Η ισχύς ως στρατηγική επιλογή: Γιατί η Κύπρος διστάζει να επενδύσει στην αποτρεπτική της ικανότητα;
Η παρατήρηση ότι ο ισχυρός, οικονομικά και με πολλές γνωριμίες έχει περισσότερες δυνατότητες και απολαμβάνει στη ζωή περισσότερα περιθώρια επιλογών από τον αδύναμο δεν είναι απλώς κοινή λογική. Στη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων αποτελεί θεμέλιο του νεορεαλισμού: σε ένα αναρχικό διεθνές σύστημα, όπου δεν υπάρχει υπερκείμενη αρχή που να εγγυάται την ασφάλεια των κρατών, η ισχύς —υλική και συμβολική— καθορίζει τον βαθμό ελευθερίας που διαθέτει ένα κράτος. Ο Kenneth Waltz το διατύπωσε με απλότητα: τα κράτη δεν επιδιώκουν απαραίτητα τη μεγιστοποίηση της ισχύος, αλλά τη διασφάλιση της επιβίωσής τους — και η επιβίωση χωρίς αποτρεπτική ικανότητα εξαρτάται από την καλή θέληση τρίτων.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η ισχύς μετράει — μετράει αδιαμφισβήτητα. Το ερώτημα είναι γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία, ένα κράτος με ενεργό εδαφική απειλή από το 1974, εμφανίζει συστημικά χαμηλότερη αμυντική επένδυση από ομόλογα μικρά κράτη που αντιμετωπίζουν παρόμοιες ή και μικρότερες απειλές.
Η Κύπρος δαπάνησε για άμυνα περίπου 598 εκατομμύρια δολάρια το 2024, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 1,6% του ΑΕΠ. Ο αριθμός αυτός, από μόνος του, δεν είναι ευτελής. Το πρόβλημα εντοπίζεται στη σύνθεση των δαπανών: το μεγαλύτερο μέρος τους καταναλώνεται σε μισθοδοσία και λειτουργικά έξοδα, ενώ οι δαπάνες αμυντικής θωράκισης —δηλαδή οι πραγματικοί εξοπλισμοί— κινούνται σε καθοδική τροχιά: €181 εκατομμύρια (0,50% του ΑΕΠ) το 2024 και €179 εκατομμύρια (0,48%) το 2025 .
Ενδεικτική είναι και η μεταλλαγή του κυβερνητικού στόχου. Το προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου Χριστοδουλίδη υποσχόταν θεσμοθετημένες δαπάνες εξοπλισμών 2% του ΑΕΠ· εντός δύο ετών ο στόχος μετατέθηκε στην εκπνοή της θητείας, το 2028, με τη μέθοδο των «συμπληρωματικών προϋπολογισμών» . Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, το κονδύλι εξοπλισμών θα έπρεπε να ξεπερνά ετησίως τα €750 εκατομμύρια, δηλαδή να τετραπλασιαστεί. Όμως φαίνεται ότι οι δαπάνες θα ελαττωθούν μέχρι τιο 2028.
Τι κάνουν άλλα μικρά κράτη; Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Το Ισραήλ, κράτος εννέα εκατομμυρίων κατοίκων, δαπάνησε το 2025 το 7,81% του ΑΕΠ του για άμυνα, την τρίτη υψηλότερη αναλογία παγκοσμίως. Η Εσθονία, με πληθυσμό μόλις 1,3 εκατομμυρίου, δαπανά 3,37%· η Σιγκαπούρη 3,05%· η Ελλάδα 2,99%· η Πολωνία 4,50% . Και δεν έχουν μια κατοχική δύναμη να απειλεί συνεχώς. Πρόκειται για κράτη που αντιλαμβάνονται την αποτροπή όχι ως πολυτέλεια αλλά ως ασφαλιστήριο συμβόλαιο εθνικής επιβίωσης.
Το παράδειγμα της Σιγκαπούρης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: ένα νησιωτικό κράτος-πόλη χωρίς φυσικό βάθος, που από τη δεκαετία του 1960 υιοθέτησε συνειδητά τη στρατηγική της «δηλητηριώδους γαρίδας» (poisonous shrimp) — η κατάποσή του από οποιονδήποτε επιτιθέμενο θα κόστιζε δυσανάλογα ακριβά. Σήμερα η Σιγκαπούρη αποτελεί περιφερειακό οικονομικό και διπλωματικό κόμβο που κανείς δεν υποτιμά. Η Εσθονία, αντίστοιχα, μετέτρεψε τις αμυντικές της δαπάνες και την κυβερνοάμυνα σε διεθνή «ταυτότητα», εξασφαλίζοντας μεταξύ άλλων δανεισμό €2,3 δισεκατομμυρίων από το ευρωπαϊκό ταμείο SAFE . Το δίδαγμα είναι σαφές: τα μικρά κράτη που επενδύουν στη δική τους αποτροπή δεν τα σέβονται μόνο οι αντίπαλοι — τα σέβονται και οι σύμμαχοι.
Γιατί δεν κάνουν το ίδιο οι κυπριακές κυβερνήσεις; Πρώτον, η «αναζήτηση στέγης» (shelter-seeking).** Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία για τα μικρά κράτη (Bailes, Thayer, Thorhallsson) δείχνει ότι τα μικρά κράτη τείνουν να υποκαθιστούν τη δική τους αμυντική επένδυση με ένταξη σε συμμαχίες κα οργανισμούς, αναζητώντας πολιτική, οικονομική και στρατιωτική «στέγη» υπό ισχυρότερους . Η κυπριακή ένταξη στην ΕΕ το 2004 λειτούργησε ακριβώς έτσι: ως υποκατάστατο — μέρος μόνο — εθνικής ασφάλειας. Το πρόβλημα είναι ότι η ρήτρα αμοιβαίας αρωγής του άρθρου 42(7) της ΣΛΕΕ δεν αποτελεί αυτόματο μηχανισμό στρατιωτικής επέμβασης· η ασφάλεια που «δανείζεσαι» δεν είναι ποτέ τόσο αξιόπιστη όσο αυτή που κατέχεις.
**Δεύτερον, το κόστος ευκαιρίας και τα εκλογικά κίνητρα.** Κάθε ευρώ για συστήματα αεράμυνας είναι ένα ευρώ που δεν πηγαίνει σε κοινωνικές παροχές με άμεση, μετρήσιμη εκλογική απόδοση. Η αποτροπή, αντιθέτως, «αποδίδει» αόρατα: η επιτυχία της είναι ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Οι πολιτικοί με ορίζοντα τετραετίας ή πενταετίας έχουν δομικό κίνητρο να την υποχρηματοδοτούν.
**Τρίτον, το επιχείρημα του κινδύνου κλιμάκωσης.** Μέρος του πολιτικού συστήματος — με μακρά παράδοση στον κυπριακό χώρο — θεωρεί τους εξοπλισμούς προκλητικούς έναντι της Τουρκίας και φορέα «κούρσας όπλων». Το επιχείρημα έχει θεωρητική βάση (το «δίλημμα ασφαλείας» του Herz), αλλά στην κυπριακή περίπτωση ανατρέπεται από τα δεδομένα: η ασυμμετρία με την Τουρκία είναι ήδη τόσο κολοσσιαία, ώστε κανένα ρεαλιστικό κυπριακό εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιθετική απειλή — μπορεί όμως να αυξήσει το κόστος μιας ενδεχόμενης σύρραξης.
**Τέταρτον, η απουσία συνεκτικού σχεδιασμού.** Ειδικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι ο στόχος του 2% καθορίστηκε «αυθαίρετα και χωρίς σοβαρή μελέτη», ενώ η εξάρτηση από συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς μαρτυρά «ανυπαρξία μακρόπνοου και συνεπούς προγραμματισμού» . Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν είναι συνωμοσία αποδυνάμωσης — είναι δομική ανεπάρκεια στρατηγικού σχεδιασμού.
**Πέμπτον, η ιδεολογική παράδοση. Σε ένα νησί που υπέστη εισβολή, τμήμα της πολιτικής σκέψης συνέχιζει να ερμηνεύει την αμυντική θωράκιση ως αντίθετη προς την ειρηνευτική προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Η διεθνής εμπειρία — από τη Φινλανδία έως την Ταϊβάν — δείχνει το αντίθετο: η διπλωματία χωρίς αποτροπή είναι εκβιαζόμενη διπλωματία.
Η Κυβέρνηση του κ. Χριστοδουλίδη και αυτή συνεχίζει την πολιτική των προηγούμενων και αυτό δυστυχώς δεν δικαιολογεί αισιοδοξία για αλλαγή των δυνατοτήτων μας απέναντι στον κατακτητή.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία