολειπόμενων ερευνών, ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί την τεχνική ηγεσία και τη μελλοντική λειτουργία της διασύνδεσης, ενώ η Nexans παραμένει ο ανάδοχος κατασκευής του καλωδίου.

Παράλληλα, τα τρία μέρη υπέγραψαν ξεχωριστή συμφωνία με αποκλειστικό αντικείμενο την επιτάχυνση των ερευνών βυθού, οι οποίες αποτελούν το τελευταίο μεγάλο τεχνικό ορόσημο πριν από την πόντιση του καλωδίου.

Η Meridiam εισφέρει όχι μόνο κεφάλαια αλλά και τεχνογνωσία, καθώς συμμετέχει ήδη σε μεγάλα ευρωπαϊκά έργα διασύνδεσης, όπως το υποθαλάσσιο καλώδιο Ηνωμένου Βασιλείου – Γερμανίας. Εφόσον εκδοθούν οι σχετικές NAVTEX τον Σεπτέμβριο, το έργο περνά από τη στασιμότητα σε φάση ενεργού υλοποίησης.

«Βankability»: Η μεγαλύτερη αλλαγή

Το σημαντικότερο ίσως ερωτηματικό αφορούσε τη χρηματοδοτική βιωσιμότητα του έργου.

Ο Υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός είχε επανειλημμένα εκφράσει επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι το κυπριακό Δημόσιο δεν θα έπρεπε ν’ αναλάβει υπερβολικό οικονομικό κίνδυνο πριν διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του έργου. Παράλληλα, τόνιζε ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον επιβάρυνε περαιτέρω την επενδυτική εικόνα του GSI.

Οι ανησυχίες αυτές δεν ήταν εντελώς αβάσιμες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν τόσο σθεναρή αντίσταση. Παρότι το έργο διαθέτει ευρωπαϊκή επιχορήγηση ύψους 657 εκατ. ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος του κόστους απαιτεί ίδια κεφάλαια, τραπεζικό δανεισμό και σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο που να διασφαλίζει την ανάκτηση των επενδύσεων.

Η είσοδος της Meridiam αλλάζει σημαντικά αυτήν την εξίσωση. Ο γαλλικός όμιλος αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους διεθνείς επενδυτές υποδομών, με χαρτοφυλάκιο δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και μακρόχρονη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, την ΕΤΑΑ και άλλους διεθνείς Οργανισμούς.

Με την απόκτηση του 66% του έργου αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του εμπορικού ρίσκου, εισφέρει ίδια κεφάλαια και ενισχύει σημαντικά τις πιθανότητες προσέλκυσης τραπεζικής χρηματοδότησης. Η ίδια η επενδυτική απόφαση αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς βασίστηκε σε εκτεταμένο οικονομικό και τεχνικό έλεγχο (due diligence).

Παράλληλα, η προγραμματισμένη συνάντηση της νέας διοίκησης της GSI με την κυπριακή κυβέρνηση και η αναμενόμενη ολοκλήρωση του due diligence της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την οριστική διευθέτηση των χρηματοδοτικών εκκρεμοτήτων.

Οι κυπριακές επιφυλάξεις και η αγορά ηλεκτρισμού

Πέρα από τα τεχνικά και οικονομικά ζητήματα, στην Κύπρο αναπτύχθηκε έντονη δημόσια συζήτηση για τον αντίκτυπο που θα έχει η διασύνδεση στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού.

Αναλυτές, στελέχη του ενεργειακού τομέα και πολιτικά πρόσωπα τονίζουν ότι η Κύπρος θα πάψει να αποτελεί ενεργειακά απομονωμένο σύστημα, γεγονός που θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα περιορίσει τις στρεβλώσεις μιας κλειστής αγοράς.

Η δυνατότητα εισαγωγών και εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να επηρεάσει τη δεσπόζουσα θέση της ΑΗΚ, παραγωγούς συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και επιχειρηματικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν στο υφιστάμενο καθεστώς.

Οι εκτιμήσεις αυτές οδήγησαν ορισμένους να συνδέσουν τις καθυστερήσεις του έργου με αντιδράσεις υφιστάμενων ενεργειακών συμφερόντων. Αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι οι κυβερνητικές επιφυλάξεις ή οι καθυστερήσεις οφείλονταν στην προστασία συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων, ωστόσο το πλαίσιο αυτό δημιουργούσε άσκοπες τριβές.

Αυτό που αλλάζει πλέον είναι ότι η είσοδος ενός κορυφαίου ευρωπαϊκού επενδυτή καθιστά πολύ δυσκολότερη τη διατήρηση των ίδιων επιχειρημάτων περί έλλειψης βιωσιμότητας ή αξιοπιστίας του έργου.

Ευρωπαϊκή διάσταση στο «γεωπολιτικό ρίσκο»

Το μεγαλύτερο εμπόδιο για το GSI παρέμενε η γεωπολιτική του διάσταση.

Οι έρευνες βυθού διακόπηκαν μετά την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στα διεθνή ύδατα νότια της Κάσου, γεγονός που ουσιαστικά «πάγωσε» το έργο για σχεδόν δύο χρόνια.

Η συμμετοχή του γαλλικού ομίλου αποδεικνύει όντως πως η Ελλάδα δεν μπορούσε να προχωρήσει μόνη της.

Η νέα συμφωνία δεν αλλάζει τις τουρκικές θέσεις, ούτε εξαφανίζει τις διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Αλλάζει όμως τον χαρακτήρα του ίδιου του έργου.

Πλέον, ο βασικός επενδυτής είναι γαλλικός, ο κατασκευαστής επίσης γαλλικός, ενώ η πολιτική στήριξη παρέχεται ανοικτά από την κυβέρνηση Μακρόν.

Η δημόσια δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου της Meridiam, Thierry Deau, ότι ο Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν παρακολουθεί προσωπικά το έργο, καθώς και οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι πρόκειται για «ευρωπαϊκό έργο κοινού ενδιαφέροντος», αποτυπώνουν αυτήν τη μετατόπιση.

Το GSI παύει να εμφανίζεται ως αποκλειστικά ελληνοκυπριακή πρωτοβουλία και αποκτά έντονο γαλλικό και ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Ως αποτέλεσμα, οποιαδήποτε νέα προσπάθεια παρεμπόδισης θα αφορά πλέον και γαλλικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά και ευρωπαϊκές στρατηγικές υποδομές.

Η επόμενη ημέρα του έργου

Η συμφωνία με τη Meridiam δεν αποτελεί πανάκεια ούτε σημαίνει ότι όλες οι δυσκολίες έχουν ξεπεραστεί. Το πραγματικό τεστ θα είναι η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων και η ομαλή ολοκλήρωση των ερευνών βυθού.

Ωστόσο, το έργο εισέρχεται σε μια νέα φάση. Το τεχνικό ρίσκο περιορίζεται μέσω σαφούς κατανομής αρμοδιοτήτων και χρηματοδότησης των κρίσιμων ερευνών. Η χρηματοδοτική αξιοπιστία ενισχύεται χάρη στην είσοδο ενός κορυφαίου διεθνούς επενδυτή, ο οποίος αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου. Παράλληλα, το γεωπολιτικό ρίσκο αποκτά πλέον σαφή ευρωπαϊκή διάσταση, αυξάνοντας το πολιτικό και διπλωματικό κόστος οποιασδήποτε νέας προσπάθειας παρεμπόδισης. Την κύρια ευθύνη προστασίας του έργου θα πρέπει να έχει το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, με τη Γαλλία να λειτουργεί υποστηρικτικά και όχι πρωταγωνιστικά.

Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί. Οι NAVTEX, η επανεκκίνηση των ερευνών, οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και η ολοκλήρωση των εκκρεμοτήτων με τη Λευκωσία θα δείξουν αν το έργο θα περάσει οριστικά από τη φάση των αμφιβολιών στη φάση της υλοποίησης.

Επιπτώσεις στις τιμές

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου αναμένεται να επιφέρει περιορισμένη επιβάρυνση στους λογαριασμούς ρεύματος κατά την περίοδο κατασκευής, της τάξης των €30 ετησίως για ένα μέσο νοικοκυριό, με πρόνοιες ώστε στην Κύπρο το κόστος να απορροφηθεί εν μέρει μέσω κρατικών πόρων και εσόδων από τα δικαιώματα ρύπων. Ωστόσο, από τη λειτουργία του έργου και μετά, οι μελέτες που υποστηρίζουν το GSI εκτιμούν ότι οι λογαριασμοί των Κυπρίων καταναλωτών θα μπορούσαν να μειωθούν έως και κατά 30%, χάρη στην εισαγωγή φθηνότερης ηλεκτρικής ενέργειας, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη μείωση της εξάρτησης από πετρέλαιο και την καλύτερη αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας